Δήλωσε συντεντριμμένος

Βγήκα στην Εθνική οδό με τ’ αυτοκίνητο και κατευθύνθηκα προς τα Βόρεια Προάστια. Έβαλα το ραδιόφωνο να παίζει στη διαπασών και πάτησα γκάζι. Έπρεπε να βρίσκομαι στο ραντεβού μου στις πέντε και ήτανε ήδη πέντε και δέκα. Ανυπομονούσα να βρεθώ στον νέο χώρο που θα εργαζόμασταν εγώ κι η ομάδα μου.

Σαν έφτασα, μετά από τη μικρή καθυστέρηση που είχα, με περίμεναν οι πελάτες μου, οι καινούργιοι ιδιοκτήτες ενός παλιού αρχοντικού. Ευκατάστατοι, από τζάκι, άνθρωποι ευγενείς. Κληρονόμησαν το αρχοντικό πριν από αρκετά χρόνια και τώρα θέλησαν να το ανακαινίσουν με σκοπό να μετακομίσουν σ’ αυτό. Ήτανε νέοι, νιόπαντροι. Παιδιά δεν είχανε ακόμη. Περίμενα πως η δουλειά μαζί τους θα ήταν, το λιγότερο, ευχάριστη.

Το παλιό αρχοντικό φάνταζε μεγάλο κι επιβλητικό. Με τεράστιους τοίχους και μαρμάρινες κολώνες, στεκόταν αγέρωχο λες και το πέρασμα του χρόνου, έκανε την μικρότερη ζημιά που θα μπορούσε. Οι τοίχοι επενδυμένοι με ακριβή πέτρα που λίγο είχε χάσει από την γυαλάδα της. Κάποια κομμάτια πέτρας είχανε πέσει και οι αράχνες έμπλεκαν στα κενά, τους ιστούς τους. Οι βεράντες τεράστιες, καλυμμένες, ιδανικές να φιλοξενούν την οικογένεια τα καλοκαίρια. Οι αναρίθμητες κολώνες που το στήριζαν ήτανε μια πιστή αντιγραφή αυτών του Παρθενώνα. Οι κήποι τεράστιοι αλλά απεριποίητοι, γεμάτοι με διάφορα παράξενα φυτά και δέντρα.

Το εσωτερικό το ίδιο όμορφο κι επιβλητικό. Τεράστια σαλόνια και καθιστικά, μαρτυρούσαν ότι εκεί γίνονταν κάποτε μεγάλα πάρτι και δεξιώσεις. Στολισμένα ακόμα με τις βαριές μεταξένιες κουρτίνες και τα περσικά, πανάκριβα χαλιά. Μεγάλοι πολυέλαιοι κρέμονταν από τις οροφές κι εξαιρετικοί πίνακες γέμιζαν τους λευκούς τοίχους. Τα υπνοδωμάτια, τέσσερα στο σύνολο, ήτανε ευρύχωρα και ζεστά. Τα καθένα με την μπανιέρα του και την προσωπική του τουαλέτα.

-Πόσο καιρό λες να πάρει η ανακαίνιση; Με ρώτησαν οι ιδιοκτήτες.

-Γύρω στους τρείς μήνες. Γι’ αυτό από αύριο αρχίζουμε δουλειά.

Νωρίς το άλλο πρωί ξεκίνησε να δουλεύει όλη η ομάδα μου. Οι εργάτες άρχισαν αμέσως να γκρεμίζουν τοίχους, να ρίχνουν κάτω κολώνες, να σπάνε με τα κομπρεσέρ τα πατώματα. Παντού σκόνη κι ακαταστασία. Καθώς συνεχίζονταν οι εργασίες, εκεί που έσκαβαν οι εργάτες, έρχεται ο Μανώλης, αναψοκοκκινισμένος και λαχανιασμένος.

-Τι έπαθες Μανώλη; Φάντασμα είδες;

-Κάτι χειρότερο.

-Τι;

-Βλέπεις αυτό το πανάκριβο κολιέ! Εκεί που έσκαβα, βρήκα ολόκληρο θησαυρό!

-Θησαυρό; Αυτόν που κλάπηκε πριν από είκοσι χρόνια και που μιλούσε ολόκληρη η Αθήνα γι’ αυτόν;

-Ακριβώς!

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και η ιστορία είχε ξεθωριάσει μέσα στο μυαλό μου, αλλά αυτή η ανακάλυψη ξανάφερε πίσω τις μνήμες. Θυμάμαι, τότε είχε γίνει μεγάλη φασαρία. Είχα διαβάσει στις εφημερίδες για ένα φόνο, μίας πασίγνωστης, κοσμικής κυρίας, η οποία διέμενε σ’ αυτό τ’ αρχοντικό. Την προηγούμενη νύχτα αυτή και ο σύζυγος της ετοιμάζονταν να δεξιωθούν όλη την αφρόκρεμα της πρωτεύουσας. Οι προετοιμασίες είχανε αρχίσει από καιρό για να είναι όλα στην εντέλεια. Την νύχτα εκείνη το αρχοντικό γιόρταζε κι είχε βάλει τα καλά του. Λουλούδια το στόλιζαν παντού και υπηρέτες πήγαιναν δεξιά, αριστερά τους δίσκους με τα καναπεδάκια. Το ποτό έρρεε άφθονο και οι καλεσμένοι κατέφθαναν. Οι μουσικοί βρίσκονταν στην μεγάλη αίθουσα και ο χορός είχε αρχίσει. Οι οικοδεσπότες φαίνονταν αρκετά ευδιάθετοι και τίποτα δεν προμηνούσε αυτό που θα γινόταν σε λίγο.

Ο οικοδεσπότης σε κάποια στιγμή δεν μπορούσε να εντοπίσει πού βρισκόταν η γυναίκα του. Άρχισε να ψάχνει στα δωμάτια, στην κουζίνα, στα καθιστικά. Μέσα από μια μεγάλη γυάλινη μπαλκονόπορτα, ξεχωρίζει δύο φιγούρες αγκαλιασμένες να φιλιούνται στον κήπο. Πλησίασε να κρυφακούσει.

-Είμαι πολύ δυστυχισμένη μ’ αυτή την κατάσταση. Δεν αντέχω άλλο τη συμπεριφορά του. Πόσα χρόνια θα χάσω ακόμα ζώντας κοντά του;

-Εγώ λέω να φύγουμε απόψε κιόλας. Και για τα λεφτά μη σκέφτεσαι. Θ’ αρπάξουμε τα κοσμήματα και θα εξαφανιστούμε. Ξέρω εγώ ανθρώπους που θα δώσουνε μια περιουσία για να τ’ αποκτήσουνε.

Ο εραστής της γυναίκας του την είχε τρελάνει με όσα της έλεγε. Συμφώνησε μαζί του ότι όταν θα τέλειωνε το πάρτι και θα κοιμόνταν όλοι, αυτή θα κατέβαινε τις σκάλες μαζί με τα κοσμήματα και θα έφευγαν.

Την άλλη μέρα ολόκληρη η πόλη βούιζε. Κάποιος κλέφτης μπήκε στο αρχοντικό και προσπάθησε να πάρει τα χρυσαφικά και τα αρχαία κειμήλια της οικογένειας. Κατάφερε ν’ αρπάξει και το διαμαντένιο περιδέραιο το οποίο ήτανε κληρονομιά της οικοδέσποινας από την οικογένεια της και άξιζε μία ολόκληρη περιουσία. Στην προσπάθεια της να σταματήσει τον κλέφτη, αυτός την μαχαίρωσε κι εξαφανίστηκε μαζί με το θησαυρό. Ο σύζυγος φαινόταν ψύχραιμος. Σε συνέντευξη που έδωσε, δήλωσε ότι όποιος βρει τον δράστη και τα κλοπιμαία, θα κέρδιζε τα μισά από την αξία τους. Για τη γυναίκα του είχε αρκεστεί να δηλώσει συντετριμμένος.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.