Μαύρα σύννεφα

«Έλα να πάμε έξω, να κάνω ένα τσιγάρο. Έχουμε ακόμη ώρα μέχρι την επιβίβασή μας» είπε εκείνη.

«Δεν έχουμε. Πάμε τώρα για τις βαλίτσες, να τσεκάρουμε αν θα πληρώσουμε επιπλέον. Κι εσύ όπου πας θέλεις να παίρνεις μαζί σου και την τελευταία λεπτομέρεια» της απάντησε εκείνος.

Εκείνος προχώρησε βιαστικός μπροστά κι εκείνη τον ακολούθησε βαδίζοντας λίγα μέτρα πίσω του.

«Τελικά κάνει περισσότερο κρύο μέσα στο αεροπλάνο απ’ όσο νόμιζα. Και η ζακέτα μου είναι λεπτή. Θα παγώσω μέχρι να φτάσουμε.»

«Μην ανησυχείς. Εάν δεν αντέξεις σου δίνω το σακάκι μου.»

«Μην προσπαθείς να με καλοπιάσεις. Αυτά να τα κάνεις σε άλλες.»

«Δεν προσπαθώ να εξιλεωθώ, εάν αυτό εννοείς. Θέλω να περάσουμε καλά.»

«Κοίτα τα σύννεφα πόσο απόμακρα είναι και πόσο κοντά μας. Νομίζεις πως θα βρέξει από στιγμή σε στιγμή.»

Εκείνος γύρισε και κοίταξε τα σύννεφα.

«Δεν καταλαβαίνω. Τι εννοείς;»

«Κρυώνω, αυτό εννοώ.»

«Μα σου είπα πάρε το σακάκι μου.»

«Το σακάκι σου δεν ωφελεί σε τίποτα.»

Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού, «Προτιμάτε σάντουιτς με γαλοπούλα ή με ρόστο;»

«Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, θα ήθελα ένα ουίσκι με πάγο. Για να ζεσταθώ.» απάντησε η γυναίκα.

Εκείνος πήρε την εφημερίδα του. Αυτή άνοιξε βαριεστημένα το περιοδικό με τα αφορολόγητα. Φαινόταν να πλήττει.

«Διάλεξα δυο αρώματα κι ένα ρολόι.»

«Κι άλλο ρολόι;» ρώτησε εκείνος.

«Ναι, για να μου θυμίζει αυτό το ταξίδι.»

Ακούστηκε και πάλι η φωνή της αεροσυνοδού, «Καφέ ή τσάι;»

«Μαύρος για ’μένα. Ολόμαυρος.» είπε εκείνη.

«Τσάι για ’μένα. Το στομάχι μου δεν είναι καλά.»

«Κι εγώ δεν είμαι καλά! Δεν είμαι καθόλου καλά.»

«Μα πως κάνεις έτσι! Λες και μας έτυχε το χειρότερο κακό. Σε παρακαλώ πρέπει να ξεχάσεις. Ξέρω πως είναι δύσκολο αυτό που σου ζητάω αλλά πρέπει, αλλιώς το χάσαμε το παιχνίδι.»
«Πώς μπορείς και μου ζητάς κάτι τέτοιο. Δεν έχεις ιδέα πως νιώθω. Εσύ μια χαρά πέρασες. Καλοπέρασες.»

«Η κυρία που κάθεται ακριβώς μπροστά θα πρέπει να κρυφακούει. Αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός ότι συνεχώς γυρνάει πίσω και μας κοιτάει με αυτό το περίεργο ύφος» είπε εκείνος ψιθυριστά.

«Τι με νοιάζει εμένα, ας το μάθουνε όλοι. Εγώ δεν έφταιξα σε τίποτα. Εσύ φρόντισες να τα χαλάσεις όλα. Δεν νοιάστηκες ποτέ για κανέναν άλλο. Ο κόσμος περιστρέφεται γύρω σου.»

«Δεν πρέπει να μιλάς σοβαρά. Όταν κάποιος δεν νοιάζεται για τους άλλους και νομίζει πως ο κόσμος περιστρέφεται γύρω του, τότε έχει σοβαρό πρόβλημα.»

«Βλέπεις τα σύννεφα;»

«Με ξαναρώτησες.»

«Και θέλω να μου απαντήσεις ξανά.»

«Ωραία λοιπόν, τα βλέπω. Ε, και τι έγινε;»

«Βλέπεις πόσο μαύρα είναι;»

«Λοιπόν λογαριάζεις να μιλάμε σε όλο το ταξίδι μας για τα σύννεφα; Δεν καταλαβαίνεις ότι είναι κουραστικό; Εάν δεν ήθελες να κάνουμε αυτό το ταξίδι, απλώς θα μπορούσες ν’ αρνηθείς.»

«Πόσο εύκολα τα λες. Θα σηκωθώ για λίγο. Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο.»

«Το ξέρεις πως μ’ εκνευρίζεις κάθε φορά που κάνεις έτσι; Πότε θα το κόψεις;»

«Όταν με γνώρισες ήξερες πολύ καλά ότι καπνίζω. Τι σ’ έπιασε τώρα. Τώρα το κατάλαβες; Ενδιαφέρεσαι για την υγεία μου;»

«Όσο επιμένεις σ’ όλα αυτά, δεν έχουμε σωτηρία.»

Η γυναίκα σηκώθηκε. Φαινόταν έτοιμη να εκραγεί. Κατευθύνθηκε βιαστικά στην τουαλέτα και μετά προχώρησε προς το χώρο των καπνιστών. Κάπνισε δύο τσιγάρα. Το ένα μετά το άλλο. Και μετά ζήτησε κι άλλο ένα ουίσκι, χωρίς πάγο. Αυτός βυθίστηκε στην εφημερίδα του. Εκείνη επέστρεψε στην θέση της και πήρε πάλι το περιοδικό με τ’ αφορολόγητα. Σε λίγο σκεπάστηκε με μια κουβέρτα που της έφερε η αεροσυνοδός κι αποκοιμήθηκε.

«Αφορολόγητα παρακαλώ», ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού.

Η γυναίκα ξύπνησε και ζήτησε να πάρει τα δύο αρώματα και το ρολόι που είχε διαλέξει. Περίμενε λίγο, σαν να ήθελε από τον άντρα να κάνει κάποια κίνηση, μήπως και της τα πληρώσει. Αυτός αφού την κοίταξε με ειρωνεία βυθίστηκε ακόμη πιο βαθιά στην εφημερίδα του. Αυτή φαινόταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Έδωσε βιαστικά την πιστωτική της κάρτα, υπέγραψε και τα έβαλε στην τσάντα της.

«Έχεις κάτι να μου πεις;» τον ρώτησε.

«Τι να σου πω; Τα λεφτά είναι δικά σου. Ό,τι θέλεις μπορείς να τα κάνεις. Εμένα τι με νοιάζει;»

Εκείνη δεν ξαναμίλησε. Στην υπόλοιπη πτήση δεν έβγαλε λέξη από το στόμα της.

«Παρακαλούμε όπως προσδεθείτε στις θέσεις σας. Σε λίγο αρχίζει η προσγείωσή μας στο αεροδρόμιο της Ρώμης. Ευχαριστούμε που προτιμήσατε τις Κυπριακές Αερογραμμές για το ταξίδι σας και σας ευχόμαστε καλή διαμονή.»

«Κάνε γρήγορα να πάμε για τις βαλίτσες. Πρέπει να βρούμε και ταξί» της είπε.

Αφού πήραν τις βαλίτσες, εκείνη αντί να κατευθυνθεί προς την έξοδο πήγε προς την υπηρεσία έκδοσης εισιτηρίων της Air France. Εκείνος έμεινε να την κοιτάει.

«Μα τι κάνεις; Πού πας;» την ρώτησε.

«Κάνω αυτό που έπρεπε να κάνω εδώ και καιρό. Πάω στο Παρίσι.»

«Μα… τι είναι αυτά που μου λες. Πού θα πας μόνη σου;»

«Κάνεις λάθος. Με περιμένουν.»

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.