διηγήματα ασκούμενων Πογιατζιάν Μαρίνα Τέσσερα διηγήματα αστραπή

Τέσσερα διηγήματα αστραπή

Ακαριαίος θάνατος

Η σειρήνα του ασθενοφόρου χτυπάει δαιμονισμένα. Του δίνουν τις πρώτες βοήθειες και τον μεταφέρουν στο χειρουργείο. Αυτοκινητιστικό ατύχημα. Σοβαρά τραυματισμένοι ο οδηγός και η γυναίκα του. Ο οδηγός χρειάζεται επειγόντως εγχείρηση. Του δίνουν το αναισθητικό. Εφημερεύει η Λήδα. Μπαίνει στο χειρουργείο. Ο τραυματίας είναι ο Νικόλας.

Έβρεχε πολύ. Η Λήδα συνάντησε τον Νικόλα το απόγευμα στην αγαπημένη τους καφετερία. Ήλπιζε πως θα της έκανε πρόταση γάμου. Μετά θα φεύγανε μαζί για σπουδές. Στην Αγγλία. Ήταν ανυπόμονη. Έφτασε εκείνος. Κάθισε μαζί της και της είπε πως θέλει να χωρίσουν. Ούτε δαχτυλίδι, ούτε στέφανα. Το κλάμα της έγινε ένα με τη βροχή.

«Το ψαλίδι» λέει με τρεμάμενη φωνή. «Τον χάνουμε». Οι παλμοί της καρδιάς του γίνονται αργοί. Ο σφυγμός του πέφτει. Αυτός φεύγει. «Λυπάμαι, ο ασθενής υπέστη έμφραγμα κατά τη διάρκεια της εγχείρησης. Δυστυχώς τον χάσαμε», ψέλλισε.
Μπαίνει στ’ αυτοκίνητο. Άγνωστη κατεύθυνση. Τρέχει πολύ. Στην στροφή κτυπάει σ’ ένα δέντρο. Ακαριαίος θάνατος.

Προχώρα

Φόρεσε το καινούριο του κοστούμι, πήρε το δώρο και ξεκίνησε για τη δεξίωση του γάμου. Στην εκκλησία δεν πήγε. Το ξενοδοχείο δεν ήταν μακριά. Παντρεύτηκε ένας δεύτερός του ξάδελφος. Είχε καιρό να το δει. Έμαθε από τη μάνα του πως είχε βρει μία καλή κοπέλα, από σπίτι. Τέτοια τύχη ο ξάδελφός του στον ουρανό τη γύρευε στη γη τη βρήκε. Το ξενοδοχείο ολόκληρο φορούσε τα γιορτινά του. Προχώρησε. Οι μουσικοί έπαιζαν βαλς. Η μελωδία τον καθοδήγησε στο χώρο της δεξίωσης. Κόσμος πολύς. Άφησε το δώρο στο τραπέζι.

Προχώρησε προς το ζευγάρι. Κοντοστάθηκε ωχρός. Τον συνέφερε η φωνή μιας κυρίας που ήτανε πίσω του. «Προχώρα!» είπε. Έδωσε το χέρι του και φίλησε τον εξάδελφό του. Του σύστησε τη γυναίκα του. Ήταν η Μιράντα. Η δική του Μιράντα. Στεκόταν λαμπερή δίπλα στο γαμπρό. Χαμογελούσε ευτυχισμένη. Μόλις τον αντίκρισε, έχασε το χρώμα της. Εκείνος έφυγε απ’ τη δεξίωση, πήγε, ήπιε πολύ και μέθυσε.

Εσύ δεν μπορείς

Μπήκαν στο αεροπλάνο αυτός κι η γυναίκα του. Προορισμός τους η Νέα Υόρκη.

Παίζανε μικρά παιδιά στην γειτονιά και στις αυλές. Η μάνα τους κυνηγάει για να φάνε, για να κάνουν μπάνιο κι αυτοί δεν διαβάζουν και παίρνουν ξοπίσω τα κορίτσια.

Τα δύσκολα ήρθανε μετά τον πόλεμο. Ο πατέρας αγνοούμενος. Έφυγαν απ’ το σπίτι τους. Ζητήσανε τον Γιωρκή, τον μικρότερο αδελφό, ένα ζευγάρι που δεν είχε παιδιά. Η μάνα το καλοσκέφτηκε και πήρε την απόφαση. «Ας ζήσει τουλάχιστο καλύτερα το παιδί μου κι ας ξενιτευτεί.»

Φτάσανε. Μπαίνουνε στο μετρό. Βρίσκονται έξω απ’ την πόρτα του σπιτιού του Γιωρκή. Είχαν ψάξει για χρόνια μέχρι να τον βρουν. Ανοίγει ο γιός του. Φτυστός ο Γιωρκής. «Φώναξε παιδί μου τον πατέρα σου. Είμαι ο αδελφός του.»

Εκείνη την ώρα περνά από μπροστά τους ένα φορείο. Ο Γιωρκής μισολιπόθυμος ανοίγει για λίγο τα μάτια του και βλέπει τον αδερφό του. Το ασθενοφόρο απομακρύνεται τρέχοντας.

Πριν ακόμα πας

Ευτυχία μου, μην πας στην κλινική. Πριν ακόμα πας, όταν θα ετοιμάζεσαι, οι τύψεις κι η απόγνωση θα σε καταβάλουν. Θ’ ανοίξεις το ερμάρι και θα βρεις ένα νυχτικό και τις παντόφλες σου. Θα μπεις στο αυτοκίνητο ολομόναχη ενώ θα του έχεις τηλεφωνήσει ίσαμε δέκα φορές χωρίς ανταπόκριση. Θα κλαις κι όταν φτάσεις στην κλινική η θέα των ζευγαριών που θα βγαίνουν με τα μωρά τους θα σ’ αποτελειώσει. Θα εύχεσαι να είστε αγκαλιά μαζί με το μωρό σας.

Θα πάρεις την τσάντα σου και θα μπεις στην κλινική. Θα πας εκεί όπου είναι τα νεογέννητα. Θα σταθείς έξω απ’ τον θάλαμο και θα τα βλέπεις να κοιμούνται, να κλαίνε, να θηλάζουνε. Θα βάλεις τα κλάματα. Θα σ’ ετοιμάσουνε κι όταν μπεις στο χειρουργείο θα σκέφτεσαι μακάρι να είχες ακόμα χρόνο. Κι όταν ξυπνήσεις θα νιώσεις την απώλεια. Θα πας στο γραφείο του. Θα τον βρίσεις και θα τον φτύσεις.

 

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.