διηγήματα ασκούμενων Πογιατζιάν Μαρίνα Η γυναίκα που τα προλάβαινε όλα

Η γυναίκα που τα προλάβαινε όλα

Κτυπά το ξυπνητήρι. Τέσσερις η ώρα, το πρωί. Είναι γλυκός αυτός ο ήχος. Πριν κοιμηθώ σκέφτομαι ότι ο καλύτερος τρόπος για να ξυπνήσω είναι αυτός. Ξυπνώ χαρούμενη και ψιθυρίζω ένα τραγούδι. Κατεβαίνω αμέσως τις σκάλες, που μπορεί ν’ ανεβοκατεβαίνω και πενήντα φορές τη μέρα, κάνοντας τέλεια γυμναστική. Εξάλλου πρέπει να χάσω κάποια κιλά. Με κρατάει σ’ εγρήγορση και ταυτόχρονα καθώς ανεβοκατεβαίνω, κρατάω μαζί μου στο ένα χέρι τα σιδερωμένα ρούχα που σιδέρωσα λίγο πριν κι απ’ τ’ άλλο χέρι το δίσκο με το πρόγευμα για τα παιδιά πρώτα και στην επόμενη διαδρομή για τον άντρα μου. Είναι κρίμα να μην φάνε πρωινό στο κρεβάτι.

Η πρώτη μου δουλειά λοιπόν, αφού κατεβώ τις σκάλες, η ετοιμασία του πρωινού. Βράζω αυγά για τα παιδιά, τρία λεπτά για τον ένα μου γιό, πέντε λεπτά και δεκαπέντε δευτερόλεπτα για τον άλλο. Για τον Γιώργο, τον άντρα μου, τηγανίζω ομελέτα με τυρί edam, ζαμπόν και μπέικον. Φασόλια κονσέρβα για το ένα αγόρι και τηγανίτες με μέλι για τ’ άλλο. Η κόρη μου προτιμάει σούπα αυγολέμονο με βραστό κοτόπουλο. Αφού τελειώσουν το πρόγευμά τους, τους βοηθώ να πλυθούνε και να ντυθούνε. Τους φορώ τα ρούχα και τα παπούτσια, που ετοίμασα απ’ το προηγούμενο βράδυ, αφού τα χρυσά μου είναι ακόμα νυσταγμένα. Καθαρά, σιδερωμένα ρούχα και μπογιατισμένα παπούτσια. Στο μεταξύ κατεβάζω τις τσάντες τους και τις βάζω στο αυτοκίνητο. Αφήνω ανοιχτή την πόρτα για να είναι έτοιμη και βάζω μπρος για να είναι ζεστό το αυτοκίνητο.

Αφού φύγουνε, στην ώρα που έχω μέχρι να φύγω κι εγώ για τη δουλειά μου, στρώνω τα κρεβάτια, πλένω τα μπάνια, βάζω μπουγάδα στο χέρι φυσικά γιατί είναι καλύτερο για τα ρούχα και κατεβαίνω για να ετοιμάσω το μεσημεριανό. Είμαστε πέντε άτομα στο σπίτι μα φτιάχνω δυστυχώς μόνο τρία φαγητά. Ο Γιώργος προτιμάει παϊδάκια. Απ’ τα παιδιά μου, τ’ αγόρια προτιμάνε όσπρια ενώ η κόρη μου ψάρι της σκάρας ξεκοκαλισμένο. Εγώ τρώω ό,τι περισσέψει απ’ τους άλλους. Εξάλλου πρέπει να χάσω κάποια κιλά. Αφού ετοιμάσω τα φαγητά τρέχω για ένα μπανάκι, μια ακόμα μικρή καλοπέραση, ντύνομαι με την τελευταία λέξη της μόδας και τρέχω χαρούμενη στη δουλειά.

Πριν φτάσω στη δουλειά περνάω κι απ' την φίλη μου την Φωτούλα. Εδώ και κάποιο καιρό έχει δεσμό με τον Θανάση και όλα πήγαιναν μέλι γάλα. Μέχρι που ανακάλυψε ότι είναι παντρεμένος και έχει και δύο παιδιά. Μα να μην πάω στην Φωτούλα! Της ξεσκονίζω, της πλένω, της μαγειρεύω καθώς και άλλα πολλά. Αυτή δεν μπορεί στην κατάσταση που βρίσκεται να κάνει οτιδήποτε. Τελειώνοντας της φτιάχνω κι ένα κέικ έτσι για να βρίσκεται. Κάθεται στον καναπέ και κλαίει την μοίρα της. Κάνω και τον ψυχολόγο της. Για αυτό και στον ελεύθερο μου χρόνο διαβάζω βιβλία ψυχολογίας. Σήμερα μου είπε πως πέρασε από το σπίτι ζητώντας άφεση αμαρτιών και λέγοντας πως θα χωρίσει. Αυτή τον έδιωξε κακή κακώς.

Στη δουλειά φτάνω πρώτη απ’ όλους. Με περιμένει ένας θαυμάσιος όγκος από έγγραφα. Εξάλλου πρέπει να χάσω μερικά κιλά. Ενθουσιάζομαι. Πρέπει να ταξινομήσω τα έγγραφα και να τα βάλω στους ανάλογους φακέλους. Ταυτόχρονα χτυπούν τα τηλέφωνα και με το ένα χέρι απαντώ στο σταθερό και με το άλλο στο κινητό. Είναι καταπληκτικό, με τόση δράση δεν μπορεί κανείς να βαρεθεί. Όταν φτάσουνε οι συνάδελφοί μου, τους έχω έτοιμο τον καφέ ή το τσάι τους αναλόγως. Τους κερνάω κάτι που έχω φτιάξει στο σπίτι, κέικ, γλυκά του κουταλιού, πίτες και γενικά ό,τι μου παραγγέλνουνε από την προηγούμενη οι αγαπημένοι συνάδελφοί μου. Δεν προλαβαίνω να καθίσω στη καρέκλα μου και με φωνάζει ο Διευθυντής. Μου υπαγορεύει επιστολή πέντε σελίδων και μου αναθέτει να διευθετήσω τα πάντα για το αυριανό του ταξίδι. Να βεβαιωθώ για τα εισιτήρια, να ελέγξω για το ξενοδοχείο, να υπάρχουν λουλούδια και γλυκά στο δωμάτιο, να κλείσω στα καλύτερα εστιατόρια. Τα τελειώνω όλα έως τις δώδεκα το μεσημέρι γιατί μετά βγαίνω για εξωτερικές δουλειές του γραφείου και μετά αφού σχολάσουν όλοι, επιστρέφω για να καθαρίσω.

Τελειώνω και τρέχω στη Φωτούλα πριν πάω στο σπίτι. Αυτή την φορά βρισκόμαστε στην αγαπημένη της καφετερία όπου για να πάω χρειάζομαι μία ώρα δρόμο. Τέλεια. Μέσα στο αυτοκίνητο έχω το χρόνο να κάνω διάφορα τηλέφωνα που πρέπει. Φτάνω. Μιλάμε ή καλύτερα μιλά χωρίς σταματημό για δύο ώρες. Κλαίει μ' αναφιλητά και προσπαθώ να την παρηγορήσω. Μου λέει πως ο Θανάσης πήγε πάλι από εκεί και αν και κτυπούσε την πόρτα σαν δαιμονισμένος αυτή δεν του άνοιξε. Μετά πάμε για ψώνια κι αφού ξεσηκώσει τα καταστήματα πηγαίνουμε μαζί στην υπεραγορά. Εκεί της σπρώχνω το καρότσι της και τοποθετώ τα ψώνια της μέσα. Τα ψώνια είναι βαριά. Τελειώνοντας την πετάω μέχρι το σπίτι της και κατεβάζω τα ψώνια. Τα συγυρίζω στα ράφια της και της κάνω και ένα φαγητό στα γρήγορα. Έτοιμη για να φύγω και αυτή με ευχαριστεί. Αλλοίμονο άλλωστε για αυτό είναι οι φίλοι.

Τελειώνοντας από τον καφέ τρέχω να πάρω τα πράγματα από το σουπερμάρκετ στο σπίτι. Τα κατεβάζω, τα συγυρίζω κι αρχίζω την προετοιμασία για το βραδινό. Ο Γιώργος πίτσα και τα παιδιά σουβλάκια. Όλα σπιτικά εννοείται. Στρώνω τραπέζι κι αφού φάνε όλοι τους βάζω το αγαπημένο τους κέικ. Μετά πηγαίνω με τα παιδιά να τα βοηθήσω στα μαθήματα. Τα βοηθάω στο μπάνιο και κάθομαι στο πλάι τους και τους τραγουδώ για να κοιμηθούν. Ο Γιώργος παρακολουθεί τις ειδήσεις. Άνθρωπος είναι κι αυτός, κάποια ξεκούραση τη θέλει. Του παίρνω τις παντόφλες και τη ρόμπα. Σε λίγο του δίνω και την εφημερίδα. Πολλές φορές του διαβάζω εγώ την εφημερίδα και του λέω περιληπτικά όσα πρέπει να ξέρει. Του ετοιμάζω την κούπα με το νερό και βάζω μέσα άλατα και μουλιάζουν τα πόδια του. Τα τρίβω και τους κάνω μασάζ και ταυτόχρονα του κόβω τα νύχια.

Όταν θα πάνε όλοι για ύπνο τότε αρχίζω κι εγώ να δουλεύω. Πλένω, ξεσκονίζω, σιδερώνω, κάνω δηλαδή όλες τις δουλειές του σπιτιού κάποιες από τις οποίες επαναλαμβάνω το πρωί. Ωραία. Μου μένουν τέσσερις ώρες για να κοιμηθώ. Μόλις παίρνω το μαξιλάρι μου και με παίρνει ο ύπνος, χτυπά το κινητό μου.

«Ποιος;» ρωτάω.

Ακούγεται μια βραχνή φωνή στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου. Είναι η Φωτούλα. Αποφάσισε να χωρίσει οριστικά με τον Θανάση. Με θέλει να περάσω από εκεί το πρωί για να την βοηθήσω να πακετάρει τα πράγματα του. Κλείνει το τηλέφωνο. Γέρνω στο μαξιλάρι μου. Δεν πρόλαβε να με πάρει ο ύπνος και ακούω το ξυπνητήρι μου. Τέλεια. Τέσσερις η ώρα. Φτάνει ο ύπνος. Πρέπει να σηκωθώ.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.