Η πλούσια κι η πλύστρα

Από δώδεκα χρονών, που άφησα το σχολείο, δουλεύω σαν γαϊδούρι. Πότε καθαρίστρια, πότε στα χωράφια και πότε πλύστρα. Είκοσι χρόνια γυρνάω σε πλούσια σπίτια της πόλης και πλένω, απλώνω, μαζεύω και σιδερώνω. Όλες οι πλούσιες κυρίες έχουν να το λένε πως είμαι απ’ τις καλύτερες πλύστρες. Τα ρούχα πεντακάθαρα και τα πουκάμισα κολλαριστά. Κι όποτε με φωνάξουν είμαι στο πόδι.

Πώς να μεγαλώσω άλλωστε τρία παιδιά. Μ’ αυτό τον άντρα που πήγα κι έβαλα στο κεφάλι μου τι να πω. Ζήτημα να δουλέψει δύο μέρες τη βδομάδα. Είναι μπογιατζής μα στη δουλειά του είναι τσαπατσούλης. Και τις ώρες που δεν δουλεύει τις γεμίζει με ποτό, χαρτιά και καθισιό. Ανεπρόκοπος άνθρωπος. Τα πουκάμισα του σχεδόν πάντα έχουν τα μισά κουμπιά ανοιχτά και στον λαιμό του, από τότε που παντρευτήκαμε, κρέμεται ένας χρυσός σταυρός, δώρο δικό μου για τον γάμο μας. Τις περισσότερες φορές άλουστος και καθώς τα μαλλιά του κρέμονται μέχρι τους ώμους του, φαίνεται σαν γύφτος. Με μια αλυσίδα στο ένα χέρι κι ένα δαχτυλίδι στ’ άλλο. Και να ’τανε μόνο αυτά. Απ’ το πρωί που θα σηκωθεί πρώτη του δουλειά η μπύρα και το τσιγάρο. Ακολούθως θα φάει τον περίδρομο. Το πρόγευμά του είναι τουλάχιστο τρία αυγά τηγανιτά και δύο λουκάνικα, μαζί με τη δεύτερη μπύρα. Έπειτα θα ετοιμαστεί για το καφενείο όπου θα πάει δήθεν για να ψάξει δουλειά μα στρώνεται στα χαρτιά και μένει μέχρι αργά τ’ απόγευμα.

Έξι στόματα έχω να ταΐσω. Γιατί εκτός απ’ τους δικούς μου έχω και την αδελφή μου η οποία δεν δουλεύει, είναι όλη μέρα στο σπίτι και τσακώνεται και με τις γειτόνισσες. Η μια άπλωσε τα ρούχα στα δικά της τέλια, η άλλη έβαλε τη γλάστρα στο δικό της μονοπάτι και πάει λέγοντας.

Όταν έφτασε ο καιρός να πάει ο Στάθης μου γυμνάσιο, ο δάσκαλός του ήρθε και με βρήκε. Μου είπε πως το παιδί μου είναι έξυπνο και χαρισματικό κι ότι του εγκρίνανε μισή υποτροφία να πάει σε ιδιωτικό σχολείο. Τα μέτρησα, τα μέτρησα ξανά αλλά δεν βγαίνανε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να δουλεύω περισσότερο. Μακάρι να ’τανε μόνο αυτό. Αφού πήγε στο ιδιωτικό, χρειαστήκαμε τη μία ακριβά παπούτσια, την άλλη ακριβό τζιν και πάει λέγοντας. Και τότε ήταν που άρχισαν και οι προσκλήσεις για πάρτι και για εκδρομές. Κανείς ωστόσο δεν κατάλαβε πως ο Στάθης ήτανε ένα φτωχόπαιδο. Και τότε ήρθε και η πρόσκληση απ’ την κυρία Δαμιανού. Ο Στάθης μου κι ο γιός της είχανε γίνει οι καλύτεροι φίλοι. Η κυρία Δαμιανού με προσκαλούσε να την επισκεφτώ για να γνωριστούμε καλύτερα.

Τέτοια πολυτέλεια κι αρχοντιά όσα σπίτια κι αν γύρισα, δεν ξανάδα. Ένα σπίτι που έμοιαζε με ανάκτορο. Πολυτελείς χώροι, βαριές κουρτίνες, περσικά χαλιά, όλα βελούδο και μετάξι και στους τοίχους παράξενοι πίνακες ζωγραφικής, πανάκριβοι. Ο μπουφές γεμάτος γλυκά κι ο καφές μοσχομύριζε. Καθίσαμε στον τεράστιο μπεζ καναπέ σαν πραγματικές αριστοκράτισσες.

-Λοιπόν κυρία Αλεξάνδρου, πού μένετε εσείς;

Κοκάλωσα. Τι να της πω τώρα;

-Να, κι εμείς στα Βόρεια Προάστια μένουμε. Όχι πολύ μακριά απ’ εδώ. Στη Δροσιά.

Είχα ένα σπίτι στη Δροσιά που καθάριζα κι έτσι μου ’ρθε να της πω στη Δροσιά.

-Πολύ ωραία! Να κανονίσουμε τώρα που γνωριστήκαμε να βρεθούμε και στο δικό σας σπίτι.

-Μετά χαράς.

-Και φαντάζομαι ότι δεν δουλεύετε!

-Εργάζομαι, όχι από ανάγκη δηλαδή, αλλά επειδή βαριέμαι. Όλη μέρα στο σπίτι, τι ζωή κι αυτή!

-Καημένη. Πλήττεις κι εσύ όπως κι εγώ. Από τώρα και στο εξής θα σε παίρνω μαζί μου στα φιλανθρωπικά τσάγια και στις δεξιώσεις που κάνουν οι κυρίες του κύκλου μας. Μα στ’ αλήθεια τι δουλειά κάνεις;

-Να, ο σύζυγός μου είναι δικηγόρος και πηγαίνω τα πρωινά στο γραφείο του.

-Τέλεια! Νομίζω πως θα κάνουμε καλή παρέα.

Σαν επέστρεψα στο σπίτι μου ξέσπασα σε κλάματα. Για πρώτη φορά στην ζωή μου ντράπηκα για την κοινωνική μου θέση και είπα τόσα ψέματα. Και τώρα, τι θα ’κάνω όταν θα έρθει η ώρα που θα έρθει στο σπίτι μου, τι θα ’κάνω.

Πέρασαν μερικές μέρες και ξεχάστηκα. Στο μεταξύ η κυρία Στεφανοπούλου, της οποίας το σπίτι καθαρίζω, θα είχε απογευματινό, φιλανθρωπικό τσάι και με ήθελε να πάω να τη βοηθήσω να περιποιηθούμε τις κυρίες. Τέτοιες δουλειές τις γύρευα γιατί ήτανε ευκαιρία να βγάλω έξτρα χρήματα.

Φτάνοντας, θαύμασα την μπροστινή μεριά του κήπου που ήταν περιποιημένος και το στολισμένο σπίτι. Είχε μαζευτεί όλος ο καλός ο κόσμος. Μπήκα απ’ την πίσω πόρτα, του πλυσταριού και πήγα στην κουζίνα. Εκεί ήτανε οι υπηρέτριες του σπιτιού και τα γκαρσόνια που έφερε η κυρία Στεφανοπούλου. Εμένα, επειδή μου είχε εμπιστοσύνη, με ήθελε να είμαι υπεύθυνη, να επιβλέπω την κουζίνα και το σερβίρισμα.

Αφού οργανωθήκαμε κι άρχισε να φτάνει κι ο κόσμος, τα καναπεδάκια να σερβίρονται και το ποτό να ρέει άφθονο, μπήκα στο σαλόνι να βεβαιωθώ ότι όλα πηγαίνουν καλά. Ακούω ξαφνικά τ’ όνομα μου.

-Κυρία Αλεξάνδρου μου, τι γίνεστε; Κι εσείς καλεσμένη στο πάρτι;

Ήταν η κυρία Δαμιανού. Έχανα το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Τι θα ’κανα;

-Ναι κι εγώ εδώ, ψέλλισα και βιάστηκα να φύγω.

Μόνο που η κυρία Στεφανοπούλου εκείνη την ώρα με φώναξε.

-Αλεξάνδρα μου σε παρακαλώ ρίξε μια ματιά στη κουζίνα, να δούμε πως πάνε οι προετοιμασίες. Ω, βλέπω γνωρίζεστε με την κυρία Δαμιανού. Πηγαίνεις και σ’ αυτής το σπίτι και καθαρίζεις όπως σ’ εμένα;

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.