Το μπαστούνι στο πάτωμα

Ήταν τον καιρό εκείνο που η γιαγιά είχε μείνει βία σαράντα κιλά. Στο γηροκομείο είχε χάσει καμιά δεκαριά κιλά και είχε καταπέσει μέσα σε διάστημα ενός δύο μηνών από την άφιξή της εκεί. Κάθε φορά που την αποχαιρετούσα φεύγοντας από την καθιερωμένη εβδομαδιαία μου επίσκεψη εκεί, ένιωθα πως είναι η τελευταία και γι’ αυτό την αποχωριζόμουν με μια ζεστή αγκαλιά και μια σχεδόν φωτογραφική ματιά.  Αποστεωμένη και κυρτή, βαριανάσαινε τώρα γερμένη στην πολυθρόνα που ακουμπούσε τον τοίχο, δίπλα στην τρίτη κλίνη του δωματίου που μοιραζόταν με άλλες δύο γυναίκες της ηλικίας της. Μια πολυθρόνα από κακής ποιότητας φθαρμένο βελούδο που λες και την είχαν διαλέξει για να βάζει κι αυτή το χέρι της, όπως μπορούσε, στη βαριά ατμόσφαιρα με την καταθλιπτικά φωτεινή ωχρότητα. Όλα φωτίζονταν μ’ ένα κιτρινιάρικο φως, που έλουζε το δωμάτιο είτε άνοιγες το διακόπτη είτε τραβούσες την κουρτίνα, όπως μια ηλιόλουστη μέρα κατεβάζεις τα ρολά κι ανάβεις το φως. Δεν προσδιόριζα τι ακριβώς κι αν έφταιγε αποκλειστικά για τη μελαγχολία που ενέπνεε ο χώρος. Ίσως το κιτρινωπό χρώμα του τοίχου, ίσως τα καφετί παλιομοδίτικά έπιπλα, ίσως η μυρωδιά της αποστείρωσης, ίσως το ψυχρό κατάλευκο πάτωμα κι ίσως πάλι τα μαραμένα λουλούδια στις μικρές φθηνές γλάστρες στο περβάζι.

Το κρεβάτι της γιαγιάς ήταν το μεσαίο, εκτεθειμένο αριστερά και δεξιά στις άλλες δύο ηλικιωμένες συγκατοίκους, εμφανώς πιο εξοικειωμένες με το χώρο. Είχαν προσπαθήσει εξαρχής να την κάνουν να νιώσει οικεία αλλά εκείνη είχε ανταποκριθεί με δυσκολία. Είχε τα λιγοστά πράγματά της ακόμα σε μια βαλίτσα αντικριστά του κρεβατιού της και τη μονόφυλλη ντουλάπα που της αναλογούσε, την άφηνε ακόμα άδεια σαν να επρόκειτο να φύγει από μέρα σε μέρα ή λες και θα ‘μενε εκεί για πάντα, οπότε άφηνε την τακτοποίηση επίτηδες να εκκρεμεί.

Η διπλανή πάντως, από τη μεριά του παράθυρου, έδειχνε να κινείται πιο άνετα στο χώρο και περισσότερο συμβιβασμένη με την κατάστασή της. Μπορούσε και χαμογελούσε χωρίς σοβαρό λόγο και σχολίαζε καθετί με την παραμικρή αφορμή. Είχε στην δική της βελούδινη πολυθρόνα ένα κουβάρι αφημένο με τις βελόνες ετοιμοπόλεμες, στο κομοδίνο της τον καζαμία και πάνω σ’ αυτόν ένα ηλεκτρονικό πιεσόμετρο. Όλα ήταν με τέτοιο τρόπο ακουμπισμένα από την ίδια για να την ξεγελούν, έτσι που να δίνουν την εντύπωση πως είχε πολλά και διάφορα να κάνει για να περάσει την ώρα της.

Τη φορά εκείνη μπαίνοντας βρήκα το μπαστούνι στο πάτωμα και το ακούμπησα πλάι της στο μπράτσο της πολυθρόνας.  Είχα την ελπίδα πως θα της έδινε κάποια αίσθηση αυτονομίας και ασφάλειας, τουλάχιστον βλέποντάς το. Ήθελα κι εγώ να έχω τις αυταπάτες μου. Μόλις με είδε να μπαίνω σήκωσε το κεφάλι και μου χαμογέλασε. Ένα απίστευτα εγωιστικό συναίσθημα με κατέλαβε κι ένιωσα πως έπρεπε πάση θυσία ν’ αποφύγω να γίνω έτσι. Σκέφτηκα μόνο εμένα και πως θα με προστατέψω από τη στιγμή και την περίσταση που με πλήγωνε βαθιά. Της έκανα μια αγκαλιά και βγήκα έξω αφού την καθησύχασα πως θα γυρίσω σε λίγο.

Το μωσαϊκό στους διαδρόμους που διέσχιζα βγαίνοντας, επέτεινε τη μελαγχολία μου. Στον τοίχο αριστερά πρόσεξα μια αφίσα με φτηνή ξεφτισμένη χρυσαφή κορνίζα μ’  ένα ζευγάρι να χορεύει ταγκό. Η γυναίκα της φωτογραφίας είχε κυρτώσει τη ράχη της την ώρα που ο καβαλιέρος την κρατούσε με ασφάλεια από τη μέση, σε μια φιγούρα υψηλής τεχνικής. Διασταυρώθηκα με βιαστικές νοσοκόμες που περνούσαν μιλώντας και χασκογελώντας. Οι διακοσμητικές παρεμβάσεις στους τοίχους που άφηνα πίσω, στο ίδιο ύφος και ειρωνικότατες, με θεματική τον κλασικό χορό και όμορφες νεαρές χορεύτριες σε διάφορα στιγμιότυπα. Η γιαγιά μου δεν όριζε καν το σαγόνι της και κάθε της μπουκιά ήταν υπερπροσπάθεια. Τα χέρια της έτρεμαν και το να διασχίσει το δωμάτιο για ν’ ακουμπήσει στο περβάζι του παράθυρου ήταν άθλος. Μου φάνηκε προκλητικό και ειρωνικό να έχουν επιλέξει φωτογραφίες γεμάτες ζωή. Στη θέση τους θα ’πρεπε να υπάρχουν εικόνες της πιο επονείδιστης δυστυχίας και κοιτώντας τες να καμαρώνεις που ’χεις αξιωθεί να ζεις ακόμα. Παρηγορήθηκα στη σκέψη ότι η γιαγιά μου ποτέ θα διέσχιζε το διάδρομο κι αν ακόμα το έκανε θα ήταν πολύ αφοσιωμένη στο στόχο του να σταθεί όρθια και δεν θα ’χε το χρόνο να δει τις βλακώδεις αφίσες.

Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, τη βρήκα όπως την άφησα και μου χαμογέλασε  αυθόρμητα όπως πάντα. Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά κάτι αγαπημένο στις άλλες δυο γυναίκες και δεν έδωσαν σημασία στην επανεμφάνισή μου. Έφερα από το αυτοκίνητο  το μπλοκ ζωγραφικής με τα προσχέδια πάνω στο θέμα που δούλευα και τα είδαμε ένα προς ένα. Φεύγοντας μου ζήτησε να της το αφήσω και δεν της χάλασα χατίρι. Το ακούμπησε στο μικρό ξύλινο έπιπλο πάνω στο άλμπουμ με τις φωτογραφίες της ορκωμοσίας μου. Ελπίζω να της κράτησαν λίγη παρέα, αφού εμείς δεν μπορέσαμε να είμαστε κοντά της, τουλάχιστον ως φυσικές παρουσίες, όταν πριν λίγες μέρες μας άφησε για πάντα.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.