Το σώμα που την τρέφει

Εκείνο το πρωί ξύπνησα με μια έντονη φαγούρα στη μέση. Ξύθηκα νυσταλέα στα σκεπάσματα κι ο ύπνος με πήρε αμέσως ώσπου πάλι ένιωσα να με τρώει η πλάτη μου ψηλά και τρίφτηκα. Γύρισα ανάσκελα. Η φαγούρα ήρθε πάλι σε άλλο, αυτή τη φορά σημείο. Παραξενεύτηκα και σηκώθηκα. Και τα σεντόνια μου ήταν καθαρά και πριν πέσω είχα κάνει μπάνιο. Κοιτάχτηκα στον ολόσωμο καθρέφτη του δωματίου. Έντονες κοκκινίλες. Μια γλοιώδης διαδρομή, σαν εκείνη που αφήνει το σαλιγκάρι, τις ένωνε μεταξύ τους. Ακολούθησα τα ίχνη σαν από σάλιο και με δυσκολία διέκρινα χαμηλά στην πλάτη μου μια μικρή βδέλλα.

Τα δευτερόλεπτα όσο έστεκα κοιτάζοντάς την, είχαν μια βασανιστική διάρκεια. Σκέφτηκα την ώρα που γυρόφερνε το σώμα μου. Σάστισα. Άρπαξα το πρώτο πράγμα που βρήκα μπροστά μου για να την απομακρύνω απ’ το ωραίο μου δέρμα με κινήσεις βιαστικές και σπασμωδικές. Ξεκόλλησε κι έπεσε από πάνω μου. Ξεπλύθηκα και μετά ασχολήθηκα με το πώς θα έδιωχνα τον αηδιαστικό επισκέπτη. Όταν όμως γύρισα στο σημείο, δεν υπήρχε. Ακολούθησα πάλι τα γλοιώδη ίχνη της που διαγράφονταν καθαρά στο δάπεδο και βρήκα ότι κατέληγαν στο σιφόνι του μπάνιου.

Φώναξα τον καλύτερο ειδικό. Έψαξε κάθε χώρο του σπιτιού, κάθε ύποπτο σημείο. Με διαβεβαίωσε πως δεν έπρεπε ν’ ανησυχώ για το μεμονωμένο περιστατικό. Αν συνέβαινε ξανά, τότε θα ’πρεπε να τον ενημερώσω δίχως αναβολή. Είχα κάποτε ακούσει τυχαία για παρόμοια περιστατικά αλλά πίστευα ότι πρέπει να βρεθεί κανείς στα έλη, στα ποτάμια ή στις λίμνες για να του συμβεί. Εγώ δεν είχαν κολυμπήσει ποτέ σε τέτοιου είδους βρώμικα μέρη ούτε έχω προτίμηση σε παρόμοιες δραστηριότητες. Τι ήθελε λοιπόν, αυτό το βδελυρό σκουλήκι μέσα στην καθαριότητα του ασφαλούς και πεντακάθαρου σπιτιού μου; Χρειάστηκε να πάω πολύ πίσω με τη μνήμη μου για να θυμηθώ τη μία και μοναδική φορά που είχα συμμετάσχει σε μια τέτοια εξόρμηση στη φύση ασυλλόγιστα, χωρίς να φορέσω τα κατάλληλα ρούχα. Άλλωστε δεν ήμουν και μαθημένος σ’ αυτά. Όμως πώς και πού επιβίωσε κι εκκολάφθηκε αυτή η βδέλλα κι ένα περίπου χρόνο μετά αντιλήφθηκα την παρουσία της;

Ξύπνησα πολλά πρωινά από τον τρόμο και την αηδία στην ανάμνηση εκείνου του πρωινού και με ανακούφιση βρήκα το σώμα μου αδειανό από ανησυχητικά σημάδια. Κάθε ανεπαίσθητη φαγούρα ή κοκκινίλα μού φαινόταν ύποπτη κι έψαχνα το σώμα μου απ’ άκρη σ’ άκρη.

Όταν το περιστατικό επαναλήφθηκε μετά από λίγες βδομάδες, ένιωσα ανυπεράσπιστος. Ξύπνησα ωχρός απ’ το φόβο κι από την απώλεια αίματος που μου είχε προκαλέσει. Μάλιστα η βδέλλα είχε σταθεί σ’ ένα σημείο της πλάτης που οριακά έφτανα με το χέρι μου. Μόλις που μπόρεσα και την άγγιξα. Την απομάκρυνα χωρίς να σκέφτομαι αυτή τη φορά την επαφή των δακτύλων μου με το κολλοειδές δέρμα της. Η κίνηση αυτή είχε επαναληφτεί έκτοτε τόσες φορές, που σχεδόν μηχανικά πια την έδιωχνα όποτε την αντιλαμβανόμουν. Αυτό όμως δεν με απάλλασσε από την παρουσία της. Και πάλι ήξερα πως ήταν εκεί κι όταν δεν την ένιωθα.  

Μέσα σε δύο μήνες, επισκέφτηκα κάθε ειδικό κι αντάμειψα αδρά όποιον είχε να μου δώσει μια λογική εξήγηση για το τι μπορεί να έφταιγε. Όλοι μου έλεγαν λόγια παρηγορητικά και μου έδιναν κάποιο καινούριο κάθε φορά φάρμακο για την εξόντωσή της. Μετά από λίγες μέρες απουσίας η βδέλλα πάλι μπερδευόταν στα πόδια μου. Η παρουσία της συνοδευόταν πια από συμπτώματα αδυναμίας στα όρια της εξάντλησης και το άλλοτε ακμαίο μου σώμα τώρα έγινε έρμαιο του ύπουλου κι απρόβλεπτου εχθρού. Οι εμφανίσεις της βδέλλας πύκνωναν με τον καιρό και μάλιστα έφτασε σε σημείο να εμφανιστεί κι εκτός σπιτιού, όταν ένα βράδυ δειπνούσα με συνεργάτες μου. Η βδέλλα ξεπρόβαλε διστακτικά από το μανίκι του σακακιού μου και ήταν σαν να μου ψιθύρισε: «Μην τρομάζεις. Θα με συνηθίσουν κι αυτοί, όπως άρχισες να με συνηθίζεις κι εσύ».

Ο τελευταίος που εμπιστεύτηκα τη γνώμη του, μου είπε κάτι παρόμοιο πριν λίγες μέρες: «Μη προσπαθήσεις να τη διώξεις. Αφού σε διάλεξε πρέπει να μάθεις να ζεις μ’ αυτήν.» Έτσι κι έκανα, γιατί τα λόγια του μου φάνηκαν τα πιο σοφά που είχα ακούσει ανάμεσα σε τόσα. Πέντε βασανιστικούς μήνες έψαχνα, αμφέβαλλα, ήλπιζα, ντρεπόμουν, κρυβόμουν, φοβόμουν.

Η προσπάθειά μου επικεντρώθηκε στο να μάθω να συμβιώνω με τη βδέλλα αφήνοντάς την να με αφαιμάσσει όποτε εκείνη διάλεγε. Συνήθισα το αχόρταγο άγγιγμά της και μάλιστα πολλές φορές τύχαινε να στέκομαι και να κοιτάζω άπραγος, σχεδόν αδιάφορος το αποκρουστικό της έργο. Η βδέλλα θέριεψε. Κάποτε μπορούσα να διακρίνω τα μικρά, κοφτερά και μοχθηρά δόντια της αν σε κάποια σαστισμένη κίνηση του χεριού μου σωριαζόταν ανάποδα στο πάτωμα. Απορούσα με τον εαυτό μου πώς μπορούσα και την παρατηρούσα ψύχραιμος πια.

Επανήλθα στην πραγματικότητα όταν εκμυστηρεύτηκα σε κοντινά μου πρόσωπα την ύπαρξη της βδέλλας. Είδα τον αποτροπιασμό στα πρόσωπά τους. Κατάλαβα ότι εγώ είχα μάθει να ζω μ’ αυτήν, όμως γι’ αυτούς η βδέλλα ήταν πέρα απ’ όσο μπορούσαν ν’ αντέξουν και να καταλάβουν. Δεν ήμουν πια μόνος κι αυτόνομος. Αυτή κανόνιζε το πρόγραμμά μου. Κι εγώ προσαρμοζόμουν πλήρως σ’ αυτό. Είχε για τα καλά φωλιάσει στο σώμα μου.

Είναι καιρός τώρα που δεν μπορώ με τίποτα να την κατευνάσω. Όσο της δίνω, τόσο μου ζητά περισσότερα. Ο μόνος τρόπος ν’ απαλλαγώ απ’ αυτήν, είναι να αφανίσω το σώμα που την τρέφει. Εξάλλου, το ’χει απομυζήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Έχω αποφασίσει, όσο μπορώ ακόμα ν’ αποφασίζω, ότι το τέλος, αυτής της σχέσης θα το αποφασίσω εγώ. Και είναι μέρες τώρα που ψάχνω τον πιο ανώδυνο κι αξιοπρεπή τρόπο να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου.     

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.