ποιήματα 1

Φοβισμένη φύση
(όπως στον Τσέχωφ)


Φώναζαν κότσυφες στους βάλτους
κάτι ζωντανό παραπονεμένα βούιζε
λες και φύσαγε στο άδειο μπουκάλι
στις λακκούβες εμφανίσθηκαν βελόνια από πάγο
και στο δάσος όλα φαίνονταν άβολα, αθόρυβα και νεκρά
την φύση την είχε πιάσει φόβος
τα σκοτάδια πύκνωσαν
μόνο στους κήπους των χηρών
κοντά στον ποταμό
έφεγγε μια φωτιά
δίπλα της δεν φαίνονταν πια οι άνθρωποι.



Των ψυχών μας τα είδωλα

Θυμάμαι το μέρος με το χορτάρι
τα ξεραμένα ξύλα που έκαιαν
τον ουρανό που έριχνε τη νύχτα κομήτες

στην καμπύλη της πλαγιάς
εκεί που το κύμα δεν λέει συγγνώμη στα βράχια
κι ο βυθός γυαλί

έγδερναν το σβέρκο μου οι χαρουπιές εκεί

και στρώναμε χρόνια φιλίας να κοιμηθούμε
ξυπνούσαμε στο χλιαρό των χαλικιών
μ’ έναν αρχαίο φίλο
κι αν δεν είδαμε γύλο να πνίγεται δέκα μέρες
ψαρέψαμε τα είδωλα των ψυχών μας.



Μια τυχαία νύχτα

Θέλω να σηκωθώ απ’ το τζάκι και να μην πάω για ύπνο
να έχουν κοιμηθεί όλοι
να τρέξω έξω μισόγυμνος
να ελευθερώσω όλα τα σκυλιά της γειτονιάς

να βλέπουμε μεσ’ απ’ τη σκοτεινιά τα φώτα ν’ ανάβουν ένα-ένα
οι γείτονες με τα νυχτικά τους να κοιτάζουν ύποπτα πίσω από τις κουρτίνες
σιγά-σιγά να κουρνιάζουν στο αδιέξοδο με τα μουρμουρητά τους

κι απ’ την ταράτσα ν’ ακούσω το τηλέφωνο μου να κτυπά,
ώρα να πάμε για ύπνο.



Το μονάρι της μοναχής


Νοίκιασα το μονάρι σε μια μοναχή απείθαρχη
που πότιζε τους τζίτζικες
και μέσα στα λουλούδια σφύριζε

κι είδε μια μέρα απ’ το μονάρι της
τον ποταμό ν’ ανεβαίνει
έβγαλε τα ράσα τρομαγμένη
είχε μόνο μια κορδέλα στα μαλλιά
κι όταν το νερό έφτασε το παράθυρο
κι οι τζίτζικες καβάλησαν πια βατράχια

γυμνή η μοναχή -με την κορδέλα της- πίσω απ’ το τζάμι
είδε να της χαμογελά ο καρχαρίας
κι όταν το νερό έφτασε το κουδούνι της
και τα βατράχια καβάλησαν πια την ψυχή της
άνοιξε την πόρτα
και βούτηξε μες στο μονάρι της ο καρχαρίας.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.