Τώρα

Αυτήν τη φορά η μετακόμιση κράτησε πολύ. Σκάλωσα μες στα κουτιά. Οι φωτογραφίες τους, αιχμαλώτισαν το βλέμμα μου. Βούτηξαν την μνήμη μου στην ψυχή μου. Ημερολόγια για κάθε έτος. Η ζωή μου αρέσκεται στην έντυπη μορφή της. Κλειδιά εξώπορτας τριών διαφορετικών σπιτιών. Ένα μπρελόκ, δώρο δικό σου. Ένα εισιτήριο του μετρό, απ’ την πρώτη συνάντηση. Μια απόδειξη πολυκαταστήματος. Ένα περιτύλιγμα σοκολάτας. Ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο.

Συνήθως σε κάθε μετακόμιση, ξεμπερδεύω γρήγορα με τα πράγματα του σπιτιού. Τ’ άλλα, αυτά που μιλούν, τα βάζω σε μικρά κουτιά, για να γελάω ή να κλαίω με τις ιστορίες τους. Ό,τι μπει στο κουτί του δεν το πετάω. Έχει διασφαλίσει την αθανασία του κι εγώ τη ζωή μου. Τώρα που βλέπω τα κουτιά θα πρέπει να μετακόμισα πολλές φορές. Απορώ κι εγώ πώς μαζεύτηκαν τόσα. Αφού δε θυμάμαι να έζησα ποτέ το τώρα, που βρήκα τόσες αποδείξεις; Για κάποιο λόγο, η ζωή μου φωλιάζει μέσα τους. Τόσος χώρος έξω δεν τη φτάνει πουθενά. Προτιμά τη χειμερία νάρκη.

Με μια ψυχρή λογική θα πρέπει, είτε να πετάξω κάποια, πράγμα αδύνατον, είτε να τα συμπυκνώσω. Αλλά κι αυτό, αιμομικτικό μου ακούγεται. Μπορώ να βάλω τα κοχύλια του ωκεανού μαζί με κάτι άλλο; Θα βραχεί. Αν είναι σελίδα χαρτιού θα λιώσει. Αν ανακατευθούν τα λόγια τους θα μπερδευτούν οι μνήμες μου. Όμως, όπως είναι τοποθετημένα, ξεκάθαρα, θυμάμαι εκείνη τη μέρα στη θάλασσα. Είχα να σε δω εικοσιεφτά μέρες. Ανυπομονούσα τη στιγμή που θα σε ξανάβλεπα. Την έκανα συνεχώς πρόβα απ’ την ημέρα που σ’ αποχαιρετούσα. Έτσι άντεχα την απουσία σου. Δεν στο είχα πει, αλλά κάθε βράδυ έσβηνα με θαυμαστικό τη μέρα που περνούσε. Έβρισκα διάφορους τρόπους ν’ αφορίζω το χρόνο. Τον έβαζα σε παρένθεση και περίμενα εσένα για να την βγάλω. Όταν γύρισες, πήγαμε στη θάλασσα. Έδειχνες χαρούμενος και εγώ θλιμμένη. Με ρωτούσες συνεχώς γιατί. Απειλούσες να με πετάξεις στη θάλασσα, αλλά δεν μαρτυρούσα το παραμικρό. Τι να σου έλεγα; Ότι μέσα μου μετρούσα αντίστροφα; Αυτή τη φορά, το χρόνο μέχρι να ξαναφύγεις; Ότι ενώ πριν σκεφτόμουν αυτή τη μέρα και η χαρά της μ΄έπνιγε, τώρα που είσαι μπροστά μου, εγώ δραπετεύω στη λύπη της; Έτσι η μέρα εκείνη μπήκε όλη σ΄ένα κοχύλι και την έκλεισα σ΄αυτό το κουτί. Πώς να το πετάξω τώρα; Ν’ ανοίξω το κουτί, να βγάλω το κοχύλι και να το σπάσω; Κι εγώ θα μείνω αράγιστη; Χίλια κομμάτια θα γίνω, σαν τα τζάμια που θρυμματίζονται και μένουν ψεύτικα στη θέση τους. Αν το βάλεις στ’ αυτιά σου, θ’ ακούσεις το κύμα του και τα λόγια της ημέρας. Παρ’ το. Την ακούς τη φωνή σου; Όλα μέσα του είναι και μέσα μου. Αδιασάλευτα.

Στο μεγαλύτερο κουτί έχω βάλει το ταξίδι μου στην Αφρική. Από μικρή το ονειρευόμουν. Έλεγα αποκλείεται να πεθάνω χωρίς να διασχίσω έρημο. Χωρίς ν’ ακούσω τη βουή του Ινδικού όταν καταπίνει τον Ατλαντικό. Θα φτάσω μέχρι τ΄ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας και θα βγάλω όλη μου τη λαχτάρα σε μια κραυγή, που θα σκεπάσει τη βουή των ωκεανών. Είκοσι χρόνια ζούσα γι αυτή μου την κραυγή. Από ένα σημείο και μετά παραληρούσα στην ιδέα της. Ήθελα να πάω μόνη μου. Φανταζόμουν την περίοδο του ταξιδιού, ως τη συναρπαστικότερη της ζωής μου. Απωθημένο, απ’ τις μεγάλες επιθυμίες και τα σπουδαία σχέδια της παιδικής ηλικίας. Τρίτη 3 Μαρτίου 1995, 23.35μμ. Με βία κρατιόμουν δεμένη. Όλη μου η ευτυχία μέχρι την προσγείωση στο αεροδρόμιο του Γιοχάνεσμπουργκ. Μετά τυλίχθηκα με σελοφάν και παρατηρούσα τ’ άγνωστα, χωρίς καμία έκπληξη. Σαν να τα βλεπα σε τριδιάστατη οθόνη του Village cinema, που κάποιες φορές μπαινόβγαινα κι εγώ. Δεν μπορούσα να εξηγήσω αυτό που μου συνέβαινε. Με τιμωρούσαν τα όνειρά μου. Έφτασα στ’ ακρωτήρι με απάθεια που άγγιζε την ασέβεια στον πόθο. Καμία ανάγκη για φωνή που θα κατάπινε τα κύματα. Έσκυψα απλά και μάζεψα κοχύλια. Τα δίπλωσα προσεχτικά για να μην σπάσουν και τα ’φερα στην Ελλάδα κρατώντας τα στα χέρια μου. Κάθε φορά που ανοίγω το κουτί τους, καρφώνω το βλέμμα μου πάνω τους. Είναι η μόνη απόδειξή μου ότι πήγα ως εκεί.

Δεν ξέρω γιατί δεν εγγράφομαι στη ζωή μου, στο χώρο της και στο χρόνο της. Γιατί προτιμώ να βολεύομαι στις μνήμες. Μη μου ζητάς να ξυπνήσω κι ύστερα να διώξω κάτι μεσ’ απ’ αυτά τα κουτιά. Τα ’φτιαξα με μεγάλο τίμημα. Τ’ αντάλλαξα με τη ζωή μου.

Φοβάμαι τη λήθη. Προτιμώ να σου εξαργυρώσω τον μελλοντικό μου χρόνο. Αυτός είναι ασχημάτιστος. Δεν είναι η ζωή μου, είναι απλά ο χρόνος της. Πες μου, πόσο θες απ’ αυτόν το χρόνο. Δεν με νοιάζει. Δεν έχω τίποτα δικό του. Ούτε ένα εισιτήριο, ούτε ένα κοχύλι του, ούτε μία σελίδα του γραμμένη. Είναι μπροστά μου και μπορώ να τον καθυστερώ. Να τον σχεδιάζω. Να νομίζω ότι τον ξεγελώ. Να δραπετεύω όταν φτάνει, για να μην με συναντά κατά πρόσωπο. Να μου αφήνει μόνο τάματα στα χέρια. Και κεριά, για να μην φοβάμαι το θάνατο.

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.