Μπάμπουσκα

Γιορτές. Το λεωφορείο γεμάτο. Συνωστισμός. Χνώτα μπερδεμένα. Πολλοί με δώρα. Στο πλήθος σύρθηκα αθόρυβα. Με σίγουρες κινήσεις τιμωρούσα όσες κρατούσαν μισάνοικτες τσάντες και ηλικιωμένους με κουρασμένα αντανακλαστικά. Δεν ένιωθα οίκτο. Δεν ήταν πιο έξυπνοι όσοι παρίσταναν τους αρρώστους και ξάφριζαν παράδες.

Κατέβηκα απ’ το λεωφορείο στην επόμενη στάση. Μέτρησα τα λεφτά και ξεφορτώθηκα τα πορτοφόλια. Έφταναν για μια βδομάδα. Περιπλανήθηκα στο δρόμο. Χρειαζόμουν ένα διάλειμμα. Κοντοστάθηκα μπροστά σ’ ένα πολυκατάστημα. Τα σκληρά φώτα, το ψεύτικο χιόνι από βαμβάκι, τα γυαλιστερά χαρτόνια με τύφλωναν. Το πρόσωπό μου καθρεφτίστηκε στη βιτρίνα. Οι χαρακιές του προσώπου με τα χρόνια με παραμόρφωναν. Δεν θυμόμουν πότε γέλασα τελευταία. Το τσουχτερό κρύο σιγούρευε αυτήν τη σκέψη. Ακριβά ρούχα στη βιτρίνα για φραγκάτους. «Ουρανοκατέβατες προσφορές για σας και τους δικούς σας»… Κάποιοι στα ουράνια και κάποιοι στο βούρκο.

Με σίγουρο βήμα κατευθύνθηκα στα λυόμενα. Για καιρό παρακολουθούσα από μακριά τις κινήσεις των κατοίκων. Σε κάποια σπίτια έμεναν οικογένειες. Δύσκολος στόχος. Σ’ ένα τροχόσπιτο παράμερα, κατοικούσε μια γριά. Αύριο, σκέφτηκα.

Η κυρά Ουρανία κάθε πρωί κατέβαινε χαμογελαστή, πότιζε τη δάφνη και το βασιλικό, τους μιλούσε. Φορούσε πράσινη ζακέτα με δύο μεγάλα κεντημένα λουλούδια στη δεξιά πλευρά και τη μαύρη, μάλλινη φούστα με τις πιέτες. Το βήμα της βαρύ. Τοποθετούσε προσεκτικά τα στολίδια της στο μεγάλο, ψάθινο καλάθι. Στο κεφάλι της στέριωνε το κόκκινο μπερέ. Στη γειτονιά την έλεγαν «η ξένη», αλλά τα παιδιά την φώναζαν «κοκκινοσκουφίτσα».

Η κυρά Ουρανία διέσχιζε τη λεωφόρο. Κάτω από τέντες της λαϊκής στριμώχνονταν Αρμένιοι, Ρουμάνοι, Αλβανοί και Τσιγγάνοι κι έστηναν την πραμάτεια τους. Χαλιά, κουρτίνες, φτηνά εσώρουχα και τσίγκινα πιάτα. Έπαιρνε θέση σ’ έναν μικρό πάγκο. Έστηνε πέταλα από πηλό κόκκινα και πράσινα, γούρια με την επιγραφή «ευτυχισμένον το νέον έτος». Χιονόμπαλες από μικρά βάζα αραδιάζονταν μπροστά στους περαστικούς, κάρτες και χριστουγεννιάτικες μπάλες.

Από μακριά συλλογιζόμουν: «Μια γριά χωρίς αντίσταση.» Κάποιες ταινίες κι ένα σκοινί έφταναν για να κάνω τη δουλειά μου.

Το επόμενο βράδυ είχε πανσέληνο. Από νωρίς τα φώτα στο τροχόσπιτο είχαν σβήσει, αλλά το φεγγάρι φώτιζε, προβολέας, τον τόπο όλο. Βάδιζα προς το σπίτι, χωρίς δεύτερη σκέψη. Καθώς αντίκρισα ξαφνικά τη γιαγιά ν’ ανοίγει την πόρτα, σάστισα. Δεν είχα προλάβει να καλύψω το πρόσωπό μου και έχωσα τα σύνεργα στην τσέπη.

«Καλησπέρα», μου είπε εκείνη. «Τι βραδιά!» Κοντοστάθηκα αμήχανα. «Την παλιόγρια, μου χάλασε τη δουλειά» σκέφτηκα. «‘Ήταν ανάγκη;» Από την άλλη, μια ευκαιρία για να μπω μέσα. Η κυρά Ουρανία άναψε τα χριστουγεννιάτικα φώτα. Κι όπως βρισκόμουν πίσω της έψαξα στην τσέπη το σουγιά. «Κόπιασε να σε τρατάρω νισαστόν!» Πόσα χρόνια είχα ν’ ακούσω αυτήν τη λέξη! Ποτέ δεν ξέχασα τη γλυκιά κρέμα με ζάχαρη και κανέλα που ’φτιαχνε η μάνα μου όταν ήμουν μικρός. Το μυαλό μου άδειασε. Τα χέρια μου άδειασαν. Ζαλίστηκα. Κοίταξα γύρω μου. Πορτοκάλια με καρύκευμα γαρίφαλο μύριζαν όμορφα και θύμιζαν αληθινό σπίτι. Στεφάνια από κλαδιά με ρόδια. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε κάδρα από κανέλλα. Ένα μικρό εικονοστάσι. Κι ένας αυτοσχέδιος ουρανός, πάνω απ’ το κρεβάτι. Σκόρπια σύννεφα, ένα μισοφέγγαρο στο κέντρο, αστέρια σ’ ακανόνιστα σχήματα.

«Μια φορά κι έναν καιρό», είπε η κυρά Ουρανία, όσο ετοίμαζε το γλυκό, «ήμασταν κι εμείς νοικοκυραίοι. Οι πατεράδες μας οργώνανε τη Μαύρη Θάλασσα κι εμείς με τις μανάδες ψήναμε κερκέλες, φτιάχναμε γλυκό κάστανο και με ζυμάρι πλάθαμε τ’ αστέρια μας. Μαζεμένοι στο τραπέζι μιλούσαμε για τον Πόντο και σαν πέφταμε να κοιμηθούμε ονειρευόμασταν τους Αργοναύτες να φτάνουν στο Βατούμι. Κι όταν χωρίς παπούτσια πήραμε πάλι τους δρόμους της ξενιτιάς, το δρόμο για δω, πάλι έψαχνα τ’ αστέρια. Άπλωνα τα χέρια να τα πιάσω, έγερνα το κεφάλι και τα μέτραγα. Γι’ αυτό με φωνάζουν Ουρανία.» Βούρκωσα. Το χαμόγελο της γιαγιάς μ’ έδενε χειροπόδαρα. Σαν μικρό παιδί ένιωσα γαλήνη. Παραμύθι. «Σκάσε ρε,» έλεγα από μέσα μου και δαγκωνόμουν. Η κυρά Ουρανία πλησίασε κρατώντας ένα αστέρι. «Θα σου δείχνει το δρόμο» είπε και μου το ’σφιξε στη γροθιά. Ξεγυμνώθηκα. «Καλές γιορτές γιαγιά», ψιθύρισα κι έφυγα με δάκρυα στα μάτια.

Νισαστόν: ποντιακό γλυκό
Κερκέλα: ποντιακή κουλούρα

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.