Καταλαβαίνεις;

Δεν έχει ακόμα χαράξει. Η κουβέρτα νωπή. Η υγρασία πιρουνιάζει τα κόκαλά μου. Σηκώνομαι πιασμένος. Τα γόνατά μου κόμπος. Πού να πατήσω; Προσοχή. Γυαλιά παντού. Καδρόνια, πρόκες. Ψάχνω βαθιά στις τσέπες μου. Με το τελευταίο πενηντάλεπτο αγόρασα εχτές ένα μπουκάλι νερό.

Πρέπει να βιαστώ. Αφήνω το κτήριο με το κόκκινο μεγάλο Χ χαραγμένο πάνω του. Η μαύρη μεγάλη σακούλα βαραίνει το δεξί μου ώμο. Στριμωγμένα αυτοκίνητα, πολυκατοικίες με καφετιά στόρια, φτηνά ρούχα απλωμένα σε λεκιασμένα απ’ το καυσαέριο σκοινιά. Αιθίοπες, Σενεγαλέζοι, Μαροκινοί βυθίζουν τα χέρια τους στα σκουπίδια. Μια πετσέτα, ένα κομμάτι ψωμί, ένα πολυφορεμένο σακάκι. Διαμάντια κρυμμένα στη λάσπη.

Κάποτε βρήκα μια φυσαρμόνικα. Την έχω πάντα στην τσέπη του παντελονιού μου. Περπατώ με γρήγορο βήμα. Ανεβάζω παλμούς. Μια γυναίκα με προσπερνά σφίγγοντας στην παλάμη το λουρί της τσάντας της. Το πόστο μου αυτήν την εβδομάδα στο σταθμό του τρένου. Ψάχνω στο σακίδιό μου το παλιό τσουβάλι. Το στρώνω κάτω απ’ τη σκάλα του σταθμού. Χειροποίητα ντέφια, κομπολόγια, βραχιόλια από φλοιούς δέντρων, κουκούτσια καρπουζιών και κέλυφος καρυδιών. Τύμπανα τζέμπε. Τελευταία η μηχανή. Από ξύλινους φελλούς μπουκαλιών και μπαμπού περασμένα με βερνίκι. Δέρματα λεπτά αγκαλιάζουν τους αρμούς της. Το καλύτερο κομμάτι. Αμέτρητα βήματα κάθε τόσο, αρβύλες, γόβες, μπότες ανεβοκατεβαίνουν τα σκαλιά μ’ έναν ακανόνιστο ρυθμό. Γυναίκες ανακατεύουν τα πράγματα, τα περιεργάζονται. Δεν διαλέγουν τίποτα. Νυχτώνει. Ρίχνω ματιές τριγύρω. Η αστυνομία άφαντη. Ένας τύπος πλησιάζει τη μηχανή. Την παίρνει στα χέρια. Χαϊδεύει τη σέλα, το τιμόνι, τις ρόδες. «Πόσο έχει;» με ρωτά. «Τριάντα! Σενεγάλη» του λέω. «Δεκαπέντε» μου λέει κι ανεμίζει τα χαρτονομίσματα μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν έχω άλλη επιλογή. Θέλω απλώς να γεμίσω το στομάχι μου. Την αγοράζει. Τα μαζεύω.

Σε μια στροφή του δρόμου άντρες με κουκούλες κρατούν στο δεξί τους χέρι λοστούς. Χτυπούν κι άλλους. Τρέχω να ξεφύγω. Σκοντάφτω. Ένα χέρι με ρίχνει στο τσιμέντο. «Αράπη» μου φωνάζουν και με φτύνουν στο πρόσωπο. Με χτυπούν. Στην κοιλιά, στην πλάτη, στο στέρνο. Αιμορραγώ απ’ τη μύτη. Το αίμα μου μπερδεύεται με τ’ απόνερα του δρόμου. Κάποια στιγμή σηκώνομαι αργά. Βαστώ τη μέση μου. Ζαλίζομαι. Κουτσαίνω. Ψάχνω τα πράγματά μου. Η μεγάλη σακούλα σκίστηκε. Τα κομπολόγια έσπασαν. Οι χάντρες τους σκόρπιες. Ανυπολόγιστη ζημιά. Τη γεμίζω, όπως-όπως, και τη σέρνω. Στο επόμενο στενό τρεις Αφρικανοί με το πρόσωπο στον τοίχο. Δυο αστυνομικοί με σταματούν. «Χαρτιά» μου λένε. «Όχι καρτιά» απαντώ. Με κρατούν απ’ τα μπράτσα και με σπρώχνουν να περπατήσω. Οι χειροπέδες πληγώνουν τα χέρια μου. Το δεξί μου πόδι, άκαμπτο, σέρνεται στο πεζοδρόμιο. Ξεκολλά η σόλα του παπουτσιού μου. Με τις παλάμες τους μου χαμηλώνουν το κεφάλι και με καθίζουν στο περιπολικό.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται στο «Κέντρο Κράτησης Μεταναστών». Φυλακή… «Πάλι εσύ εδώ;» με ρωτά ο διοικητής Γεωργίου. «Τρίτη φορά;» «Πέντε κρόνια νόμιμος» του λέω. «Όκι ντουλιά, όκι καρτιά.» «Πηγαίνετέ τον μέσα» λέει ο διοικητής στον αρχιφύλακα.

Τρίτο κελί στον πρώτο όροφο. Η αποφορά αβάσταχτη. Φωνές ακατάληπτες, βαβούρα. Το σώμα μου, σαν να σηκώνω τσιμεντόλιθους. Με στοιβάζουν μ’ άλλους εννιά. Οι τοίχοι στάζουν απ’ την υγρασία. Σε κάποιες μεριές φαίνονται μόνο τα τούβλα. Ένας μικρός κάθεται με το κεφάλι στα γόνατα και κλαίει. Παραμιλά σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνει κανείς.

Βγάζω τη φυσαρμόνικα. Τα χείλη μου αφυδατωμένα. Στο στόμα έχω ακόμα γεύση από αίμα. Κάθομαι κάτω. Το αριστερό μου πόδι εξέχει απ’ τα σίδερα του κελιού. Ξεκινώ ένα σκοπό. Στην αρχή αργό. Μετά βραχνός ξεπηδά απ’ τα πνευμόνια μου. Θέλω να ρουφήξω την κάθε νότα. Σαν να ’μαι πάνω στη μηχανή… για δεκαπέντε ευρώ την πούλησα για να ξεχαστεί σκονισμένη σε κάποιο ράφι. Το στέρνο μου πλαταίνει, αναπνέω με δύναμη. Ο ρυθμός γίνεται έντονος, χαρούμενος. Οι νότες με κυριεύουν. Ο μικρός σταμάτησε να κλαίει. Η φυσαρμόνικα γίνεται αεροπλάνο κι εγώ κυβερνήτης. Ντακάρ-Τουλούζη-Καζαμπλάνκα, μέρη πολύχρωμα. Απ’ το κελί της Αθήνας στο Hotel de la poste στο Ντακάρ. Μικρός πρίγκιπας κι εγώ, νέος Εξιπερί. Νιώθω ένα σκούντημα στο αριστερό πόδι. «Σήκω» μου γνέφει ο Γεωργίου. Το κλειδί τρίζει στην κλειδαριά της σιδερένιας πόρτας.

Διασχίζουμε το διάδρομο. Μπαίνουμε σ’ ένα γραφείο. Σκόρπια χαρτιά και στο βάθος δυο σημαίες. Η ελληνική κι αυτή με τ’ αστέρια της Ευρώπης. «Κάτσε» μου λέει. Το κάθισμα της καρέκλας από δερματίνη μου φαίνεται τόσο μαλακό, νομίζω θα βουλιάξω στο πάτωμα. Εκείνος κάθεται απέναντί μου στο γραφείο, πίσω από μια ξύλινη επιγραφή, πιθανώς με τ’ όνομά του. Με κοιτάει χωρίς να μιλά. Σταυρώνει τις παλάμες του. Σηκώνεται. Παραμερίζει την κίτρινη, φαρδιά κουρτίνα με τις καφέ ρίγες.

Ένα πολύχρωμο σκηνικό απλώνεται πίσω μας. «Το βλέπεις αυτό; Είναι θέατρο» μου λέει προφέροντας αργά τη λέξη. «Ταχυδακτυλουργοί, χορευτές, μουσικοί… κάθε μέρα διαφορετική αφίσα. Αυτοσχεδιάζουν. Όλο λέω να πάω. Δεν το παίρνω απόφαση.» Βάζει τα χέρια στις τσέπες και κοιτά έξω απ’ το παράθυρο. «Έλα, παίξε κάτι» μου λέει. Αγγίζω τη φυσαρμόνικα στα χείλη μου. Παίζω κι εκείνος ανάβει τσιγάρο. Περπατά αργά μες στο δωμάτιο. Σταματώ. Δεν έχει νόημα. «Διώξεις, πάει πίσω» του λέω. Κοντοστέκεται. «Ούτε μια ίσια γραμμή δεν κάνω. Κι είπα να βάλω τους ανθρώπους στον ίσιο δρόμο» μου λέει. «Άσπρισα…» Αγγίζει τις δύο σημαίες. «Μια κακοστημένη παράσταση. Καμιά φορά τα βράδια, όταν έχω υπηρεσία, ακούω τον κόσμο από απέναντι να χειροκροτεί. Τα γέλια τρυπώνουν εδώ μέσα. Μ’ εμένα γελάνε» μου λέει χαμηλόφωνα και στρέφει τον αντίχειρα προς το μέρος του. Δαγκώνει τα χείλη. Κατεβάζει το ακουστικό του τηλεφώνου. Παίρνει μια καρέκλα και κάθεται κοντά μου. «Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημά μου;» ρωτά ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Λέμε: η δημοκρατία αυτής της χώρας. Αλλά και: φίλε εδώ δεν χωράς. Ένας τόνος τ’ αλλάζει όλα! Τυραννιέμαι» λέει και στηρίζει τη δεξιά του παλάμη στο γόνατο. Χαμηλώνει το κεφάλι. «Καταλαβαίνεις; Τι να καταλάβεις και συ ρε κακομοίρη» λέει κουνώντας το κεφάλι. Σηκώνεται πάνω. Ρουφά το τσιγάρο του. «Το παραμύθι το ’χεις ξαναδεί. Θα σε κρατήσουμε για ένα μήνα. Θα σ’ απελάσουμε, μ’ ένα εισιτήριο αεροπλάνου χωρίς επιστροφή.» Γυρνά στο μέρος μου. Με κοιτάζει στα μάτια. «Μη φύγεις στ’ αλήθεια απ’ αυτήν την κωλοχώρα. Να καμαρώσω μια μέρα τη φάτσα σου απέναντι.»

Χτυπά η πόρτα του γραφείου. Ένας Αλβανός προβάλλει με χειροπέδες. Τον συνοδεύουν δύο. «Θα τα πούμε» μου λέει ο Γεωργίου και κάνει νεύμα να με γυρίσουν στο κελί. Κοιτώ έξω. Η νύχτα πέφτει όλο και πιο πυκνή στις κεραίες της μεγάλης πόλης. Ο μικρός καρφώνει το βλέμμα στο πάτωμα. Σε λίγο μας φέρνουν ένα πιάτο ρύζι. Τα σκληρά φώτα των διαδρόμων τσούζουν τα μάτια μου. Η κούραση με κυριεύει. Σηκώνω τα μανίκια. Οι μώλωπες απ’ τα χτυπήματα σφραγίζουν με σκούρες αποχρώσεις το δέρμα μου.

Δύο άτομα προσπαθούν να κοιμηθούν πάνω σ’ ένα ράντζο. Το στρώμα τρύπιο και βρώμικο. Γυρίζω στο μικρό. Αίμα τρέχει από τις φλέβες του. «Εντώ!» φωνάζω. Έρχεται ο φύλακας. «Πού το’ χε κρύψει το γυαλί;» αναρωτιέται, χωρίς να διακρίνω καμία σύσπαση στο πρόσωπό του. «Πετάνει» φωνάζω. Να χωρούσα μέσα απ’ τα κάγκελα, να τρέξω, να ζητήσω βοήθεια… Να μπορούσα να τα λυγίσω… Αυτά όμως είναι κρύα και γλιστρούν απ’ τα χέρια μου. Βλέπω το μικρό να χάνει τις αισθήσεις του και το αίμα να ρέει. Οι υπόλοιποι είναι από πάνω του. Ο καθένας στη γλώσσα του προσπαθεί να τον εμψυχώσει. «Βοήτεια» φωνάζω μ’ όση δύναμη έχω. Ο Γεωργίου έρχεται να δει τι συμβαίνει. Ο φύλακας ξεκλειδώνει με αργές κινήσεις. Το κελί με πνίγει. Ο Γεωργίου πλησιάζει το μικρό. Το σηκώνει στα χέρια. «Γρήγορα», λέει. «Ας μη χάνουμε χρόνο». Το σακάκι, το πουκάμισο, η γραβάτα του, γεμάτα αίμα. Το σώμα του βαραίνει. Κηλίδες αίματος λεκιάζουν με ακανόνιστα σχήματα τα πλακάκια του διαδρόμου. Βγαίνουν απ’ την κεντρική είσοδο.

Επείγοντα. Εντατική. Φιάλες αίματος. Θα ζήσει; Καθόμαστε στριμωγμένοι και σκουπίζουμε τον ιδρώτα από την αγωνία. Τα βλέμματά μας διασταυρώνονται κάθε τόσο με απορία, σε μια κοινή γλώσσα. Το χτυπημένο μου πόδι, τα μάτια να καίνε από την αϋπνία, τα ρούχα μου για καιρό άπλυτα. Όλα φαίνονται ένα τίποτα μπροστά στην απόγνωση αυτού του παιδιού. Ακόμα κι αν δεν πεθάνει, ποιος θα το πείσει να ζήσει;

Τη σκέψη μου διακόπτει ο μονόλογος του φύλακα. «Τι μας κουβαλήθηκε εδώ; Βρε δεν πάτε όλοι από κει που ’ρθατε… Κι αυτός… τι θέλει και τρέχει τώρα; Σαν να μη μας φτάνουν κι οι μειώσεις στους μισθούς… Εσένα σ’ έχω πετύχει πολλές φορές» λέει και με κοιτάζει με την άκρη του ματιού του. «Δεν το βάζεις κάτω, ε;» Γυρίζω το βλέμμα μου αλλού για να τον αποφύγω.

Οι ώρες περνούν, αλλά πού να κλείσω μάτι; Οι περισσότεροι κάθονται σιωπηλοί στο πάτωμα. Κάθομαι κάτω κι εγώ, ακουμπώντας την πλάτη στον τοίχο. Τα μάτια μου κλείνουν. Κι αν οι παλμοί μου πέφτουν, η καρδιά μου φτερουγίζει και με ξυπνά. Οι ώρες μέχρι το ξημέρωμα αποχωρίζονται τα δευτερόλεπτά τους αργά, όπως η χαρτορίχτρα τα τραπουλόχαρτά της. Ελάχιστα βήματα ακούγονται στους διαδρόμους. Μόνο το οκνό βήμα του φύλακα δίνει ρυθμό στη σιωπή.

Κάποια στιγμή η κεντρική πόρτα ανοίγει. Δεν έχω τη δύναμη να σηκωθώ και να δω ποιος είναι. Ακούω βήματα στα σκαλιά. Ο Γεωργίου. Δεν φορά τη γραβάτα του. Τα λιγοστά του μαλλιά μοιάζουν πιο άσπρα από πριν κι ανασαίνει γρήγορα. Πιάνει τα κάγκελα του κελιού και στηρίζεται πάνω τους. «Ξεπέρασε τον κίνδυνο» λέει. Κάποιοι δεν καταλαβαίνουν, μπορούν όμως να διακρίνουν τη ζεστασιά της φωνής του. Σηκωνόμαστε πάνω κι αγκαλιαζόμαστε.

Πλησιάζω στα κάγκελα. «Σήμερα, σε αφίσα πρέπει μπει φάτσα σου» του λέω γελώντας. Βγάζω απ’ την τσέπη μου τη φυσαρμόνικα. Αγγίζω τις δέκα τρύπες της, τον κόκκινο, ασημένιο σκελετό της. Απλώνω το χέρι και τη βάζω στην τσέπη του. «Ντεν είναι ντύσκολο» του λέω. «Ντική σου.»

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.