διηγήματα φίλων Κατσαρή Κωνσταντία Θάνατος ανάλατος με μπόλικη ρίγανη

Θάνατος ανάλατος με μπόλικη ρίγανη

Γλιστράς απ’ την κρεμάστρα. Αιωρείσαι. Σε βλέπω απ’ το κρεβάτι και χαμογελώ. Με πλησιάζεις. Τα μανίκια, ο κολλαριστός σου γιακάς… γυαλίζω τα κουμπιά σου, βουρτσίζω το μάλλινο ύφασμά σου. Χαϊδεύω τις ραφές, γλιστράω στη φόδρα. Χαμηλά ένα μικρό κάψιμο από στάχτη, με πράσινη κλωστή ραμμένες οι τσέπες απ’ τη μέσα πλευρά. Καλημέρα!

Μην ανακατεύεσαι με τ’ αλεύρι! Θα μου λερωθείς! Άσε τα φύλλα του δυόσμου… Κάτσε φρόνιμος! Μην μπερδεύεσαι στα πόδια μου… Ν’ ανοίξω το φύλλο πρώτα, να βάλω μέσα τα σέσκουλα, σε λίγο τρώμε.

-Πού μιλάς, Νικολίτσα;

-Εδώ, Ευτυχία, πειράγματα του συζύγου. Καλέ μη φεύγεις, στάσου λίγο στο παράθυρό να σου πει μια καλημέρα κι ο Γιώργος!

Γιώργο μου, χτυπά ο φωτογράφος, κάτσε λίγο ν’ ανοίξω.

-Καλωσορίσατε. Περάστε. Θέλω οικογενειακή φωτογραφία με το γιο μου και το σύζυγο αλά μπρατσέτα.

-Μα αυτό είναι ένα παλτό…

-Για κοιτάξτε καλύτερα, εσείς γραμματισμένος, καλλιτέχνης, τι δεν καταλαβαίνετε δηλαδή; Ο Γιώργος μου ξεκουράζεται πάνω σ’ αυτήν την ξύλινη κρεμάστρα. Ανδριώτης Γεώργιος του Σταύρου, αξιωματικός του τρίτου λόχου της Μεραρχίας Υλικού Πολέμου. Λαμία.

Σε πιάνω αγκαζέ. Κοίτα πώς μας κοιτά αμίλητος ο φωτογράφος... Σφίγγω τα χείλη, σφίγγω τις γροθιές, για να μην σκάσω στα γέλια! Δεν σε προλαβαίνω! Σήμερα σου έραβα τα κουμπιά. Γιατί το πέταξες κάτω το πρώτο δεξιά, να δεις θα μας κάνει παρατήρηση ο φωτογράφος να στηθούμε απ’ την αρχή για τη φωτογραφία. Λοιπόν, άσε τα παιχνίδια ένα λεπτό.

-Ευχαριστούμε κι ακούστε, κύριε φωτογράφε: Με βλέπουν οι γειτόνισσες, πού το σέρνεις το παλτό, κυρά Νικολίτσα, μου λένε. Εσείς βγαίνετε χωρίς τους άντρες σας βραδιάτικα; Τις ρωτάω. Στη γιορτή του δημάρχου έβλεπα χόρευαν τα ζευγάρια βαλς. Λικνίζονταν οι κυρίες, κοιτούσαν στα μάτια τους κυρίους με τα καλογυαλισμένα σκαρπίνια και τα φρεσκαρισμένα πουκάμισα. Ξεδίπλωσα το σύζυγο, τον σήκωσα στα χέρια για ένα χορό. Αρχίσαμε να χορεύουμε στους ρυθμούς, σταμάτησαν, γούρλωσαν τα μάτια, δεν μ’ ένοιαζε παρά μόνο ο σκοπός στο γραμμόφωνο. Γελούσαμε. Σαν να περιπλανιόμασταν σ’ ουράνιο σύμπαν. Απ’ τον καναπέ στην τραπεζαρία προκαλούσαμε ακόμα περισσότερα «α, μα κοιτάξτε, ποιος επιτέλους θα τους πει να σταματήσουν;». Με πλησιάζει η κυρία δημάρχου, μου σφίγγει το χέρι, ανεβάζει το βέλο:

-Είναι μεγάλη η θλίψη σας, όλοι εδώ εκφράζουμε τη βαθιά μας οδύνη για την απώλειά σας, αλλά αυτό είναι ένα παλτό.

-Κάνετε λάθος, καλέ, της απαντώ, τώρα τον έχω κοντά μου. Μαζί κοιμόμαστε, μαζί ξυπνάμε. Ενώ ο δικός σας, ο έρμος, όλο σε ταξίδια και δουλειές. Όταν ήταν στην πρώτη γραμμή και πολεμούσε τους Γερμανούς, δεν τον είχα. Περίμενα γράμματα, μόνο μ’ αυτά ζούσα. Τώρα πια ξένοιασα απ’ αυτές τις αγωνίες. Λένε το θάνατο άγευστο, ανάλατο, σαν μαραμένη τσουκνίδα. Έχετε δοκιμάσει να τον πασπαλίσετε με μπόλικη ρίγανη; Βέβαια, γούστα είναι αυτά. Σε μερικούς η ρίγανη πικρίζει… Σ’ εσάς;

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.