διηγήματα ασκούμενων Γραμμένου Άννα Μαρία Η κασετίνα με τα σοκολατάκια

Η κασετίνα με τα σοκολατάκια

Οι εντολές του πατέρα της από την Αμερική ήταν, φτάνοντας στην Ελλάδα, να επισκεφτεί την αδελφή του, τη θεία Βιολέτα, και όχι με άδεια τα χέρια. Έπρεπε να της αγοράσει μια κασετίνα με τα καλύτερα σοκολατάκια. Από το ζαχαροπλαστείο La Chocola, στην πλατεία Αμερικής, τη λευκή κασετίνα, με το κεφάλι της νεαρής βραζιλιάνας, με τους κρίκους στ’ αυτιά και το turban, πάνω δεξιά, από τη σοκολατοβιοτεχνία της οικογένειας Αραπίδη.

Τα κρατούσε στο χέρι σαν λαμπάδα της ανάστασης, τάμα σε προσκύνημα. Τυλιγμένη σε γυαλιστερό κόκκινο χαρτί και δεμένη με μια χρυσή κορδέλα. Κτύπησε το κουδούνι τρεις φορές και περίμενε. Μετά, ακόμα μία και πάλι περίμενε. Άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η θεία με δάκρυα στα μάτια.

-Κορίτσι μου, καλώς όρισες, πέρασε, πέρασε μέσα, να σε χαρώ.

Έκλεισε την πόρτα πίσω της με μια σπρωξιά κι έπνιξε στην αγκαλιά της την ανιψιά από την Αμερική.

-Θεία Βιολέτα κι εγώ χαίρομαι. Αυτό για ’σας.

Δεν πρόλαβε να προτάξει τα χέρια της με την κασετίνα. Η θεία την άρπαξε στην αγκαλιά της.

-Έλα, να καθίσουμε έξω στην βεράντα, έχει ακόμα καλό καιρό, έλα να μου τα πεις, τι κάνει ο αδελφός μου, η μάνα σου, πες μου τα όλα.

-Ω! μια χαρά, όλη οικογένεια, θεία, all right. Πατέρας μου λίγο γέρος και μαμά μου φωνάζει συνέχεια, Nick no more chocolates, έχεις πολύ ζάχαρη στο αίμα σου.

-Α! δεν προσέχει ο αδελφός μου, το ξέρω. Κληρονόμησε τη γλύκα από τη μάνα μας.

-Yes, θεία και μάμα μου είπε να μην φέρω εδώ τίποτα με ζάχαρη. Αλλά πατέρας μου είπε εμένα που να βρω αυτά τσοκολάτες που πολύ αρέσουν αδελφή του.

-Από μικρή που ήμουν το ήξερε και σαν έφυγε στην Αμερική μου είχε υποσχεθεί να μου στέλνει σοκολάτες.

Η θεία τράβηξε με προσοχή την κορδέλα και άνοιξε το χαρτί περιτυλίγματος. Κοίταξε με δέος την κασετίνα. Χωρίς να την ανοίξει την ακούμπησε στο τραπεζάκι δίπλα της και σηκώθηκε να ετοιμάσει τους καφέδες.

-Μα πότε ήρθες τελευταία φορά στην Ελλάδα, Ευγενία; Νομίζω τότε ήσουν ακόμα στο σχολείο. Τώρα για δες! Έγινες κοπέλα και είσαι και φοιτήτρια.

Πίνανε τον καφέ τους και η κασετίνα παρέμενε κλειστή. Μιλούσαν πότε η μια πότε η άλλη για την υγεία όλων των συγγενών και φίλων.

-Ευγενία, θα έρθεις την Κυριακή πριν φύγεις να πάμε στον εξάδελφο μας τον Γρηγόρη, τον καπετάνιο, που τόσο πολύ θέλει να σε δει. Μην κανονίσεις τίποτα για την Κυριακή.

Η κοπέλα συμφώνησε. Μετά από ώρα σηκώθηκε, αγκαλιάστηκαν ξανά κι έφυγε για το ξενοδοχείο όπου έμενε μαζί με την ομάδα του Πανεπιστημίου της.

Η Βιολέτα, το ίδιο απόγευμα στολίστηκε για να επισκεφτεί την παρέα της. Κάθε Τετάρτη έπαιζαν μπιρίμπα κι αντάλλασσαν πληροφορίες για συνταγές, μόδα, φαρμακευτικές αγωγές, κουτσομπολιά, πολιτική, κηπουρική. Κάθε μία έφερνε μαζί το κατιτίς. Άλλες το ετοίμαζαν σπίτι τους, άλλοτε πάλι το αγόραζαν. Η Βιολέτα άνοιξε το συρτάρι της κουζίνας όπου φύλαγε διάφορα χαρτιά περιτυλίγματος και κορδέλες, έβγαλε ένα σε άριστη κατάσταση και ταίριαξε μια κορδέλα. Τύλιξε με προσοχή την κασετίνα. Ο γιατρός ήταν απόλυτος. «Τίποτα γλυκό ξανά στο στόμα σου αν θέλεις να μην αρχίσεις ινσουλίνες», της είχε πει την τελευταία φορά. Το κρατούσε μυστικό. «Προσέχω την υγεία μου και την σιλουέτα μου», έλεγε.

Έφθασε, όπως πάντα στην ώρα της, και με την κασετίνα παραμάσχαλα στο σπίτι της χήρας του στρατηγού Αμοριανού.

-Χρυσή μου, στις ομορφιές σου και απόψε. Η χήρα Μελπομένη την περίμενε στην είσοδο με ιδιαίτερη χαρά. Έτσι όμως έκανε με όλους. Είχε ένα κύκλο κυριών πρώτης τάξεως. Η συλλογή της ήταν κάθε φορά πλούσια σε εδέσματα και γλυκίσματα.
-Βιολέτα χρυσή μου δοκίμασε την τάρτα σολομού. Την έφτιαξε η Μαίρη του γιατρού ξέρεις. Και μην παραλήψεις την τούρτα με τις φράουλες και μαρέγκα της Ισμήνης.

Η Βιολέτα σοβαρή αλλά εντελώς συντετριμμένη εσωτερικά, τσίμπησε λίγο από το ένα λίγο από το άλλο, αλλά γλυκό δεν έβαλε στο στόμα της. Η κασετίνα έμεινε τυλιγμένη στο σημείο που την άφησε μέχρι την ώρα που έφυγε. Κανείς δεν της έδωσε σημασία.

Την επομένη μέρα η χήρα Μελπομένη επισκέφτηκε την εξαδέλφη της που μόλις είχε βγει απ’ το νοσοκομείο. Πέρασε απ’ το κομμωτήριο κι εκεί ξόδεψε όλο της την χρόνο. Όταν έφθασε το ταξί της, δεν προλάβαινε να πάρει κάτι και για να μην πάει με άδεια τα χέρια, άρπαξε την κασετίνα με τα σοκολατάκια. «Σιγά μην το καταλάβει η Ελπίδα. Μια χαρά είναι η κασετίνα και από τα καλά σοκολατάκια μάλιστα αυτά που θα της πάω», μονολόγησε.

Σαν έφθασε, βρήκε κόσμο στο σπίτι της εξαδέλφης της. Συγγενείς οι περισσότεροι, μέσα στην καλή χαρά για την επιστροφή της Ελπίδας μετά την εγχείρηση της που πέτυχε.

Η χήρα Μελπομένη έδωσε στην γυναίκα που φρόντιζε στην ανάρρωσή της την Ελπίδα, την κασετίνα. Αυτή την άφησε με την σειρά της μέσα στην κουζίνα.

Η Ελπίδα, αφού έφυγαν όλοι, ξεδίπλωσε το χαρτί της κασετίνας και έβγαλε έντρομη μια φωνή σαν είδε τα σοκολατάκια. Αυτή ήταν ίδια με την κασετίνα που της έφεραν το βράδυ της γιορτής του μακαρίτη του άνδρα της. Η ίδια μάρκα σοκολατάκια, εκείνη την μοιραία νύχτα, έστειλε τον λατρεμένο της στην άλλη ζωή. Έτσι τουλάχιστον πίστευε εκείνη. Πως επειδή τα έφαγε όλα μονομιάς, ο λαίμαργος καλοφαγάς, ο γλυκατζής άνδρας της, αυτά έφταιγαν που τίναξε τα πέταλα. Ήταν πειρασμός και τα δέκα έξη, τα άτιμα. Κάθε ένα τους γεμιστό με διαφορετική αμαρτωλή γεύση. Το ένα με λικέρ, το άλλο με πραλίνα, το άλλο με λευκή σοκολάτα ήταν γεμιστό με μαύρη σοκολάτα, άλλο με δαμάσκηνο και άλλο με pate d’amande. Φώναξε τη γυναίκα που ετοίμαζε το φαγητό της εκείνη την ώρα και της είπε, να πεταχτεί μέχρι το κατάστημα των χαρτικών απέναντι να φέρει μια κόλλα περιτυλίγματος. «Διάλεξε την καλύτερη, μια μονόχρωμη. Να, δες! Θέλω να τυλίξω την κασετίνα.

Σαν την έφερε, τύλιξε με προσοχή την κασετίνα, έβαλε και ένα αυτοκόλλητο φιόγκο που έβγαλε από ένα άλλο κουτί που της έφεραν με μια συλλογή μαντηλάκια κεντημένα στην άκρη με μικρά τριαντάφυλλα κι έτοιμο το νέο φόρεμα της κασετίνας.

Το επόμενο απόγευμα την επισκέφτηκε ο οικογενειακός της γιατρός.

-Η κατάσταση σας είναι εξαιρετική κυρία Ελπίδα. Αναρρώσατε τάχιστα. Είμαι πολύ ευχαριστημένος με τα αποτελέσματα των εξετάσεων σας.

-Γιατρέ μου, μου δίνεις τόση χαρά! Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω.

-Αρκεί να προσέχετε λίγο την διατροφή σας και το ζάχαρο σας τώρα πια.

Του υποσχέθηκε παίρνοντας όρκο στην μνήμη του άνδρα της.

Φεύγοντας έδωσε ένα φάκελο στον γιατρό και την κασετίνα με τα σοκολατάκια.

-Να σε γλυκάνω όπως με γλύκανες γιατρέ μου.

-Μα δεν είναι ανάγκη.

-Παρ’ τα γιατρέ μου, γιατί αν δεν τα πάρεις θα τα φάω εγώ και δεν κάνει. Σωστά;

-Σωστά, σωστά, ευχαριστώ και καλό σας βράδυ. Και όπως είπαμε.

Ο γιατρός έφυγε με την κασετίνα στα χέρια του. Την επομένη επισκέφθηκε έναν άλλο καλό του πελάτη. Του έπαιρνε αίμα για τις τακτικές του εξετάσεις και ήταν καλοπληρωτής ο καπετάνιος, αρκεί να τον εξυπηρετούσες.

-Σας προσέχω καπετάνιο μου, δεν έχετε παράπονο.

-Αλλοίμονο, γιατρέ μου και εγώ σας προσέχω.

-Σας έφερα κάτι να σας γλυκάνω, καπετάνιο μου.

-Μα δεν ήταν ανάγκη γιατρέ μου, είπε ο καπετάν-Γρηγόρης και πήρε την κασετίνα απ’ τα χέρια του γιατρού.

Η Κυριακή ήταν μέρα που ο καπετάνιος τραπέζωνε κατά διαστήματα συγγενείς ή φίλους. Τόσα χρόνια στην θάλασσα τους είχε στερηθεί και τώρα στα γεράματα του ότι είχε μαζέψει το έτρωγε σιγά σιγά μαζί τους. Παιδιά δεν είχε παρά μόνο ανίψια. Και των ανιψιών του τα παιδιά, ανίψια του τα ήθελε και τα φώναζε.

Ήρθε η Βιολέτα και μετά από λίγο έφθασε και η Ευγενία, που εδώ μόνο δεν την φώναζαν Jane.

-Καλέ πως μεγάλωσες και εσύ της είπε κατασυγκινημένος ο εξάδελφος του πατέρα της.

-Τι κάνετε θείε! Ο πατέρας μου όλο για εσάς μιλάει.

Φάγανε και του πουλιού το γάλα, όπως έλεγε η Βιολέτα για τα τραπέζια του εξαδέλφου της. Και με το καφεδάκι τους μετά με τις πέντε φουσκάλες και με τα παγωτά τους. Μόνο που εκείνη φρόντισε να πει ξανά πως το δόντι της ήταν για επισκευή την επομένη μέρα και γλυκό δεν μπορούσε να βάλει στο στόμα της. Τόσο πολύ γλυκιά ήταν η ζωή που δεν ήθελε να την χάσει η Βιολέτα και πρόσεχε.

Αργά το απόγευμα η Jane ζήτησε συγνώμη και σηκώθηκε να φύγει. Την επομένη μέρα έπρεπε να ετοιμαστεί για μια εκδρομή στα Μετέωρα και μετά από αυτήν θα επέστρεφε στην Αμερική.

-Ευγενία, να πάρεις κάτι από μένα για τον ξάδελφό μου.

-Θείε, μην κάνετε τίποτα, δεν έχω άλλο space στο βαλίτσα μου.

-Δεν είναι κάτι μεγάλο, ούτε βαρύ, της είπε με σοβαρό ύφος ο καπετάνιος. Ένα τόσο δα μικρό κουτί. Να γευτεί κάτι Ελληνικό ο πατέρας σου.

Της έδωσε την κασετίνα. Τον ευχαρίστησε και γύρισε στο ξενοδοχείο της.

Στην εκδρομή πήρε μαζί την κασετίνα. Όταν ανέβηκαν στα Μετέωρα η Ευγενία εν Ελλάδι και Jane σαν απόδημη, άνοιξε την κασετίνα και μοίρασε τα δέκα έξι σοκολατάκια στους δέκα έξι συμφοιτητές και συνοδούς της.

Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να πάει στον πατέρα της σοκολατάκια και να ακούσει τις γκρίνιες της μητέρας της για το ανεβασμένο του ζάχαρο.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.