Η πλημμύρα

Οκτώβριος 1955. Για βδομάδες αυτή τη φορά, έβρεχε όλη μέρα και νύχτα, μέρα παρά μέρα, νύχτα παρά νύχτα. Δεν προλάβαινε η Φώφη να στεγνώνει τις πάνες της πρωτότοκης της και τις κάλτσες του Γιώργη. Και δεν ήταν μόνο οι κάλτσες και τα παπούτσια, όλη του τη στολή την έφερνε βρεγμένη. Υπηρετούσε στο ΛΓ΄ αστυνομικό τμήμα, στις Τζιτζιφιές, από τότε που γνωρίστηκαν κι έγιναν ζευγάρι. Ήρθε απ' το νησί του, με υπόσχεση ενός χωριανού του, γραμματέα στη Βουλή και μπήκε στη σχολή να γίνει αστυφύλακας, γιατί πολύ το ήθελε, μόλις 19 χρόνων κι ας του έλειπαν δυο πόντοι στο ύψος για να περάσει τα κριτήρια. Άφησε πίσω μάνα χήρα, δύο αδελφές, μικρότερο αδελφό, να περιμένουν απ' αυτόν τις προίκες τους.

-Δεν λέει να σταματήσει, πέφτει συνέχεια, ασταμάτητα, σήκω να ετοιμαστείς, του είπε καθώς νανούριζε το μωρό που μόλις είχε θηλάσει.

-Έχω στεγνές κάλτσες; τη ρώτησε.

-Όλα στεγνά στα έχω, σήκω, νύχτωσε.

Πενήντα μέτρα παρά κάτω βρισκόταν το σπίτι της Φώφης, χτισμένο απ' τα πρώτα στην περιοχή, υπερυψωμένο, μερικά σκαλιά απ' το δρόμο. Όσο και ν' ανέβαινε το νερό, ευχόταν να μην περάσει το κατώφλι τους.

-Αν συνεχίσει και σήμερα, όπως τις άλλες μέρες, θα 'χουμε καταστροφές, πνιγμούς, της είπε ενώ έβαζε το καπέλο του κι άνοιγε την πόρτα να φύγει.

-Μόλις δεις το νερό ν’ ανεβαίνει τα πρώτα σκαλιά, τύλιξε το μωρό και τράβα στην ταράτσα, στο πλυσταριό. Καλύτερα βρεγμένη παρά πνιγμένη.

-Φύγε και μην έχεις εμένα στο μυαλό σου, έζησα μετά την μεγάλη πλημμύρα του ‘34, παιδί 5 χρόνων ήμουν και έζησα.

-Τι έγινε τότε, την ρώτησε και κοντοστάθηκε για να την φιλήσει.

-Το 1934 την άλλη μέρα της Παναγίας, στις 22 Νοεμβρίου, έσπασε ψηλά ο Κηφισός απ' το πολύ νερό που έπεσε. Κλείστηκαν τόσα ρέματα, πού να πάει το νερό! Κατακλύστηκε όλη η περιοχή μας. Τα μεσάνυχτα χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας, του είπε καθώς του σήκωνε το γιακά του αδιάβροχου πάνω απ' την στολή του. Σε λίγο το νερό έφτασε σχεδόν τα δύο μέτρα. Απ' τη θάλασσα ως την οδό Ρήγα Φεραίου κι απ' το ένα ποτάμι ως το άλλο. Το Μοσχάτο είχε γίνει λίμνη. Καταρρεύσανε σπίτια. Βάρκες μετέφεραν τον κόσμο και για δύο τρεις βδομάδες οι άνθρωποι ζούσανε μες στη λάσπη. Μου τα 'λεγε η θεία μου, είχαν πολλές ζημιές, τεράστια καταστροφή. Μέχρι κι ο Μάρκος Βαμβακάρης έγραψε τραγούδι για την πλημμύρα μας, του είπε περήφανα, γιατί είχε ζήσει τα είχε ζήσει όλ' αυτά.

Έφτασε στην υπηρεσία του και ήταν ήδη βρεγμένος, μούσκεμα, αλλά με δύναμη στο βλέμμα και στην ψυχή.

-Άνδρες, τα πράγματα είναι σοβαρά. Έχουμε πάρει εντολή να συνδράμουμε όσο μπορούμε στην διάσωση πολιτών κάτω στις Τζιτζιφιές, είπε μ' αγωνία ο αξιωματικός τους. Τα νερό δεν βρίσκει έξοδο στην θάλασσα, στην περιοχή του ιππόδρομου το σταματάει η τσιμεντένια περίφραξη του.¨ Ήδη εκεί υπάρχουν ζημιές σοβαρές. Θέλω δύο εθελοντές για την βάρκα, συνέχισε με σοβαρό τόνο στην φωνή του.

Στέκονταν ακίνητοι αμίλητοι σοβαροί, περιμένοντας την συνέχεια. Για ποιά βάρκα μιλούσε ο αξιωματικός υπηρεσίας άραγε.

-Έχουμε ήδη έναν εθελοντή, τον Ζέπο τον ψαρά με την βάρκα του, νάτος εδώ στον διάδρομο τον έχω.

-Βάρκα! ψέλλισε ο Γιώργης, γιατί βάρκα;

-Αν δεν ανοίξουν οι πόρτες του ιππόδρομου να φύγει το νερό και να κατέβει η στάθμη του θα έχουμε και άλλους πνιγμούς. Οι σταβλίτες δεν θέλουν ν' ανοίξουν, να μην πνιγούν τ' άλογα τους. Όμως η ζωή των πολιτών είναι η δική μας μέριμνα.

-Γιατί με βάρκα; ξαναρώτησε κάποιος.

-Θα πάτε πιο γρήγορα, παρά τσαλαβουτώντας μέσα στο λασπόνερο. Ο Ζέπος θα κάνει τον καπετάνιο της βάρκας του και οι εθελοντές που θα είναι μέσα, εν ονόματι του νόμου, θα σπάσουν την πόρτα, το λουκέτα με κασμάδες. Ίσως να χρειαστεί να ρίξετε και ένα μέρος της μάντρας.

-Μέσα από την βάρκα… ψέλλισε ειρωνικά ένας δόκιμος.

-Ζητώ εθελοντές γιατί ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Με το που θα ανοίξετε την πόρτα το νερό θα τα τρέξει με ορμή και μπορεί να σας παρασύρει μαζί του.

Κοιτάχτηκαν σιωπηλά μεταξύ τους οι δύο δόκιμοι και μετά ακούμπησαν αμήχανα δίπλα στους παλιούς σαν να ήθελαν να ζητήσουν προστασία.

-Εγώ κύριε υπαστυνόμε πάω, πετάχτηκε ο Γιώργης.

Γύρισαν και τον κοίταξαν οι άλλοι με κρυφό θαυμασμό. Με μωρό παιδί και πάει εθελοντής ο τρελοκερκυραίος.

-Και εγώ πετάχτηκε από πίσω ο Άγγελος, δεν θα αφήσω τον κουμπάρο μου μόνο, του ψιθύρισε στο αυτί.

Εδώ στην υπηρεσία είχαν γνωριστεί και σαν γέννησε η Φώφη είπαν θα γίνουν κουμπάροι, να του βαφτίσει το κορίτσι του.

Είχε νυχτώσει πια για τα καλά. Ο ουρανός ήταν ακόμα θυμωμένος και η βροχή έπεφτε λες και είχε κρυμμένες λίμνες μέσα στα γκρίζα του σύννεφα.

-Έχουμε, ξαναλέω εντολή άμεσα ν' ανοίξουμε τον ιππόδρομο. Φθάνουν συνέχεια εκκλήσεις για βοήθεια. Έχουν ήδη πλημμυρίσει εκεί κάτω…

Μπήκαν στην βάρκα και πίσω τους την έσπρωξε ο βαρκάρης να πάρει λες μπροστά. Έβαλαν μέσα δύο κασμάδες, ένα τσεκούρι κι ό,τι άλλο εργαλείο τους έφεραν.

Έφτασαν πλέοντας μέσα απ' τα δρομάκια της γειτονιάς που άλλες μέρες περιπολούσαν κι έβλεπαν τους κατοίκους να κάθονται στις αυλές τους κάτω απ' τις λεμονιές και τις νεραντζιές πίνοντας τον απογευματινό τους καφέ. Τώρα τους διέκριναν μέσα στο σκοτάδι, σκαρφαλωμένους σε ταράτσες, μπαλκόνια, όσοι είχαν, σε δένδρα οι πιο άτυχοι αγκαλιά με μερικά ζωντανά.

Το ηλεκτρικό κομμένο, σκοτάδι παντού και μέσα σ' αυτό άκουγες και φωνές και κλάματα. Κρατούσαν μερικοί φανάρια λες και μόλις είχαν επιστρέψει με το αναστάσιμο φώς. Πλέοντας, διάβαιναν μέσα από λασπόνερα που είχαν αγκαλιάσει και παρασύρει στον χαλασμό νοικοκυριά ολόκληρα, καρέκλες, στρωσίδια, σκάφες, ξύλα, γλάστρες, σανίδια, κοτέτσια κι ό,τι άλλο φανταστείς έπλεε φοβισμένα δίπλα στη βάρκα τους.

-Πού πάμε ρε Γιώργη, τι βαλθήκαμε να κάνουμε, τους ήρωες; είπε με ψιθυριστά ο Άγγελος στον κουμπάρο του.

-Την δουλειά μας πάμε να κάνουμε, κάτσε να δούμε τώρα πώς θα την κάνουμε, έχεις καμιά ιδέα.

Ο βαρκάρης κατάλαβε την αγωνία τους και φώναξε δυνατά με ηρωική φωνή για να τους δυναμώσει το ηθικό.

-Εσείς θα κάνετε ότι λέει ο νόμος κι εγώ ότι με έχει μάθει η πείρα μου.

-Καλά τα λες καπετάνιο, αλλά εδώ έχουμε πλημμύρα κι όχι θάλασσα, πρόσθεσε ο Γιώργης.

-Μόλις φθάσουμε θα δέσω την βάρκα σ' ένα μαντρότοιχο εκεί δίπλα και σε κάτι ευκαλύπτους δυνατούς.

-Ευκάλυπτος δυνατός! Απόρησε ο Άγγελος.

-…και σε ένα πεύκο δίπλα. Θα πλησιάσετε την πόρτα να κόψετε το λουκέτο και πριν αυτό χαλαρώσει θα σας τραβήξω πίσω.

-Πόσο πίσω; Η δύναμη του νερού θα μας τραβήξει μέσα, τι λες καπετάνιο, απόρησε ο Άγγελος.

-Έχω στο μυαλό μου το σχέδιο. Το ξανάκανε έτσι ο πατέρας μου το '34 πλημμύρα και τότε, είχαμε αφανισμούς ανθρώπων. Έτσι λέτε να με φώναξε ο διοικητής σας, στην τύχη;

Καθώς οι νεαροί θαλασσοπόροι έγραφαν ιστορία μέσα στα λασπόνερα, πέρασε δίπλα τους μια σκάφη, νιαουρίζοντας.

-Ρε συ Γιώργη, είναι δύο γατάκια μέσα.

Ο Γιώργης με γρήγορες κινήσεις γύρισε κι άρπαξε την σκάφη, βούτηξε απ' το σβέρκο τα δύο μαύρα γατάκια και τα 'βαλε στην βάρκα τους.

-Βρε Γιώργη, μαύροι γάτοι στον δρόμο μας, πού πάμε ρε κουμπάρε, είπε ο Άγγελος και κοιτάχτηκαν γελώντας.

Ο βαρκάρης έβγαλε τα ρούχα τους να μην τον εμποδίζουν άλλο, βρεγμένα αυτά κι αυτός μαζί, έμεινε με το παντελόνι και πετάχτηκε έξω απ' την βάρκα. Έκανε όπως είχε σχεδιάσει.

Έσπασαν το λουκέτο. Το νερό όρμησε νωχελικά στην αρχή και μετά από λίγο μ' αχόρταγη δύναμη, μέσα στον ιππόδρομο. Οι τρεις άνδρες κοιτούσαν όσα μαζί μ' αυτό κατέκλυζαν το κενό στο στίβο. Κάθε λογής αντικείμενα και κουφάρια από κάτι άμοιρα ζωντανά κότες, κουνέλια, σκυλιά, κλαδιά, παπούτσια, χαρτόκουτα, λάσπη άμορφη, άσχημη.

-Ευτυχώς ακόμα κουφάρι ανθρώπου δεν πέρασε, φώναξε ο βαρκάρης που σαν μυθικός γίγαντας κρατούσε με τα γεροδεμένα μπράτσα του, τα σχοινά της βάρκας κόντρα στα δένδρα.

Την επόμενη μέρα ξημέρωσε και βρήκε την περιοχή να μετρά τον χαλασμό της, αγκαλιασμένη από λάσπη, καταστροφή, απελπισία.

Ο Γιώργης επέστρεψε τα ξημερώματα και δεν βρήκε την οικογένεια του στο σπίτι. Βρήκε όμως τις λάσπες στρωμένες στα σκαλιά μέχρι μέσα στην είσοδο του σπιτιού. Άκουσε μετά το κλάμα του μωρού και ανακουφίστηκε. Ανέβηκε στο πλυσταριό και βρήκε μέσα κολλημένες την μια δίπλα στην άλλη, την γυναίκα του, το μωρό, την κυρά Μαρία, τα παιδιά της, την γριά Αννίτσα και μια άγνωστη ακόμα γριά.

-Μούσκεμα πάλι έγινες, του είπε με σοβαρό ύφος η Φώφη. Που γυρνούσες μέσα στην βροχή πάλι.

-Μπήκε μέσα το νερό; την ρώτησε με ψυχραιμία ενός ήρωα αδιάφορου για το κακό που αντιμετώπιζε αφού πια το είχε δαμάσει.

-Δεν το περίμενα να μπει μέσα. Ήρθαν οι γειτόνισσες που έχουν δει και δει τα μάτια τους πριν από χρόνια εδώ κάτω και μου είπαν, πως σαν κατέβει με δύναμη το μεγάλο κύμα δεν θα προλάβουμε να βγούμε και πως καλύτερα ν' ανέβουμε από πριν στην ταράτσα. Πήραμε κουβέρτες και το μωρό κι ανεβήκαμε εδώ. Εσύ πως βράχηκες έτσι πάλι;

-Σιγά το βρέξιμο, της απάντησε με ύφος, μέσα σε βάρκα την έβγαλα! Μια χαρά ήμασταν. Κοίτα τι βρήκα!

Άνοιξε την χλαίνη του, έβγαλε από μέσα τα δυο γατάκια που έτρεμαν απ' τον φόβο και το κρύο, πήρε το μωρό αγκαλιά και της είπε:

-Πάμε κάτω τώρα. Ο κίνδυνος έφυγε, τα νερά πήραν το δρόμο τους κι εγώ πεινάω και νυστάζω. Να κοιμηθώ λίγο και θα επιστρέψω πάλι στην υπηρεσία. Μας άφησε πολύ δουλειά πίσω της η πλημμύρα.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.