διηγήματα ασκούμενων Γκότση Γεωργία Τελικά, πέντε λεπτά είναι πολύς χρόνος

Τελικά, πέντε λεπτά είναι πολύς χρόνος

Μπαίνω στο σπίτι. Τρέχοντας. Κλείνω την πόρτα γρήγορα. Βρέχει πολύ έξω. Κοιτάω το ρολόι του τοίχου. Οι δείκτες του γυρίζουν ασταμάτητα και μου λένε πως ο χρόνος περνά και η ζωή μου χάνεται. Κάθε φορά που το κοιτάω, νιώθω πως με κυβερνά και με κυνηγά. Να εξαρτιέμαι από το χρόνο είναι μια άσχημη, απειλητική συνήθεια. Τρεις τα ξημερώματα. Πω, πω, άργησα.

Δουλεύω πρωινή και πρέπει να κοιμηθώ αλλά πώς μετά από ένα τέτοιο βράδυ; Πρέπει να σηκωθώ από τις εφτά για να προλάβω να πάω στη δουλειά στις οκτώ.

Τα ρούχα μου στάζουν, τα μαλλιά μου είναι μούσκεμα, κολλημένα πάνω μου αλλά δε με νοιάζει. Αυτό που αισθάνομαι είναι μαγικό. Ακόμα έχω την υφή των χειλιών του στο στόμα μου, το σημάδι των δοντιών του στο λαιμό μου, το σφίξιμο των χεριών του στο κορμί μου. Αχ, είμαι έτοιμη να χαθώ σ’ αυτό το γλυκό όνειρο που με καλεί και θέλει να με ταξιδέψει σ’ αυτήν τη μαγική διαδρομή. Έρωτας. Τι όμορφη λέξη. Την προφέρω και τρελαίνομαι.

Περπατάω στο δωμάτιο μου. Ο χώρος είναι παγωμένος και κρυώνω. Ανοίγω το διακόπτη του καλοριφέρ. Πήρα μια πετσέτα από την ντουλάπα και σκούπισα τα μαλλιά μου. Τα τύλιξα ψηλά με τη πετσέτα. Έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα και φόρεσα τις ζεστές μου πιτζάμες. Άφησα το ρολόι μου στο γραφείο. Είχε πάει τρεις και δυο λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα. Οι αριθμοί του ηλεκτρονικού ρολογιού μου προχωρούσαν ασταμάτητα. Ήταν το μόνο που δεν είχε βραχεί. Κρυβόταν στο μανίκι της μπλούζας μου.

Πάτησα το κουμπί έναρξης του υπολογιστή. Εκκίνηση των Windows. Καθοδήγησα το ποντίκι με το χέρι μου και το βελάκι έπεσε πάνω στο φάκελο «Μουσική μου». Τον άνοιξα με ένα διπλό, δεξί κλικ. Φάνηκε η λίστα με τα τραγούδια. Επέλεξα το αγαπημένο μου Hurt της Christina Aguilera. Μου άρεσε να κοιμάμαι ακούγοντας μουσική. Πρόσεξα την ώρα, κάτω δεξιά στον υπολογιστή μου. Τρεις και τρία λεπτά και τρία δευτερόλεπτα.

Σηκώθηκα και χάθηκα σ’ αυτό το τόσο ωραίο τραγούδι. Περπατούσα χορεύοντας ως το κρεβάτι. Πήρα στα χέρια το ρολόι – ραδιόφωνο. Ρύθμισα την ώρα στις εφτά για να με ξυπνήσει, στο σταθμό που ακούω κάθε πρωί. Εκείνη την ώρα μεταδίδει τις πρωινές ειδήσεις. Με ξυπνάει θυμίζοντάς μου την σκληρή καθημερινότητα της ζωής μου που ελπίζω ν’ αλλάξει από ’δω και πέρα χάρη στον Πέτρο. Είχε πάει τρεις και τέσσερα λεπτά. Τα δευτερόλεπτα είχαν μηδενιστεί. Ξάπλωσα στο κρεβάτι. Σκεπάστηκα με τις κουβέρτες.
Κοίταξα προς το παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει. Ένα μικρό κενό, των σύννεφων που απομακρύνονταν, μου επέτρεπε να διακρίνω τα λαμπερά αστέρια που πάντα φωτίζουν τα μεγάλα όνειρα μου. Δίπλα απ’ το παράθυρο, έβλεπα το στρογγυλό ρολόι του τοίχου, στο μεγάλο καθρέπτη. Έδειχνε τρεις και τέσσερα λεπτά και κάποια δευτερόλεπτα. Ο λεπτοδείκτης προχωρούσε. Έκανε το δείκτη των λεπτών να πλησιάζει όλο και πιο πολύ στο πέντε.

Χώθηκα κάτω απ’ τα σκεπάσματα κι άφησα ένα μικρό άνοιγμα για να ελευθερώνω την ανάσα μου που ακόμα έπαιρνε μορφή στο κρύο δωμάτιο.

Αγκάλιασα τα γόνατα μου σαν τότε που ήμουν έμβρυο. Σ’ αυτή τη στάση κοιμόμουν από τότε που έμεινα μόνη.

Πριν δέκα χρόνια κοιμόμουν αγκαλιά με την μεγάλη μου αδερφή γιατί φοβόμουν και τον παραμικρό θόρυβο. Μεγάλωσε και μ’ άφησε μόνη στο διπλό κρεβάτι, στο δωμάτιό μας. Μετά από οχτώ χρόνια έμπαινα ανάμεσα στα γερασμένα χέρια της μητέρας μου. Φοβόμουν το μέλλον. Έτρεμα μην την χάσω από την αρρώστια που της παρέλυσε όλο το σώμα. Τη χτύπησε την πρώτη φορά στο στήθος και κατέστρεψε όλα τα ζωτικά όργανα της γυναίκας και της μητέρας. Τώρα ανυπομονώ για τη στιγμή που το κρεβάτι μου κι εγώ θα ζεσταινόμαστε από τον Πέτρο, για τη στιγμή που θα με κυκλώνει η ανάσα του.

Έκλεισα τα μάτια μου. Δε μπορούσα με τίποτα να κοιμηθώ. Το τραγούδι ακόμα δεν είχε τελειώσει. Είχε εξήντα δευτερόλεπτα ακόμα. Έπρεπε να σκεφτώ αυτό που με ηρεμούσε όταν ήμουν μικρή. Το αγαπημένο μου παραμύθι. Μου το έλεγε η γιαγιά κάθε βράδυ. «Ο κουτσοκοκοράκης». «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν», μονολόγησα. Θυμήθηκα τη γιαγιά να μου το διηγείται. Έκλεισα τα μάτια μου και χάθηκα στις εικόνες του παραμυθιού.

Χτύπησε το κινητό μου. Ξεχώρισα τον ήχο του μέσα στο λήθαργό μου. Πετάχτηκα. Το είχα ξεχάσει μέσα στο παλτό μου. Το έβγαλα από την τσέπη. Η ώρα τρεις και τέσσερα λεπτά και πενήντα πέντε δευτερόλεπτα. Στην οθόνη του έγραφε «Πέτρος».

«Πήρα να σου πω καληνύχτα. Δεν πιστεύω να σε ξύπνησα. Εγώ πάντως δε μπορώ να κοιμηθώ μόνος. Δεν έρχεσαι απ’ το σπίτι μου;»

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.