Λαρδούτσου Ειρήνη
Δύο ποιήματα

Ξημερώνει…
… η αυταπάτη της μέρας που γεννιέται και γεννά…


Μηνύματα
Μπήκαν απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο που ‘χα ξεχάσει
κάτασπρα, μ’ ένα χαμομηλάκι στου ράμφους τους την άκρη
Φτερούγησαν και στέγνωσε ο ιδρώτας απ’ το μέτωπο
αυτόν που νόμιζα της ζέστης…
Μα πως το σκέφτηκα;
Χειμώνας ήταν καταχείμωνο
Μπαινόβγαιναν γεμάτα φως μες την ψυχή μου
Χτίζαν φωλιές και τ’ άφηνα
Νόμιζα πως τιτίβιζαν, για τα ταξίδια τους σ’ Αχέροντα και Νείλο
για πτήσεις κατακόρυφες στον ήλιο
και για κρυμμένα όστρακα σε μυστικές σπηλιές
Απ τη Σαχάρα φέρναν ζάχαρη για το σιρόπι των ονείρων
και διάλεγαν φεγγάρια στόφα για παραμύθια
να παίρνει ο κόσμος όψη αλλιώτικη
μιας άνοιξης απρόσμενης
στην ξέγνοιαστη σιωπή μου
Κι έγινε η σκέψη μου φωνή κι αντάλλαγμα
δώρο κι αντίδωρο μιας νέας κοινωνίας
ψίχουλο στραγγισμένο από το στόμα μου στο ράμφος τους
κι ο κόρφος μου φωτιά
κάτω απ’ την κουβέρτα μου την κόκκινη
Στο πλάι έγειρα κι ακούμπησα με σιγουριά πρωτόγνωρη
τόσο που δεν το πρόσεξα πως ήταν οριγκάμι


Leb-i-derya
(τα χείλη της θάλασσας)


Μ’ ένα φιλί
απρόσμενα ξυπνώ μες το σκοτάδι
Φιλί βαθύ, αλμυρό,
γεμάτο του Βοσπόρου φτερουγίσματα κι ανείπωτες πεθύμιες…
Μα πιο πολύ, με όλες σου τις γεύσεις φορτωμένο
Κλείνω τα μάτια, ξάγρυπνη, τη νύχτα να μακρύνω
Έτσι θυμάμαι
κρατιέται ζωντανό ως το πρωί το όνειρο
και γίνεται αλήθεια
Έτσι κι η γεύση μένει ολόκληρη
και τ’ αποτύπωμα ζεστό, χειλιών με χείλη…
Ποιος είπε πως τα όνειρα δε ζουν;
Ίσως αυτός που δεν το μπόρεσε
της θάλασσας τα χείλη να φιλήσει

 

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.