Δώρο άδωρο

Οι νιφάδες έπεφταν η μία πάνω στην άλλη με πυκνότητα, χωρίς καθόλου να χαλάει το αραχνοΰφαντο σχέδιό τους και μαζεύονταν σε αλλεπάλληλα στρώματα χιονιού. Σε λίγες ώρες το χωριό είχε σκεπαστεί από ένα παχύ λευκό στρώμα που έκρυβε κάθε ασχήμια με το χρώμα της αθωότητας. Μετά ήρθε η ξαστεριά. Όλα πάγωσαν.

Ο πρωινός ήλιος διαπερνούσε τα «χατζάρια» που κρέμονταν από τις αστρέχες και καθώς το φώς του διαχεόταν τύφλωνε τα μάτια των περαστικών, όσων τολμούσαν να σηκώσουν το κεφάλι και ν’ αγνοήσουν το παγωμένο στο δρόμο χιόνι που είχε γίνει παγοδρόμιο κι έκανε πολλούς να βρίσκονται ανάσκελα με τα πόδια και τα χέρια ανοιχτά σε στάση παράδοσης ή μουντζώματος.

Μερικοί φοβούνταν να περάσουν κάτω απ’ τα «χατζάρια» μη τύχει και κοπεί κανένα και τους μαχαιρώσει το σβέρκο.

Η Αντιγόνη εκείνη τη μέρα έφτασε καθυστερημένη στο σχολείο. Τα σπίτια ήταν χαμηλά και με ένα τέντωμα του χεριού μπορούσε να αγγίξει τη μύτη από τα «χατζάρια». Δεν εννοούσε να της ξεφύγει κανένα και όχι απλά να τα αγγίζει, αφού τα κράταγε μέχρι η αρχική αίσθηση του παγωμένου στο χέρι της, να μετατραπεί σε κάψιμο και να νιώσει το λιωμένο κρύσταλλο να κυλάει από την παλάμη της μέχρι την κλείδωση του αγκώνα. Εκεί εξατμιζόταν από τη ζέστη του σώματός της. Έτσι έπαιζε όταν είδε την Αγγέλα, «μεγαλοκοπέλα» γύρω στα τριάντα, με το κεφάλι πάντα σκυφτό και τα μάτια χαμηλωμένα, να περπατά βιαστική και μακριά απ’ τις αστρέχες.

Την καλημέρισε. «Καλημέρα» της απάντησε η Αγγέλα, με λειψή φωνή ανασηκώνοντας ελάχιστα τα μάτια, όσο να προλάβει να φωτίσει το τρομαγμένο της βλέμμα η αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα «χατζάρια».

Καθρέφτισμα με τη μοίρα ήταν αυτό για την Αντιγόνη. Εκείνη τη στιγμή πήρε τη μεγάλη απόφαση στο όνομα όλων των κοριτσιών.

Τη βασάνιζαν από καιρό οι σκέψεις για τα έργα της φύσης που τα παίρνουν οι άνθρωποι και τα χρησιμοποιεί κατά πως τη βολεύει.

Ένα τόσο δα πραγματάκι, αόρατο, χρησιμοποιεί τα σώματα για κρυψώνα πότε θησαυρού και πότε αμαρτίας, διαφεντεύει μυαλά και ορίζει πράξεις, κυριεύει και λεηλατεί ψυχές. Η «παρθενιά».

Τι είναι δηλαδή αυτή η «παρθενιά» που είναι τιμή να την έχουν τα κορίτσια μέχρι μια ηλικία, αλλά αν περάσουν τα χρόνια όχι μόνο χάνει την τιμή της, παρά μένει και στα αζήτητα. Δεν ήταν παρά «μια πτυχή του βλεννογόνου» όπως έλεγε η εγκυκλοπαίδεια και όμως την είχαν κοστολογήσει ίσα με τον τρόμο στο βλέμμα της Αγγέλας που τη χάρισε αντίδωρο στη αγάπη του Βασίλη, τόσο λίγη που κράτησε όσο και ο κόπος του να σπάσει το «βλεννογόνο», σιγά τον κόπο δηλαδή. Αραχνοΰφαντος σαν τις νιφάδες του χιονιού. Αν και διάφανος και διαρρηγμένος πια, κατάφερε να συσσωρεύσει πάνω του όλη την κατακραυγή της τίμιας κοινωνίας και έριξε στη μαύρη τρύπα της κατάθλιψης την Αγγέλα.

Έψαχνε, η Αντιγόνη, να βρει αν και τ’ αγόρια έχουν κάτι αντίστοιχο που να κοστίζει τόσο πολύ και να το φυλάγουν «ως κόρη οφθαλμού» για να το χαρίσουν όχι απαραίτητα στην κοπέλα που θ’ αγαπήσουν αλλά σε ’κείνη που θα παντρευτούν. Προίκα κι αυτό μαζί με τα κεντήματα και τα πλεχτά τα κρεμασμένα στην «έκθεση προικός». Μόνο που η παρθενιά δεν κρέμεται άσπρη και σιδερωμένη στο σκοινί, παρά κόκκινη στο τσαλακωμένο από την «πάλη» της γαμήλιας συμφωνίας, χιονάτο και κολλαρισμένο σεντόνι.

Αυτές τις σκέψεις έφερε πάλι στο μυαλό της η Αντιγόνη εκείνη τη μέρα με το παγωμένο χιόνι, τα «χατζάρια» και το τρομαγμένο βλέμμα της γειτόνισσά της. Σαν αστραπή, σα φλάς, ίσως να ήταν και η αντανάκλαση στο βλέμμα της Αγγέλας, πήρε την απόφαση.
Όχι δεν θα επέτρεπε σ’ ένα «άχρηστο» υμένα να καθορίσει τη ζωή της. Δεν θα τον χάριζε σε κανέναν, πολύ δε περισσότερο στον άνθρωπο που θα αγαπούσε. Πολύ φθηνό δώρο.

Σε λίγο καιρό ενηλικιώθηκε. Ήταν καλή μαθήτρια και πέρασε στο πανεπιστήμιο. Άρχιζε μια καινούρια ζωή και ήθελε να τη φτιάξει από την αρχή. Να απαλλαγεί απ’ ότι τη βαραίνει χωρίς μάλιστα να το έχει επιλέξει. Κι αν αυτός που θα ερωτευόταν ήθελε να είναι παρθένα αναρωτήθηκε προς στιγμή μόνο, γιατί αμέσως αποφάνθηκε ότι αν ήταν να την απορρίψει για ένα βλεννογόνο τότε καλύτερα γι αυτήν γιατί δεν θα της άξιζε.

Αποφασισμένη μεν αλλά όχι χωρίς φόβο και λίγη ντροπή επισκέφτηκε και εξήγησε στον γυναικολόγο την απόφασή της, ο οποίος είχε απομείνει κατάπληκτος μα με μια υποψία θαυμασμού στο βλέμμα του, τόση που να μη δίνει και πολύ θάρρος στην Αντιγόνη.
Προσπάθησε, χλιαρά είναι αλήθεια, να την αποτρέψει.

«Θα γνωρίσεις ένα νεαρό, θα τον αγαπήσεις και θα γίνει φυσιολογικά χωρίς βία» της είπε ο γιατρός.

«Όχι γιατρέ είμαι αποφασισμένη, είναι το δώρο μου στις Αγγέλες και το ά-δώρο στους Βασιλάδες» επέμενε και με σταθερά βήματα κατευθύνθηκε στο ιατρείο.

Όταν βγήκε στο δρόμο, όλα ήταν άσπρα. Σήκωσε το πρόσωπό της ψηλά και άφησε τις νιφάδες να υφάνουν στο πρόσωπο της το λευκό σεντόνι της ζωής της.

Θα το έβαφε με τα χρώματα που αυτή θα διάλεγε.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.