διηγήματα φίλων Αναστασοπούλου Ελένη Η χιονάτη και οι επτά νάνοι

Η χιονάτη και οι επτά νάνοι

Την είπανε Χιονάτη γιατί ήταν άσπρη σαν το χιόνι. Το χιόνι είναι άσπρο αλλά και κρύο. Χιονάτος είναι ο άγγελος, χιονάτο είναι και το φάντασμα. Λευκό το νυφικό λευκό και το σάβανο. Λευκή περιστερά ή λευκή αλεπού. Όταν το μικρό κορίτσι άρχισε ν’ ανακαλύπτει τις πολλαπλές έννοιες του λευκού έπαθε μια κρίση ταυτότητας. Με πια απ’ όλες να ταυτιστεί; Δύσκολη επιλογή. Μοιραία λοιπόν κατέληξε να μεταμορφώνεται πότε στη μια και πότε στην άλλη. Για κακή της τύχη όμως, η μανούλα που οι κοινωνικές κατασκευές την έχουν καταδικάσει να υπομένει κάθε παραξενιά των παιδιών της, είχε πεθάνει. Ο μπαμπάς γρήγορα την αντικατέστησε με μια άλλη γυναίκα. Είχε βλέπεις και μικρό παιδί ν’ αναθρέψει και μάλιστα κορίτσι. Η μητριά υπερείχε σε ομορφιά αλλά υστερούσε σε μητρικό φίλτρο, αν κρίνουμε από τις κρίσεις υστερίας που πάθαινε κάθε φορά που η μικρή χρησιμοποιούσε τα ρούχα της για τις μεταμφιέσεις της. Πότε άγγελος, πότε φάντασμα, πότε νύφη, πότε νεκρή, πότε περιστέρι. Και δεν έφταναν όλα αυτά, έβλεπε όλους τους άλλους γύρω να θαυμάζουν το υποκριτικό ταλέντο της μικρής και να προβλέπουν την απαράμιλλη ομορφιά της. «Αυτό μας έλειπε» έλεγε με σφιγμένα δόντια «να ξεπεταχτεί το νιάνιαρο και να μου πάρει τα πρωτεία» Έτρεχε στον καθρέφτη, κι αν ήταν κατειλημμένος από τη μικρή που πρόβαρε τους ρόλους της, κατέφευγε στο καθρέφτισμα της λίμνης για να διαπιστώσει με αγωνία το άψογο είδωλο της. Από την αγωνία της και το άγχος της όλη η λάμψη της έφευγε και πήγαινε κατευθείαν στη μικρή. Έπρεπε ν’ απαλλαγεί όσο το δυνατό γρηγορότερα. Τα κανόνισε όλα. Στον πατέρα της θα έλεγε ότι την έστειλε εσωτερική σ’ ένα ωραίο κολλέγιο στα βουνά της Ελβετίας. Τη βρώμικη δουλειά θα την ανέθετε σε ένα από τα θύματα της γοητείας της. Δεν θα λέρωνε και τα χέρια της βέβαια Εξάλλου μόλις είχε κάνει μανικιούρ.

Έπεισε τον θαυμαστή της να πάει τη Χιονάτη βαθιά στο δάσος και να τη σκοτώσει. Που στέλνεις κυρά μου έναν άνδρα επιρρεπή στη γυναικεία γοητεία με ένα τόσο όμορφο και πολυτάλαντο πλάσμα, στην ερημιά του δάσους! Κάτι οι πεταλούδες που κυνηγούσε η απονήρευτη μικρή, κάτι τα αγριολούλουδα που του χάρισε, κάτι η φωνή της που μιμούνταν το κελάηδημα των πουλιών, πονηρά σκεφτόμενος, αποφάσισε να μη τη σκοτώσει αλλά να την αφήσει στο δάσος βέβαιος ότι θα την ξανάβρισκε όταν θα μεγάλωνε. Εξάλλου δεν κινδύνευε από τον λύκο. Ο δύστυχος είχε την ατυχία να συναντήσει την κοκκινοσκουφίτσα.

Το δάσος όπως ξέρουμε από τα παραμύθια εκτός από λύκους, αλεπούδες, μανιτάρια, και λουλούδια κρύβει μυστικά και ξωτικά. Τα ξωτικά ήρθαν απ’ έξω. Είναι ξένα, επτά, σκούρα, αδύνατα, κοντά και στα τεράστια μάτια τους καθρεφτίζεται ο φόβος των άλλων. Φοβούνται οι έξω τους μέσα και οι μέσα τους έξω. Το φιλόξενο δάσος κρύβει στη σκιά του όλους τους φόβους. Τα ξωτικά μας κουβαλούσαν και έκοβαν όλη μέρα χοντρούς κορμούς, έζεχναν από ιδρώτα και σκόνη, και καμουφλάριζαν το χρώμα τους πίσω από μακριές γενειάδες και μαλλιά. Έτσι εξασφάλιζαν ένα κομμάτι ζωή. Φανταστείτε την έκπληξη τους όταν είδαν ένα όμορφο και μοσχομυριστό κορίτσι να κοιμάται στο καλύβι τους. Για πότε ξυρίστηκαν, πλύθηκαν και ξεβρομίστηκαν ούτε που το κατάλαβαν. Όταν ξύπνησε η μικρή Χιονάτη είχαν φορέσει το πιο γλυκό τους χαμόγελο από φόβο μη την τρομάξουν και τους φύγει. Η μικρή αλεπού μυρίστηκε τη λαχτάρα τους για μια χαρούμενη γυναικεία συντροφιά και την εκμεταλλεύτηκε δεόντως. «Τι δυνατός είσαι» στον ένα, «πόσο γρήγορος είσαι» στον άλλο, « τι ωραία που μαγειρεύεις» στον τρίτο, κατάφερνε να της κάνουν όλες τις δουλειές με προθυμία υπηρέτη και αντάλλαγμα ένα καλό λόγο και μια υποβόσκουσα υπόσχεση. Έτσι μεγάλωνε η Χιονάτη, στα πούπουλα.

Στα πούπουλα η Χιονάτη, στ’ αγκάθια η μητριά. Ο απεσταλμένος της δεν της είχε φανεί πολύ πιστευτός. Η ιδέα της Χιονάτης στοίχειωσε στο μυαλό της. Και το τραγικότερο ο καθρέφτης είχε αρχίσει να της «κάνει νερά». Κάθε φορά που αναζητούσε σ’ αυτόν την επιβεβαίωση της ομορφιά της την έλουζε κρύος ιδρώτας σαν χιόνι. Δεν έβλεπε το δικό της είδωλο αλλά της Χιονάτης. Ήταν σίγουρη ότι ζούσε και βασίλευε. «Δεν είναι να εμπιστεύεσαι κανένα πια» μονολογούσε πετώντας θυμωμένη τον καθρέπτη αλλά όχι με τόση δύναμη ώστε να σπάσει, «πρέπει να πάρω τη μοίρα στα χέρια μου».

Μια και δυο ξεκινάει για το δάσος προς αναζήτηση της μικρής. Δεν άργησε να τη βρει. Την οδήγησαν οι χαρούμενες φωνές των ξυλοκόπων. Βρήκε αφύσικα μεγάλη τη χαρά και το κέφι με το οποίο οι ξυλοκόποι έκοβαν και κουβαλούσαν τους τεράστιους κορμούς των δένδρων. Άρχισε τις μεταμφιέσεις για να μη την καταλάβει η μικρή. Έγινε γυρολόγος και πουλούσε αδράχτια. Η Χιονάτη, δεν είχε ιδέα από γνέσιμο, αλλά μόλις άκουσε τη φωνή του γυρολόγου έτρεξε ν’ αγοράσει την πραμάτεια του. Ιδέα δεν είχε από αδράχτια, όμως είχε αρχίσει να βαριέται τη μονοτονία της καλοπέρασης και την επανάληψη της πανομοιότυπης καθημερινότητας που της πρόσφερε η συντροφιά των επτά ξωτικών. Ήταν τόσο αδέξια και αφράτη που κατάφερε να τσιμπηθεί από το αδράχτι. Το αίμα την τρόμαξε και το πέταξε μακριά πριν προλάβει να τη δηλητηριάσει. Δεν ήταν δα και της μεγάλης προσπάθειας. Έπρεπε η μητριά να βρει κάτι λιγότερο κουραστικό από το γνέσιμο και περισσότερο δελεαστικό για την καλομαθημένη Χιονάτη. Ντύθηκε γριά. Ποιός αμφισβητεί τη σοφία και τις καλές προθέσεις μιας γιαγιούλας. Είχε ένα καλάθι γεμάτο σημαδεμένα και μαραμένα φρούτα. Ανάμεσα τους ξεχώριζε ένα κατακόκκινο και γυαλιστερό μήλο. Η Χιονάτη που δεν ξέρει ακόμη πως «ότι γυαλίζει δεν είναι χρυσός», άρπαξε το δηλητηριασμένο μήλο και έβαλε με βουλιμία μια μεγάλη μπουκιά στο στόμα της. Τελευταία οι φίλοι της οι ξυλοκόποι δεν της πηγαίνουν το πρωινό στο κρεβάτι, με αποτέλεσμα να πεινάει αφού βαριέται να φτιάξει κάτι μόνη της. Η γριά-μητριά βιάστηκε να πανηγυρίσει την επιτυχία της και της ξέφυγε ένα σαρδόνιο γέλιο. Η Χιονάτη συνηθισμένη στη μασημένη τροφή και τρομαγμένη από την αποκάλυψη της μητριάς, στραβοκατάπιε. Το μήλο σφηνώθηκε στο φάρυγγα και της έκλυσε την αναπνοή. Όχι τόσο που να μη μπορεί ν’ αναπνεύσει παρά μόνο όσο για να νιώσει μια μικρή τάση λιποθυμίας. Αυτό κι αν είναι τύχη. Αφενός δεν θα πέθαινε από την άλλη της δινόταν η ευκαιρία να καταστρώσει ένα σχέδιο. «Θα παραστήσω την πεθαμένη. Έτσι θ’ απαλλαγώ από τη μητριά και θα τιμωρήσω τους εφτά φίλους μου που τελευταία με αγνοούν. Όταν κλάψουν αρκετά και βεβαιωθώ για το ενδιαφέρον τους θα τους φανερώσω το μυστικό μου. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια». Έτσι κι έγινε. Οι εξ ανάγκης αφελείς ξυλοκόποι, την έντυσαν στ’ άσπρα, την έβαλαν σ’ ένα λευκό φέρετρο και πλάνταξαν στο κλάμα από τις ενοχές και τον πόνο της απώλειας. Η μικρή απολάμβανε την κυριαρχία της.

Στο μεταξύ η επιρροή της μητριάς πάνω στον άντρα της είχε μειωθεί μαζί με τη φρεσκάδα και την ομορφιά της. Το κακό δεν έρχεται ποτέ μόνο του. Το θαμμένο πατρικό ένστικτο, επιτέλους ξύπνησε από τη γυναικεία νάρκη που είχε υποπέσει, κι άρχισε ν’ αναρωτιέται για την τύχη της κόρης του: «πόσα χρόνια κρατάει πια αυτό το κολλέγιο». Αποφάσισε να στείλει το πρωτοπαλίκαρο του να παρακολουθήσει τη γυναίκα του στο δάσος. Ευτυχώς έφτασε έγκαιρα. Ο νεαρός ήταν πολύ όμορφος και η Χιονάτη δεν άντεχε να παριστάνει άλλο τη νεκρή. Το παλικάρι φόρτωσε το φέρετρο στο άλογο και ξεκίνησε για το παλάτι. Λίγα μέτρα από το σπίτι των ξυλοκόπων, πριν ακόμη σβήσουν οι θρήνοι τους στο πυκνό δάσος και έχοντας εξασφαλίσει την διατήρηση της φήμης της, τουλάχιστο όσο θα ζούσαν οι εφτά φίλοι, η Χιονάτη έβηξε. Το μήλο πετάχτηκε επιτέλους και απελευθέρωσε το στόμα της. Έκπληκτη και αθώα σαν «περιστερά» εξιστόρησε την περιπέτεια της και μάγεψε τον όμορφο νεαρό.

Οι γάμοι τους έγιναν με μεγάλη λαμπρότητα και επειδή η ευτυχία δεν δικαιολογεί μικροψυχίες, τιμώρησαν την μητριά σπάζοντας όλους τους καθρέφτες της.

Κι έζησαν αυτοί καλά, ήσυχοι ότι έκαναν το χρέος τους στη ζωή και άφησαν παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές αρκετή δόση αφέλειας, πονηριάς, ματαιοδοξίας και βλακείας.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.