διηγήματα φίλων Αναστασοπούλου Ελένη Μονοσύλλαβη περιφρόνηση

Μονοσύλλαβη περιφρόνηση

Κάθεται δίπλα μου και νιαουρίζει. Σε κάθε ανατάραξη του αεροπλάνου η κοπελίτσα της μεσαίας θέσης, γέρνει στην αγκαλιά του αγαπημένου της τρίβεται και γουργουρίζει. Η φωνή της αεροσυνοδού στην πτήση Αθήνα – Ρώμη μας προειδοποιεί. «Signore e signori il volo stara turbato…»

Γέρνω το κεφάλι μου στο παράθυρο. Κλείνω στα μάτια μου το μαύρο οβάλ του τζαμιού. «Τουρμπάτο που πάει να πει ταραγμένο, αναστατωμένο.»

Τα ουρλιαχτά ξεσκίζουν το φράγμα της νύχτας. Χύνονται στη στέγη. Τρέχουν, ανάμεσα στα κεραμίδια κι όλα μαζί στριμώχνονται στην υδρορροή. Κατρακυλούν και πνίγονται στο χώμα. Τα κατάπιε η γη. Αχόρταγη, αρχίζει πάλι το γουργουρητό. Τρέχω στο παράθυρο. Τραβώ το πλεχτό κουρτινάκι, πεταλούδα Νο 40. Η μαμά μου τρέχει στην αυλή. Το ξύλο εκτοξεύεται απ’ το χέρι της με κατεύθυνση τις δύο γάτες που τώρα βρίσκονται πάνω στο πεζούλι. «Τουρρρμπάτα» λέει και το ρο αναταράσσεται ανάμεσα στα σφιγμένα δόντια της. «Μαμά τι κάνουν οι γάτες;» «Βγάζουν τα μάτια τους» εξηγούσα στις φίλες μου κάθε φορά που ακούγαμε γάτες να ουρλιάζουν.

Το ασπρόμαυρο φιλί γεμίζει την οθόνη της τηλεόρασης. Η βελόνα της γιαγιάς έχασε το δρόμο προς το πλεκτό της. Τα μάτια της σκαρφάλωσαν το σκελετό των γυαλιών της και κοιτάζουν λαθραία το σφιχταγκάλιασμα. «Γιαγιά όταν βλέπω να φιλιούνται στην τηλεόραση κάτι παθαίνει το πουλάκι μου». Η επτάχρονη διαπίστωσή μου προκαλεί αναταράξεις. Η μαμά τρέχει γρήγορα από την κουζίνα, «κάθεσαι και βλέπεις όλες τις αηδίες μαζί με το παιδί» λέει, στα βλάχικα, στη γιαγιά κι η γιαγιά βιάζεται να βρει τον πόντο που ξέφυγε απ’ τη βελόνα του πλεξίματος. Μετά κλείνει την τηλεόραση και μουρμουρίζει προς την κυρία της τηλεόρασης -Ίσλα τη λέγανε- με κείνο το γνωστό ρο να χτυπάει τα σφιγμένα δόντια της, «τουρρρμπάτα».

Τετάρτη και Σάββατο μπάνιο και λούσιμο. Το μεγάλο νάιλον στρωμένο επάνω στο χαλί, τα ρούχα ζεσταίνονται κοντά στην ξυλόσομπα, η μεγάλη λεκάνη στη μέση, δίπλα το σαπούνι και η κατσαρόλα με το ζεματιστό νερό. Αρχίζει με τον αδερφό μου. Πρώτα το κεφάλι. Αντανακλαστικό σφίξιμο ματιών μέχρι να δούμε αστράκια. Από τότε το τσούξιμο στα μάτια έχει χρώμα λευκό, καμιά φορά και πράσινο. Η ντροπή πριν ακόμη πάρει χρώμα, είχε αίσθηση. Ήταν κρύα. «Ντροπή να σε βλέπει ο αδερφός σου. Μεγάλωσες. Θα κάνεις μπάνιο στο ντους της τουαλέτας…» η τουαλέτα στην άκρη της αυλής «…και θ’ αλλάζεις το βρακί σου κάθε μέρα.». Κάθε βράδυ έλεγχος, «άλλαξες βρακί; πλύθηκες καλά από κάτω; με σαπούνι». «Το γιό σου γιατί δεν τον ρωτάς;» θύμωνα. «Αυτός είναι άντρας, δεν μυρίζει. Το γυναικείο βρωμάει». Από τότε η ντροπή απέκτησε χρώμα και το «από κάτω» μου μυρωδιά από χρώμα. Λευκή, όταν το σαπούνι ήταν από ελαιόλαδο, πράσινη αν ήταν από πυρηνέλαιο. Κάθε άλλη μυρωδιά μου χτυπούσε καμπανάκι και μ’ έστελνε στο μπάνιο. Το έπλενα, ξανά και ξανά, χωρίς να το κοιτάζω. Ανώνυμο κι αόρατο. «Κλείσε τα πόδια σου… κατέβασε τη φούστα σου… φαίνονται όλα από κάτω.» Ο τοπικός προσδιορισμός είχε γίνει συνώνυμο του απαγορευμένου. Την ίδια στιγμή το «από κάτω» των αγοριών όχι μόνο ήταν ανάμεσα σε πόδια με ορθάνοιχτη θέα αλλά είχε όνομα και μυρωδιά. «Είναι άντρας με αρρρχίδια. Μυρίζει βαρρρβατίλα.» Από τότε στο άκουσμα της λέξης αρχίδια το ρο χτυπούσε ανάμεσα στα θυμωμένα δόντια μου. Τα ρουθούνια μου γέμιζαν μ’ όλες τις μυρωδιές που τέλειωναν σε –ιλα.

Μέχρι που ο έρωτας απέκτησε τη μυρωδιά του αγαπημένου μου κι έκανε ανάμνηση κάθε άλλο χρώμα κι οσμή. Κι έγινε το καμπανάκι για να μένουν οι αισθήσεις μυρωμένες κι ο κόσμος χρωματιστός. Πεύκο και φτέρη. Και τα δόντια μου δεν ήταν πια θυμωμένα κι άφησαν το ρο να βγει απ’ το χαλαρωμένο άνοιγμα τους κι όλα τα φωνήματα του ερωτικού αλφάβητου.

Ήταν Καθαρή Δευτέρα και δεν είχε άλλο λεωφορείο για το χωριό. Γυρίζαμε απ’ το νοσοκομείο. Της έκοψαν το πόδι. Της θείας μου. Έλεγε κι αυτή το «τουρρρμπάτα» με το ρο να στριφογυρίζει στο στόμα της. Πάντα όμως συμπλήρωνε «άναψι το μνι». Μονοσύλλαβη περιφρόνηση στη μονοσάνταλη ζωή της. Μονολεκτική απόρριψη και του αντρικού γεννητικού οργάνου. «Πάρρρου» με το ρο να στριφογυρίζει στο στόμα της. Στο τέλος το έφτυνε με απέχθεια. Πάρου, παλούκι δηλαδή. Το ένα μικρό, ανώνυμο, αόρατο. Τ’ άλλο επιθετικό, επιδεικτικό, κυρίαρχο.

Η μαμά μου με τράβαγε απ’ το χέρι. Πηγαίναμε προς το κέντρο, νύχτωνε κιόλας, η μέρα μικρή. Ήταν η πιάτσα των ταξί. Αγοραίον. Πετάχτηκαν απ’ το στενό. Ήταν καμιά δεκαριά. Κρατούσαν στα χέρια τους πήλινους φαλούς. Μεγάλους, μεγαλύτερους πολύ μεγάλους. «Μπρε, μπρε του μπουρανί κι τς Χαλάτσινας του μνι» τραγουδούσαν όλοι μαζί. Ένας, είχε ντυθεί φαλός. Μπεζ ολόσωμη φόρμα, στο κεφάλι κόκκινη κουκούλα σαν της κου κλουξ κλαν. Απ’ το τελείωμά της εξείχε ένα λάστιχο και πιτσιλούσε γύρω γύρω κρασί. Μας περικύκλωσαν. Η μαμά μου, ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί. Εγώ, Ελένη στη χώρα των θαυμάτων, έβλεπα να γιγαντώνεται μπροστά μου με σάρκα και οστά, με φωνή και λόγια ότι μέχρι τότε ήταν ανώνυμο, αόρατο και τρομερό.

«Ένα μουνί στην κερασιά κι ο πούτσος από κάτω, πέντε μετάνοιες έκανε, μουνί κατέβα κάτω…» και δώσ’ του να προσκυνούνε μπροστά μας. Εμείς στη μέση. Όπως ακριβώς στα εικονογραφημένα Μπλεκ που έκλεβα απ’ τον αδερφό μου.

Οι Ινδιάνοι με χρώματα στα πρόσωπα και στα σώματα χορεύουν και ουρλιάζουν γύρω από ένα τοτέμ. Άλλοτε το πλησιάζουν απειλητικά κι άλλοτε, με δέος, το προσκυνούν.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.