Ήταν όλοι τους εκεί

Ο Παπά Μιχάλης. Σεβάσμιο το πρόσωπό του, ιερό από εκείνα που σήμερα αναζητάμε ως πρότυπα του ήθους που η εκκλησία πρεσβεύει. Αγέρωχη μορφή, λίγα λευκά μαλλιά, με το κοτσάκι του ιερέα στο σβέρκο να καθορίζει τη φυσιογνωμία του. Γλυκομίλητος άνθρωπος, έτοιμος να συμβουλεύσει, ν’ ακούσει, ν’ αστειευτεί μα πάνω απ' όλα να συνδράμει. Ο παπάς μας που έλεγε η προηγούμενη ελληνική κοινωνία. Οικογενειάρχης, οργανωτικός και συνεπής, πατέρας έξι παιδιών για τα οποία έδωσε την ψυχή του και ό,τι είχε ως περιουσία του. Σύζυγος της αρχόντισσας Σιώτη Πηνελόπης και παθολογικά σύντροφός της σ’ ό,τι εκείνη πάντα με τη λογική και το συναίσθημα αποφάσιζε. Μετρίου αναστήματος και τεράστιου βεληνεκούς ως προς τις ικανότητες του μυαλού και της ψυχής κυρίως γεννημένος τον προηγούμενο αιώνα ανήμερα της Παναγίας.

Πηνελόπη, η πρεσβυτέρα. Λεπτεπίλεπτη και ευλογημένη να χαρίζει από τη χαρά που πλημμύριζε την ψυχή της. Αλαβάστρινη θαρρείς, κούκλα της εποχής της, καρτερική, συνετή, μορφωμένη, παιδαγωγός σε όποιας ηλικίας ενδιαφερόμενο, κυρίως όμως μάνα στα έξι παιδιά της, γεννημένα υπό της φτερούγας του Υψίστου, μια και η ίδια, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της πραγματικότητας, δυσκολευόταν να καλύψει έστω και για καλό σκοπό την αλήθεια, υπηρετώντας με νύχια και δόντια τη δύναμη της αγάπης, της οικογένειας, της πίστης, της καρτερίας και της υπομονής. Βασικό στοιχείο του χαρακτήρα της, η πίστη και εμπιστοσύνη στο Θεό και στον άνθρωπο. Μεγαλωμένη στις επόμενες του συνηθισμένου συνθήκες πατρογονικής οικογένειας, δυσκολευόταν να παραβεί τις συνήθειες του χθες και να υποδουλωθεί στην μετριότητα εποχής της. Έτσι έμοιαζε ελαφρά ονειροπόλα ή δημιουργός ενός δικού της κόσμο που λάμβανε σάρκα και οστά υπό την αιγίδα της άνοιας που είχε χτυπήσει την πόρτα της.

Το ρολόι της εκκλησίας υπενθύμισε ότι η ώρα φαγητού έφθασε. Η μικρή κουζίνα έσφυζε από κυριακάτικες ετοιμασίες. Πολύ καιρό το αρχοντικό είχε κατεβασμένες τις σκούρες κουρτίνες στα παραθύρια του μα σήμερα το κουδούνισμα της εξώπορτας έκανε το συρτό βάδισμα της Λενιώς πιο σύντομο και το τράβηγμα του σκοινιού ενεργοποίησε ξανά την κλειδαριά ανοίγοντας τη βαριά ξύλινη πόρτα που και αυτή την φορά έτριξε ανατριχιαστικά. Χρόνια τώρα η παπαδιά, έτσι καταλάβαινε τον ερχομό ενός ακόμα καλεσμένου της. Σήμερα περίμενε μόνο τα παιδιά της. Έτσι έλεγε και ξαναέλεγε από το πρωί.

Από καιρό είχαν σταματήσει οι επισκέψεις. Συγκεκριμένοι άνθρωποι κτυπούσαν το κουδούνι από τότε που εκείνη βυθίστηκε στο δικό της κόσμο.

Λεπτοκαμωμένη, με λευκά μαλλιά, μαζεμένα κότσο και στα κενά τους το πολυκαιρισμένο δέρμα, λευκό κι αυτό και εύθραυστο. Γυναίκα αερικό, κέρινη κούκλα μπαινόβγαινε από το ένα δωμάτιο στο άλλο του ίδιου ορόφου μονολογώντας. Τα σκαλιά ήταν απαγορευμένα για εκείνη πια. Άλλωστε δεν ήθελε να ενοχλεί και τον παπά της. Εκείνος ήθελε την ησυχία του και μόνο εκείνη μπορούσε να την επιβάλλει στο πολυσύχναστο σπιτικό της, ακόμα και σήμερα. Παλιότερα στα νιάτα της ήταν δασκάλα, αλλά και μάνα για όλους στο νησί. Στην ποδιά της μεγάλωσαν γενιές, γέλασαν, έκλαψαν, έμαθαν.

Μετά αφήνεις τις αγάπες σου να φύγουν, να ταξιδέψουν, έτσι έλεγε, και περιμένεις να γυρίσουν κοντά σου.

Και γύρισαν κοντά της, έτσι τουλάχιστον πίστευε. Όπως μπορούσε ο καθένας, σαν υποχρέωση, σαν ανάγκη; ποιός ξέρει.

Το φαγητό άχνιζε. Κοκκινιστό με μακαρόνια. Άρεσε σε όλους αυτό το φαγητό όπως και οι ντομάτες οι γεμιστές, αλλά βλέπεις ήταν Κυριακή σήμερα και είθισται το κρέας στο σπίτι μας, λες και μονολόγησε ο παπά-Μιχάλης, κάνοντας την παπαδιά να χαμογελάσει μετά από καιρό μέσα σε ένα ολόλευκο σύννεφο μνήμης.

Ήταν όλα τα παιδιά της εκεί, ανεξίτηλες φωτογραφίες. Μεγάλα πια, και τα εγγόνια μεγάλα και τα παιδιά των εγγονιών της σχεδόν άγνωστα. Τους κοίταζε σαν να ξεφύλλιζε προηγούμενες ημέρες ζωής της. Γι’ αυτό μάλλον δεν γνώριζε και τους μισούς, Ήταν καινούργια πρόσωπα, δεν τα ταχτάρισε, δεν τα μύρισε. Ο παπάς της, την μάλωνε συχνά-παπαδιά μου, έλα κάνε μια προσπάθεια, η Ελενίτσα μας είναι αυτή, της Μαρίτσας, δεν θυμάσαι που την βάφτισα στον Αϊ – Νικόλα, τον περσινό Αύγουστο; δικό μας παιδί είναι, κοίτα, σου μοιάζει κιόλας. Κοίταζε και εκείνη ανέκφραστη.

Τέτοιες σκηνές πολλές ξετυλίγονταν στο πρωινό κοινό τους δίωρο, όταν ο παπάς έλεγε το ευλογητός και το πρώτο καλημέρα, με τον ελληνικό να μοσχομυρίζει ακριβώς στις οκτώ και τέταρτο . Μετά, η σκάλα με την κουπαστή έτριζε σε επόμενο πάτημα και η Λενιώ καταλάβαινε ότι η ώρα της πρώτης ανάπαυσης έφτασε. Ακολουθούσε το μεσημεριανό την ώρα που η Παναγιά κτυπούσε δώδεκα , το απογευματινό τσάι στις τέσσερεις και μισή ακριβώς και φυσικά το βραδινό κατανυκτικό γεύμα της αγάπης τους, συνοδευμένο με τη συντροφιά του μικρού τρανζίστορ.

Τα παιδιά βέβαια αγόρασαν και στόλισαν στο σαλόνι μία τηλεόραση όταν η εποχή το επέβαλλε, αλλά η παπαδιά το μόνο που φρόντιζε ήταν να θυμίζει στη Λενιώ να την ξεσκονίζει. Έλεγε πως την κούραζε αυτή η λάμψη της οθόνης και φυσικά ο παπάς της απλά την έκλεινε με εκείνο το κόκκινο κουμπί. Ότι θες εσύ καλή μου, σιγομουρμούριζε ακόμα κι όταν δεν συμφωνούσε.

Εξήντα πέντε χρόνια και ούτε ένας κακός λόγος ανάμεσά τους. Δεν είναι και λίγο αυτό. Μαζί στο καλημέρα, μαζί και στο καληνύχτα του τέλους, έλεγε τρυφερά ο ένας στον άλλο κάθε βράδυ μετά την προσευχή τους.

Είχε γενέθλια σήμερα η παπαδιά του, η μάνα, η γιαγιά, η θεία. Μαζεύτηκαν όλοι εκεί γύρω της. Κορνιζαρισμένες, λαμπερές φωτογραφίες. Η Λενιώ είχε φροντίσει για όλα.

Το σπιτικό πεντακάθαρο, φρέσκα λουλούδια που της άρεσαν, πρώτη φορά μετά από δυόμιση χρόνια πένθους. Η μυρωδιά της θάλασσας έφτανε μέχρι πάνω τον οντά από τα ανοικτά παράθυρα. Εκεί που για την παπαδιά ακόμα βάδισε ο παπάς της. Και εκείνη, καθαρή και πορσελάνινη για άλλη μια φορά χαμογελούσε και οργάνωνε με μια ματιά της θαρρείς τα πάντα.

Έκαναν προσευχή γύρω από το τραπέζι. Όλοι τους χωρίς να ακούγεται ο λόγος μια και την προσευχή έλεγε όπως πάντα ο παπάς. Όλοι άκουγαν με καρτερία και συγκίνηση ό,τι η ησυχία έλεγε. Ακίνητοι στις στάσεις της δικής τους χάρτινης στιγμής.
Μετά, το φαγητό και τα λόγια της Λενιώς γινόταν, Γιώργος, Πέτρος, Μαρία. Μεταμορφώνονταν σε φάρμακα για τους πόνους της ψυχής της αρχόντισσας και άλλες φορές σε μαχαιριές.

Θα σας μαλώσω, τους φώναξε ξαφνικά. Τι σας μαθαίνω εγώ τόσα χρόνια, για πείτε μου; πάνω από όλα η αγάπη σας. Τι ακούω τώρα, για άντε γρήγορα ζητείστε συγνώμη από το Θεό και τον πατέρα σας, φιλήστε του το χέρι και αγκαλιαστείτε... Γιώργο! Πέτρο! θα θυμώσω, δέστε τα χέρια σας σε μια γροθιά.

Ακίνητοι χωρίς ανάσα κάρφωσαν τα μάτια τους στα υγρά δικά της και ζητώντας συγνώμη από εκείνη την ψυχή που χωρίς σώμα καθόταν ακριβώς απέναντί τους, ασώματοι και εκείνοι όπως και αυτός, την ηρέμησαν.
Πες κι εσύ κάτι παπά-Μιχάλη, πες κάτι και εσύ. Κουράστηκα να μιλάω μόνη μου. Φλύαρη που είναι η ησυχία μερικές φορές.

Μετά το τρανζίστορ άρχισε να παίζει εκείνο το αγαπημένο βαλς και η τούρτα αμυγδάλου με τα ενενήντα δύο κεράκια φώτισε αλλιώς το ξαφνικά σκοτεινιασμένο δωμάτιο δίνοντας ελπίδα και ευχή αγάπης στο χθες και στο σήμερα του αρχοντικού.

Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, μονολόγησε η Λενιώ και ένα χάδι αγάπης απ’ τα χείλη της ζέστανε το κουρασμένο και μοναχικό μέτωπο της εορτάζουσας που άλλο λάθος δεν έκανε παρά μόνο να μεγαλώσει τόσο. Η απορία ξαπλώθηκε στην έκφραση της Πηνελόπης. Πεθαμένοι; για ποιούς μιλάς κοπέλα μου; κι εσύ ποιά είσαι;

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.