Quai

Απρίλης του 1982, μια ανοιξιάτικη αύρα τυλίγει την Τήνο απ’ άκρη σ’ άκρη και ξυπνάει σ’ άλλη διάθεση η μέρα. Σαν από μελισσοφωλιά ξεχύνονται στο φως οι μυρωδιές της τηνιακής γης, με τη βιολέτα και τα χρώματα της παπαρούνας, της μαργαρίτας, την απίστευτη μυρωδιά του χαμομηλιού, ακόμα μαζεύουμε χαμομήλι σε τούλια λευκά, τ’ ασβεστώματα στα σοκάκια και στ’ αυλιδάκια των σπιτιών, τα χαλιά να λιάζονται και να φυσαρίζονται στα κάγκελα των μπαλκονιών και τους κατοίκους σε καλοκαιρινή αναμονή τέτοια που να τους κάνει να προσπερνούν λιγάκι βιαστικά τις ομορφιές της άνοιξης. Όλοι μα όλοι περιμένουν πέρα απ' ότι η ίδια η εποχή προσφέρει, το ξεμούδιασμα του χειμώνα και φυσικά τη καινούργια τουριστική περίοδο. Σ’ αυτήν την προσμονή αλλάζουν λες τη φορεσιά τους, βάζουν τα γιορτινά τους και προσεύχονται για ένα καλό καλοκαίρι με ανέμους ούριους και τουρισμό.

Μ’ αυτήν τη διάθεση ξεμυτίζουν ευκολότερα απ’ τις χειμερινές βολές τους κι η παραλία γεμίζει γνωστές μορφές, φωνές, κουβέντες και πειράγματα. Σαν τα σαλιγκάρια ξεφυτρώνουν ν’ αρπάξουν ήλιο, ν’ αναπνεύσουν.

Σουρουπώνει και στο δρόμο της Παναγίας όπως και στους άλλους κεντρικούς ανάβουν τα φώτα. Και το χειμώνα έτσι ανάβουν, αλλά νομίζω πως την άνοιξη φέγγουν αλλιώς. Όλα μοιάζουν διαφορετικά στο ανοιξιάτικο σούρουπο. Οι γειτονιές αυτόφωτες στα μάτια μου, μέσα από τις ανοιχτές πόρτες των φιλόξενων νοικοκυριών. Στην ενορία της Μαλαματένιας και στ’ Αλάνι, στη γειτονιά του Αϊ Νικόλα και στους Ταξιάρχες, στο στενό της Παλλάδας και στο γηπεδάκι μέχρι το Ηρώον κάτω μέχρι πάνω στην Παραγκεριά συναντάς πιτσιρικάδες με μια μπάλα στα πόδια και στα μάτια τη λαχτάρα του παιχνιδιού. Χώματα, πέτρες, ελευθερία και καθαρές ματιές. Δίπλα τους οι γειτόνισσες με μια βελόνα κι ένα νήμα στην ποδιά κι ένα φλυτζάνι ελληνικό καφέ στο πεζούλι σιγοκουβεντιάζουν για τα καλά και τα κακά, μια γύρα όλα.

Στη διαδρομή απ’ το Βίντσι μέχρι τη στροφή του Νάτσιου, το πηγαινέλα μικρών και μεγάλων είναι δεδομένο. Αγκαζέ τα ζευγάρια ή δύο κυρίες μπροστά και οι κύριοί τους πίσω ή μοναχικοί «καβαλάρηδες» μ’ εκείνο το βλέμμα το μποέμ, χρωματίζουν την παραλία. Στα τριακόσια μέτρα περιορίζεται το σημείο αναφοράς του κοινωνικού ιστού, χωρίς να μειώνεται η άλλη δύναμη εκείνης της συντροφιάς που χαρίζουν αβίαστα οι μαγικές αυλές της κυρά Λένης της Πλάδενας με τη χαρακτηριστική φωνή, της κυρά Ρήνης της Μαλλιάρενας με το γλυκό το λόγο κι ένα «κοπιάστε» από τα χείλη της ή απ’ την άλλη γειτονιά της κυρ’ Αλεξάνρας δίπλα πάνω στο παρκάκι της Παναγίας, της κυρ’ Άννας της Κανακάρενας με τον απίστευτα επιμελημένο κότσο, της κυρίας Ειρήνης της Βερδάρενας ή της Ελένης της Νεοφύτου και τόσων άλλων αγαπημένων σε όλους μας γιαγιάδων, όλες τους με το κλειδί πάντα στην πόρτα να χαρίζουν βεγγέρες και καλόλογα. Φυσική συνέπεια της κάθε τέτοιας συνεύρεσης, ένα γλυκό νεράντζι ή κυδώνι με αμύγδαλο αναλόγως το νοικοκυριό με καφεδάκι ελληνικό ή ένα «κερασό» για τις πιο θαρραλέες καλεσμένες, αν φθάσει δε και κανένα αρσενικό στην παρέα τους μετά το καφενείο, ένα καραφάκι ρακί με φτάζιμο παξιμάδι και βολάκι, τυράκι τηνιακό, κατέφθανε στο άψε σβήσε. Άσε τα γυάλινα μπολάκια με τις σταφίδες, τα στραγάλια και τον εξαιρετικό πασατέμπο ήταν να μην αρχίζαμε το μασούλημα, χωρίς τελειωμό η λαιμαργία μας. Στις καλύτερες των περιπτώσεων με τη σβελτοσύνη της νοικοκυράς κατέφθανε λίγη λούζα και ξυδιαστές ελιές λίγο πριν βγει η φρουτάλια με σίσυρο και λουκάνικο. Ένα πανηγύρι από το πουθενά στα «αυλιδάκια» τους. Πως να ξεχάσεις αυτές τις γεύσεις στ’ ανάμεικτα πιατικά από τσίγκινα μέχρι παλιές πορσελάνες της Καλλιόπης της διακόνισσας να στολίζουν το πάντα φροντισμένο τραπέζι της πάνω απ' του Σώζων το μπακαλικάκι στον κεντρικό δρόμο της Παναγίας και τον εκπληκτικό «λόρδο» τη μαύρη γάτα της γειτονιάς να καμαρώνει στο πέτρινο πεζούλι και να περιμένει τη σειρά του για το κάτιτις πριν ως κεραμειδόγατος εξαφανιστεί στην κατηφοριά του Αϊ Νικόλα.

Έχω την τύχη να μεγαλώνω κάπως έτσι και να βιάζομαι. Στην αναπνοή και στις αρθρώσεις μου νοιώθω τις μαγιάτικες νοτιαδούρες και γρινιάζω όπως όλοι γύρω μου περιμένοντας το βοριά που μόλις φθάσει αγανακτώ για τον αέρα που όλα μεμιάς τ’ αλλάζει. Τι να σου κάνει κι ο καιρός μπερδεύεται με τις πεθυμιές μας.

Εκεί που τα πράγματα δείχνουν να μοιάζουν και ν’ ακολουθούν την πεπατημένη είναι στις γιορτές, τις σχόλες και τα Σαββατοκύριακα του νησιού. Κι αυτό γιατί τις καθημερινές η ζωή περιορίζεται σ’ αυτές τις γρίνες και στα ψώνια των νοικοκυραίων, στο πηγαινέλα των μαθητών αλλά και στην αναμπουμπούλα του λιμανιού και των σταθερών θαμώνων του. Εκεί στο λιμάνι παρών πάντα ο Παναγιώτης ο Κανακάρης ή Κουκής να κόβει βόλτες βαθυστόχαστος, ν’ ανακατεύεται σαν καβοδέτης που όμως δεν είναι στο τι και στο πώς των σχετικών, νοικιάζοντας τις βάρκες του για βόλτες μες το λιμάνι γιατί για κάτι παραπάνω δεν ήταν και τόσοι άλλοι να περιμένουν τ’ αντίκρυσμα του Παναγία Τήνου ή του Ναϊάς αγαπημένα πλοία της γραμμής του Πειραιά ή του Χρυσή Αυγή και του Επτάνησος απ’ το λιμάνι της Ραφήνας στη μπούκα του λιμανιού, να φανούν τα φουγάρα τους και ν’ ακουστεί ο χαιρετισμός των καπετανέων τους σαν καλημέρα στην Παναγιά και ειδοποίηση των ταξιδιωτών, των πραματευτάδων, των ταχυδρόμων, των καβοδετών και των λιμενικών. Μια αναμπουμπούλα ζωής, ένα σημάδι επικοινωνίας, χαράς και πόνου, μια και τα νέα που μας έφερνε ή έπαιρνε μαζί του δεν ήταν πάντοτε ευχάριστα.

Σ’ αυτό το κάδρο της Χώρας, ο χρόνος δίνει ιδιαίτερη αξία και στα στέκια συνάντησης. Στα καφενεία του Νάτσιου, του Νατάλε και του Πλάνου, στο ουζερί του Παρασκευά και στην ταβέρνα του Λούϊ, στα μπακαλιαράκια του Φύσσα και στα σουβλάκια του Καμολίνου, καθώς και στην σύγχρονη παρουσία του Ζυγού στην Παλλάδα, του Μάρινερ πιο πέρα και του καφέ του Ευριπίδη στη στροφή για τα χωριά, χωρίς φυσικά να ξεχάσουμε αν είναι δυνατόν το περιβόητο Πανόραμα στην άκρη της παραλίας το πολυσυζητημένο μπουζουξίδικο της Τήνου. Χαρακτηριστικές οι μορφές, συγκεκριμένες οι κουβέντες, αναμενόμενες οι «παρεξηγήσεις», οι διαφωνίες, οι χωρίς τελειωμό πολιτικές συζητήσεις από τους θαμώνες και τους καλοφαγάδες αλλά και όλους του νεολαίους που με κάθε τρόπο δίνουν το στίγμα τους στις πρωτοεμφανιζόμενες «καφετέριες».

Έτσι κυλάει η ζωή απ’ τον ήχο του ρολογιού της Παναγιάς και την καμπάνα του όρθρου και του εσπερινού στο σφυγμό της παραλίας να τον κρατά στις χάνδρες του κομπολογιού του ο Τέλης ο Αρμακόλας ή μπακαλιάρος ή ράφτης του βασιλιά όπως ο ίδιος περίτρανα διατυμπάνιζε κι έκλεινε τη φράση του πάντα με το «χάρηκα που σ’ είγδα μα δώσμου το δεκάρικο που μου χρωστάς αλλιώς… θα πάω αλλού» γεννώντας γέλια και σχόλια ή ο Κανάκιας με το μπαστούνι του συνέχεια του δεξιού του χεριού και τις χαρακτηριστικές γαλότζες χειμώνα καλοκαίρι στα κουρασμένα πόδια του να σουλατσέρνει απ’ το λιμάνι στα ψαράδικα με τον Μάρκο τον πελεκάνο συντροφιά, πειράζοντας κάθε περαστικό γνωστό και ξένο.

Τις σχόλες όμως όλα αλλάζουν. Η μέρα ξημερώνει αλλιώς. Ο ένας μετά τον άλλον ξεμυτούν από τα νοικοκυριά τους μ’ άλλον αέρα, γιορτινό. Τόπος συνάντησης το «quai» που ζωγραφίζεται στη μνήμη μου ως μια γραμμή από τη μια άκρη του λιμανιού στην άλλη. Οι χωραΐτες φορούν τα καλά τους επιμελώς φροντισμένα και με τόπο εκκίνησης την «εξέδρα»- ένα μαρμάρινο περίτεχνο κυκλικό κατασκεύασμα, φτιαγμένο για τις επίσημες τελετές και θρησκευτικές συναντήσεις του τόπου-ξεκινούν τα συναπαντήματα με τις χαρακτηριστικές τους χαιρετούρες. Ένα χαμόγελο σχεδόν κολλημένο με σελοτέϊπ στο πρόσωπο πολλές φορές αλλά και το γνήσιο καλόκαρδο αγκάλιασμα άλλες , σ’ ένα εκπληκτικό πηγαινέλα από την μια άκρη της παραλίας στην άλλη και πάλι απ’ την αρχή. Σ’ αυτήν την περατζάδα κοινωνικής επαφής, τι θες και δεν βλέπεις, δεν ακούς, δεν λες χωρίς να το καταλαβαίνεις. Σε παίρνει μαζί της η συνήθεια κι ακολουθείς την παράδοση.

Η καθιερωμένη φράση στη δική μας τουλάχιστον παρέα είναι το «τι άλλα;» που διορθώνεται συχνά με το «και τι άλλα νέα;» εξ’ ου και η μετάφραση της περατζάδας ή όπως αλλιώς λεγόταν το νυφοπάζαρο ως «και» ηχητική παρερμηνεία της γαλλικής λέξης quai δηλαδή αποβάθρα. Έτσι απλά είχαμε μετατρέψει μια ξένη λέξη σε δική μας, υιοθετώντας την, κάποιοι, μόνο ως προς τον ήχο και όχι τόσο ως προς το νόημα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το περιβόητο «και τι άλλα» μπορεί να μην ακουστεί καν, αλλά στο βλέμμα του ομιλούντα είναι χαρακτηριστικά χαραγμένο. Ακολουθώντας δε ένα ρυθμό αργού περιπάτου που μεταβάλλεται σε γρήγορο ανάλογα με την ένταση της συζήτησης έρχεσαι αναπόφευχτα αντιμέτωπος με ατυχήματα, σκουντιές ή ποδοπατήματα που χαρίζουν στην ατμόσφαιρα εκτός από ευπρόσδεκτες χαιρετούρες και απότομες απαντήσεις ή αγριεμένες ματιές από τους παθόντες. Μεταβάλλεται ο λόγος από τον καλοπροαίρετο που το μάλωμά του μπορεί να είναι: «δεν πειράζει παλικαράκι μου μόνο πρόσεχε λιγάκι μη σκοτωθείς έτσι που δεν έχεις το νου σου στα πόδια σου» μέχρι τον αυστηρό με τα μισόλογα «νεολαία σου λέει ο άλλος, ούτε σεβασμός ούτε τρόποι, τι σας μαθαίνουν στα σχολειά σας δεν ξέρω, βούρδουλα που θέλετε...»

Αλλιώς κουνιέται το κεφάλι του ενός, αλλιώς του άλλου. Και τα δύο πάνω κάτω, αλλά αλλιώς. Ανάλογη είναι και η δική μας συμπεριφορά. Το «άντε κάτσε σπίτι σου που μου θες και βόλτες» ή το «τι έκανα μπάρμπα» με βλέμμα απορίας καταλαβαίνετε ότι ήταν από τις συνηθέστερες απαντήσεις μας. Εντούτοις ακολουθούσαν έτσι ή αλλιώς οι ευγενικές «συγνώμες» ή ξαφνικοί εναγκαλισμοί ή φιλιά στον αέρα απ’ τους υπευθύνους του πόνου στους τσαλαπατημένους, για να γλυκάνει η παρεξήγηση, μια και ποιός άντεχε τα σχόλια και την άμεση μα άμεση σας λέω ενημέρωση των ανιόντων μας. Αυτή η εκπληκτική συνήθεια του πηγαινέλα με τα επακόλουθά της γεννούσε και γεννά σε όλους μικρούς μεγάλους εμπειρίες και μαθήματα συμπεριφοράς. Απλά, άλλοι είναι καλοί μαθητές και άλλοι όχι Γεννά ακόμα και όμορφα ερωτικά σκιρτήματα, φιλικές σφαγές, παρεξηγήσεις και παρατράγουδα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους κύκλους των ενηλίκων μια κι εκείνοι, υπάκουοι στην συνήθεια και στην παράδοση ακολουθούν οι ζηλιάρηδες, την ίδια μ’ εμάς τους νεολαίους διαδρομή, καρφώνοντας ερευνητικά ή φιλικά, καλοπροαίρετα ή και αλλιώς τη ματιά τους ο ένας στον άλλο και το σούσουρο δίνει και παίρνει. Και λέω ότι εκείνοι μας μιμούνται γιατί το νυφοπάζαρο απ’ ότι ξέρω είναι για εμάς τους νεώτερους, τι δουλειά είχαν αυτοί ανάμεσά μας στο quai ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω. Δεν λέω, να μην κάνουν τη βόλτα τους αλλά να, δεν μας αφήνουν χώρο πως να το πω αλλιώς. Ως ξεκούρασή τους σχολιάζουν τις δικές μας παρουσίες, τις δικές μας κινήσεις και σπάνια τις δικές τους. Κρίσεις και κριτικές, χωρίς φόβο και πάθος. Τον πρώτο καιρό όλη αυτή η ιστορία της βόλτας μας στο quai έμοιαζε ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική και για να καταλάβετε καλύτερα θα σας περιγράψω ένα παιχνίδι που αγαπώ και που καταντάει πολλές φορές τραγελαφικό.

Προχωρώντας μπρος πίσω ξεκινάμε να μαζεύουμε λόγια στον αέρα με πρώτη την τελευταία λέξη όποιας συνομιλίας ενηλίκων τύχει στο δρόμο μας. Εύκολα την συνδέουμε με την τελευταία λέξη μιας επόμενης συντροφιάς φτιάχνοντας μια δική μας στιχομυθία μονταρισμένη απ’ αυτές τις διάσπαρτες, αταίριαστες, διαφορετικές και κακοποιημένες πολλές φορές φράσεις. Με την ανάλογη «σάλτσα» και «υπερβολή» ο καινούργιος διάλογος μεταξύ, ας υποθέσουμε της κυρίας Ελπίδας και του συζύγου της οδηγεί σε διαφορετική κατάληξη την κουβέντα τους και εμάς σε επιτυχημένη συναρμολόγηση του υλικού μας. Δεν μας φθάνει όμως αυτό αλλά συνεχίζουμε μεταφέροντας το «νέο» σε άλλους, μια και το σενάριο της καινούργιας εξέλιξης στη φαγωμάρα του ζευγαριού είναι εύκολο να ταξιδέψει ως τις πρωινές εφημερίδες των καφενείων με παράδοξα πολλές φορές αποτελέσματα σχολίων. Τα λόγια έπαιρναν και έδιναν. «Τα ’μαθες;» και ξεκίναγε η παραπληροφόρηση.

Αυτό για μας είναι ένα απλό αστείο ανάμεσα στα βλεφαρίσματα και στα τυχαία αγγίγματα με τους επίδοξους φίλους ή παρτενέρ μας κατά την εφηβεία και τη λαχτάρα της ενηλικίωσής μας και για το quai ένα ακόμα χαρακτηριστικό του. Το σημαντικότερο ίσως, μια και τα άλλα όλα έχουν να κάνουν με την ομορφιά αυτού του λιμανιού, για να μην πω αυτού του τόπου, σ’ ό,τι σου χαρίζει ως εικόνες θαρρείς πρωτόγνωρες κάθε φορά. Έχουν να κάνουν με τις στιγμές προσωπικής χαλάρωσης ή απόγνωσης, συνάντησης ή απομόνωσης, με καλημέρες και καλησπέρες, με καληνύχτες και καλόμορφες σκέψεις κι ευχές ανάμεσά μας. Εκεί, στην αρχή του απογεύματος, με το γύρισμα της ώρας να χρωματίζει κάθε φορά και διαφορετικά μα πάντα όμορφα, το Πασακρωτήρι με πιάτο εμπρός του όλη την πόλη και τις κρυφές γωνιές του, τη λεωφόρο Μεγαλόχαρης με τα μαγαζάκια της, τα θυμιατά και τα κομποσκοίνια της, τις χαλβαδόπιτες και τ’ αμυγδαλωτά της, τα τουριστικά της στολίδια και τα καλωσορίσματα των καταστηματαρχών της. Απ’ την άλλη μεριά οι βουκαμβίλιες κι οι αγγελικές, τα γιασεμιά και οι σαρδελιές να στολίζουν τα περβάζια στα πλακόστρωτα σοκάκια κάθε γειτονιάς και ν’ ανταγωνίζονται σε ομορφιά τα τρεχαντήρια και τα καλοφροντισμένα βαρκάκια των επίδοξων ψαράδων που δεμένα το ’να δίπλα στ’ άλλο, αριστερά και δεξιά του λιμανιού βάζουν πλάτη στα πλοία της γραμμής, η μαρμάρινη βρύση απέναντι από το φαρμακείο του Κρικελή, οι πολύμορφες ταμπέλες των καταστημάτων, το χαρακτηριστικά όμορφο κτίριο της Μοσχούλας δίπλα στα πρακτορεία να παραπαίει στο έλεος του χρόνου, το Βιριδάκειο νεοκλασικό κτίριο, πρώην νοσοκομείο, μετά τη στροφή για το φούρνο του Μανέλα μετά το «κάτω ηρώο» κι άλλα ζωντανά κτίρια να μοιάζουν πολλές φορές παραφωνίες στην κυκλαδίτικη φωτογραφία του νησιού αλλά και που κι αυτά στα μάτια τα δικά μας είναι εδώ με τη δική τους δυναμική περιμένοντας υπομονετικά κάποια ανακαίνιση μπας και γίνουν αυτό που τους αξίζει.

Αν σταματήσεις στην άκρη του λιμανιού, κοντά στους μανιώδεις ψαράδες με τα αγκίστρια και τα καλάμια τους κι αφήσεις το βλέμμα σου να τρέξει αριστερά και δεξιά θα συναντήσεις όλη αυτήν την ιστορία και την παράδοση του τόπου με σημάδια όμορφα και άσχημα, μ’ αναφορές ηρωικές και αποτρόπαιες, ανθρώπινες και βαθιά αληθινές. Σ’ αυτόν τον τόπο ζω και έτσι μεγαλώνω δυστυχώς βιαστικά.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.