Ο Θεόφιλος

Συννεφιασμένη τσαγκαροδευτέρα. Άντε να σταυρώσουμε πελάτη σήμερα στον καφενέ. Απ' το πρωϊ έχω να μιλήσω μ' άνθρωπο. Ευτυχώς που ’χω τις γάτες της γειτονιάς. Ξημερώματα κι όλες εδώ χωρίς να πληρώνουν οι αφορισμένες ό,τι τρώνε. Μόνο λερώνουν. Ήμουν αφηρημένος και τρόμαξα στην καμπάνα του Αϊ Στυλιανού. Ποιός πέθανε πάλι; Νταν, παύση, νταν και ξανά. Αυτή η καμπάνα, όταν χτυπά πένθιμα με πιάνει η ψυχή μου. Βλέπω το Βαγγέλη στο σκοινί. Φωνάζω αλλά ο αέρας αφήνει φωνή να φθάσει; Δεν αφήνει. Απ' το πρωί είναι παράξενη η μέρα. Ήρθε κι έδεσε και η κηδεία. Άντε πάλι μάτια κλαμένα, χαιρετούρες, καφέδες παρηγοριάς, παξιμάδια, ξηρά καρπά, ρακί, πορτοκαλάδες. «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης...» που λένε. Ας ερχόταν εδώ το κέρασμα να κονομίσουμε τουλάχιστον!

Θα ’πρεπε να τρέχει τώρα ο Θεόφιλος ο καφετζής, να μην προλαβαίνει αλλά.. Ακόμα και οι πρωινοί καφεδόπληκτοι πελάτες του εξαφανισμένοι. Μεσημέριασε κι ούτε σεφτέ. Βλέπεις ο καφενές του εδέησε να είναι κοντά στα πευκάκια του Αϊ-Στυλιανού. Χάνει τις παραλίες και τη θέα της πόλης, να χάνει και τις κηδείες και τους προσκυνητές; δεν λέει!

Έφθασε μεσημέρι και δεν έμαθε. Μπαινόβγαιναν στο μαγαζί διάφοροι και τον διαολίζανε. Ειρωνείες και κακόγουστα αστεία για τη χασούρα του. Βρε άνθρωπος πέθανε, έλεγε, αυτοί το χαβά τους. Τι φραγκοφονιά τον λέγανε, τι νεκροκαφετζή. Εν τέλει ο Παντέλος είπε πως ήταν αθηναίος ο ταξιδεμένος της Σκαφάδενας απ’ το Βραχί ξάδελφος. Τον έφερνε το πρωινό, είπε. Ο Θεόφιλος πότισε τις σαρδελιές και τους βασιλικούς και καθάρισε τα μαρμάρινα τραπέζια για χιλιοστή φορά. «Δεν βαριέσαι, τι να την κάμεις την παράδοση όταν σου βγαίνει το λάδι. Τρίβεις τρίβεις κι όλο στάμπες» μονολογούσε.

«Καλώς την», ακούστηκε δεν ακούστηκε η φωνή του. Έφτιαξε το μαλλί και τη μπλούζα. Δεν πήρε απάντηση. Η Ελένη κάθισε με άλλες δύο στη γωνιά και τον χαιρέτησε μετά. Η κοκκινομάλα φώναξε: «Εδώ είμαστε, ελάτε!» Καμιά δεκαριά νοματέοι έρχονταν ξωπίσω. Κουστουμαρισμένοι, καθώς πρέπει. Χάρηκε ο Θεόφιλος. Δόξα το Θεό, σκέφτηκε, και θυμήθηκε να σταυροκοπηθεί.

Βολεύτηκαν και βάλθηκαν να παραγγείλουν. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Εκείνη συννεφιασμένη. Ο σύντροφός της, έτσι αποκαλούσε τον Μαυρολέων, πηγαινοερχόταν συνομιλώντας με τους άλλους χαμηλόφωνα. Όλοι σκεπτικοί, άνοιγαν κάτι βιβλία και τα λαπτόπια. Παράξενα πράγματα. Η περί ου ο λόγος συνήθως ήταν χαρούμενη, ενώ όλοι αυτοί γύρω της έμοιαζαν με θλιμμένους συγγενείς απ' άλλο ανέκδοτο που λένε. Εδώ μέσα τόσα χρόνια όλα θύμιζαν θάνατο στο Θεόφιλο. Όλα εκτός απ’ την Ελένη. Στα όνειρά του, γιατί στο ξύπνιο του όλα είναι αλλιώς. Συνέχιζε να είναι χαμένος στις σκέψεις του γι’ αυτό στραβοπατούσε με το δίσκο στο χέρι κι έβριζε μες στα δόντια του νευριασμένος.

«Μου χαμογέλασε. Ξύπνα Θεόφιλε, σύνελθε, έχεις δουλειά τα άλλα άστα για μετά» σκέφτηκε αλλά δυστυχώς, ο έρωτας βλέπεις. Για να καταλάβετε το είχε ρίξει στο διάβασμα τελευταία μπας και τον προσέξει περισσότερο η σπουδαγμένη του. Την πλησίασε.
-Καλημέρα. Όλα καλά;

-Μετά απ’ αυτό που έπαθα όλα χάλια είπε ξέπνοα.

Του 'πεσαν τα μούτρα. Είχε συμβεί κάτι και δεν το ήξερε. Αμήχανος, χλωμός, ξαναμίλησε:

-Έτσι είναι η ριμάδα η ζωή, υπομονή.

Κουνώντας το κεφάλι της είπε:

-Ήταν να μη γίνει, αφού έγινε!

-Να κάνεις κουράγιο συμπλήρωσε και γκρεμοτσακίστηκε άλλη μια φορά προσπαθώντας να χωθεί πίσω απ’ τον πάγκο της σιγουριάς του ο Θεόφιλος. Ούτε τα φλιτζάνια δεν μάζεψε. Μαυρίλα στην ατμόσφαιρα. Είχαν πιεί μονορούφι τον καφέ κι είχαν πέσει με τα μούτρα στα κουλουράκια πορτοκαλιού.

-Η μανούλα μου να ’ναι καλά, όλη μέρα βλέπει συνταγές στην τηλεόραση και φτιάχνει κουλουράκια, είπε.

Η Ελένη του είναι μεγάλη και τρανή ερευνήτρια, λένε. Τι ερευνάει ακριβώς δεν ξέρει αλλά έχει να κάνει με την χλωρίδα και την πανίδα. Ακριβώς τι είναι αυτά πάλι δεν ξέρει, πάντως είναι σοβαρά πράγματα. Του το ’πε κι ο Φάνης ο δάσκαλος. Τα μεσημέρια έρχεται στο μαγαζί του. Έχει λέει ησυχία και δεν τη νοιάζει για τα πεύκα και τα πλατάνια του νεκροταφείου. Κι όταν έχει όρεξη και μιλάει μαζί του, κοιτάει τα μνήματα και πίνοντας νερό τους λέει «αιωνία σας η μνήμη συνταξιδιώτες». Το πιστεύετε; Συνήθως διαβάζει και πίνει βαρύ γλυκό με νεραντζάκι. Το νεραντζάκι του Θεόφιλου είναι ονομαστό «της πάσης». Κι αυτό η μανούλα του. Μουρμούραγε μονάχος του. Τον άκουγαν τουλάχιστον οι γάτες;

Σήμερα όλα είναι αλλιώς η Ελένη. Κι όλοι αυτοί γύρω της. Παράξενα πράγματα.

Άρχισε να τηλεφωνεί μπας και μάθει τίποτα παραπάνω. Επιβεβαίωσε την κηδεία και το κέρασμα στου Αναστάση. Ας όψεται ψέλλισε.

-Αυτό θα ’ναι να δεις. Θα ξέφυγαν της κηδείας και τούτοι.

Μεταμορφώθηκε αμέσως. Έβγαλε δύο καραφάκια ρακί, ξηροκάρπια, χαμήλωσε τη μουσική και κυριεύτηκε από τύψεις.

-Λες; Κρίμα το παλληκάρι και για την Ελένη μου κρίμα, δικός της άνθρωπος ήταν.

Έστησε αυτί να καταλάβει. Μιλούσε αυτός ο αντιπαθητικός ο δικός της. Το πρόσωπό του όλο εκφράσεις αγωνίας. Δεν ακούει τι λέει. Πλησιάζει. Σκυθρώπιασαν οι άλλοι.

«Δεν πρόσεξε λέει, ήταν ψηλά πολύ το δοχείο. Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε. Ήταν προστατευμένο στην αυλή αλλά είχε δυνατό αέρα. Δεν πρόλαβε να το πιάσει η Ελένη αν και το είδε, έτρεξε αλλά δεν πρόλαβε. Έπεσε, έσπασε, χύθηκε το νερό, δεν προλάβαμε κι απεβίωσε» και κάτι άλλες λέξεις ακαταλαβίστικες. Πλησίασε ξανά την Ελένη.

-Τα συλλυπητήρια μου, ζωή σε σας, είπε.

Γύρισε το πρόσωπό της και κάρφωσε τα μάτια της στα δικά μου.

-Θεόφιλε σ’ ευχαριστώ. Πόσο ευγενής είσαι. Τι να κάνουμε και σε τέτοια, για τους άλλους ασήμαντα θανατικά, εμείς πενθούμε τα μάλα. Τόσο καιρό ερευνούμε αυτό το είδος. Ξέρεις φαντάζομαι ότι είναι προς εξαφάνιση και καταλαβαίνεις την σπουδαιότητα της απώλειας.

-Αλλοίμονο, πώς δεν το ξέρω αυτό το προς εξαφάνιση είδος κι έπεσε το μάτι του σε μια φωτογραφία ψαριού. Δεν είναι δυνατόν. Γι’ αυτό πενθούμε;

-Έτσι είναι η ζωή, κάντε κουράγιο θα βρούμε άλλο ψάρι. Ξέρεις πόσα έχει η θάλασσα;

Του ερχόταν να βάλει στριγκλιές απ’ τα νεύρα του. Η δική του Ελένη τρελή επιστήμων. Άκου εκεί πένθος για το ψάρι κι αυτός που νόμιζε...

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.