Φρέι Μαρλούς (Frei Marloes)
Η οχιά


Μετά την Παναγία εκείνη. Ίσως και πριν, στο όνομα του επίχρυσο σταυρού της. Καθρεπτίζεται στο γυαλί της θαυματουργικής εικόνας που τρίβουν τα κοκάλινα, νευρικά δάχτυλά της με κολόνια μόλις την προσκυνήσουν ανάξια χείλη. Τα αχάριστα χέρια της θυμίζουν τα άκρα του καμπουριασμένο σκελετού που στόλιζε κάποτε την αίθουσα βιολογίας του δημοτικού σχολείου που διεύθυνε ο μακαρίτης πατέρας της. Το πρόσωπο μακρόστενο και ξινό - αποκρουστικό σαν χειμωνιάτικη παρουσία του Αρτσιμπόλτνο -, εξελίσσεται σε μυτερό πηγούνι που μοιάζει ατελείωτο. Ο λαιμός της - κι αυτός - δυσανάλογα μακρύς κάτω από ένα σφικτά κουμπωμένο πουκάμισο, αυστηρό σαν το μυαλό της, και στολισμένος αποκλειστικά με ελιές, άλλες χοντρές, άλλες τριχωτές που τις κληρονόμησε από τον παππού της μαζί μ’ ένα γελοίο επίθετο. Μια μύτη ράμφος, που αρπάζει την μυρωδιά αμαρτίας στο πέρασμα των προσκυνητών, σαν φρυκτό φύλακα στα Ύδατα της Στυγός. Με την ίδια μανία, το αυστηρό, ζηλιάρικο βλέμμα της κυνηγά κάθε ένδειξη χαράς επί της Γης. Δύο βαθιές ρυτίδες αντικαταστούν τα μαγουλά της που τα ρούφηξαν οι αυστηρές νηστείες - όπως το επιβεβαιώνει άλλωστε η οσμή αμμωνίας που εξατμίζεται από το στόμα της. Τα χείλη της, μια λεπτή διαχωριστική γραμμή, είναι ελκυστικά σαν συρματόπλεγμα. Κρατά στην θέση της μια φθηνά κατασκευασμένη μασέλα, λες και την έφτιαξε τυφλός οδοντοτεχνίτης. Η γλώσσα της, στεγνή από έλλειψη αγάπης, κρίνει κάθε κίνηση μη εγκεκριμένη από τους κανόνες του αγίου προσευχηταρίου. Σιχαίνεται το ζωντανό, ίσως και την ζωή την ίδια.  Σιχαίνεται το γοητευτικό ντεκολτέ της γειτόνισσας που δεν έμαθε ποτέ να ντύνεται σεμνά, το νόστιμο χαμόγελο της κόρης του παπά που του βγήκε ζωηρούλα και επειδή είναι κόρη του παπά δεν της λέει κανείς τίποτα. Το σκούρο, βαθύ βλέμμα της Αιθιόπιδας προσκυνήτριας που ήρθε στο Ιερό Ναό ντυμένη στα λευκά, λες και είναι Οσία. Αποτάσσεται το αισθησιακό, πνίγοντάς το με λιβάνι, που το έχει πάντα εύκαιρο σε ιδικό συρτάρι, μαζί με τα φυτίλια για το καντήλι.

Το μουντό, πλέον γκρίζο μαλλί που κρατά πάντοτε πιασμένο σε κότσο αποκαλύπτει φουσκωμένες φλέβες που «μπλεδίζουν» στις άκρες του μετώπου, θυμίζοντας πως βρίσκεται ακόμα εν ζωή. Την Άνω Ιερουσαλήμ να έχει στόχο στην μακριά διαδρομή της ζωής της. Έτσι έμαθε από μικρό κορίτσι. Αυτή ήταν η επαναληπτική ευχή και συμβουλή της μητέρας της, όταν έκλαιγε γιατί δεν την έπαιζαν οι συμμαθήτριες της. «Σε ζηλεύουν, μην τους δίνεις σημασία εσύ, κοριτσάκι μου. Σε ζηλεύουν γιατί είσαι η κόρη του διευθυντή».  Όταν έφτασε στην άνοιξη της  ζωής της και οι υπόλοιπες κοπέλες αρχίζαν να ανθίσουν, να ροδίσουν και να κακαρίσουν στο πέρασμα κάποιου νεαρού, ενώ το δικό της κορμάκι δεν έλεγε να βγει από το κουκούλι του, η μητέρα της της έλεγε και πάλι: «Ζηλεύουν την γαλλική σου μύτη, την σεμνή κομψότητά σου, ακόμα και το σταυρό σου που το κρατάς και το φοράς με καμάρι, ενώ εκείνες κυκλοφορούν με τα μπούτια και το στήθος απ’ έξω, λες και πάνε σε μπουρδέλο. Εσύ κορίτσι μου, να θυμάσαι την καταγωγή σου, την οικογένειά σου: Πατρίς, θρησκεία και οικογένεια. Αυτό να θυμάσαι. Και άφησέ τις να βυθιστούν στην αμαρτία». Και όταν διαπίστωσε ότι ο δικός της ορισμός της οικογένειας θα έμενε για πάντα στο παρατατικό, δηλαδή χωρίς ελπίδα για απογόνους, τότε η μητέρα ανανέωσε την ευχή της για την Άνω Ιερουσαλήμ, η οποία θα ήταν και πιο σίγουρος προορισμός. «Άσε τις εγωίστριες, ηλίθιες Σεμίραμις, τις πρώην συμμαθήτριες σου να κολυμπάνε στα βρώμικα νερά της αμαρτίας. Στην αλαζονεία, στην ζηλοφθονία, στην οργή, στην οκνηρία, στην απληστία, στην λαιμαργία και στην λαγνεία. Θα τις τιμωρήσει ο Μέγας Δημιουργός μας: θα βράζουν στην κόλαση εις τους αιώνα των αιώνων! Ενώ εσύ, καλό μου κορίτσι» συμπλήρωνε, «να έχεις για οδηγό το άγιο φως τις Παναγίτσας μας».  Κι όντως, κορδωνόταν με την σκέψη ότι οι όμορφες, ξεπεταγμένες έχθρες της θα ψήνονταν αιώνια στην κόλαση την ώρα που εκείνη, αδικημένη παρθένα Βεατρίκη, θα έλαμπε από παραδείσια ομορφιά. Η μητέρα πάντοτε συνόδευε την ευχή της μ’ έναν σταυρό για προφύλαξη, χαραγμένο πλέον στις φουσκωμένες, σταυρωτές μπλε φλέβες, που δείχνουν πως ακόμα κυκλοφορεί αίμα - δικό της και όχι μόνο της αγίας κοινωνίας - σε αυτό το αντιαισθητικό κορμί, που εξατμίζεται πλέον καμφορά και μοιάζει με έντομο καρφωμένο σε ξύλο, προικισμένο με δύο γιγάντια κιτρινισμένα μάτια, ίσως και με οχιά, περισσότερο από γυναίκα, ή καν άνθρωπο.

Όταν αποφοίτησε από το δημοτικό, ο Αρχιερατικός επίτροπος και ανακηρυσσόμενος από μόνος του κυβερνήτης της μητρόπολης κανόνισε την είσοδό της στην οικοκυρική σχολή του νησιού. Όταν όμως διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα πλάσμα κλινικά νεκρό, ανάξιο να κατανοήσει οτιδήποτε και αντιθέτως ικανό για τα χειρότερα, με γλώσσα φιδίσια και με μόνο προσόν την παρθενιά της, τότε το τελευταίο που μπορούσε να κάνει ήταν να την διορίσει στον Ιερό Ναό, στη λιγότερο επικίνδυνη θέση όπου βρίσκεται ακόμα, τριάντα χρόνια παρακάτω: στον πάγκο με τα κεριά.

Η Μαγδαληνή – Αναστάσιος το βαπτιστικό της πριν αλλάξει φύλο – έφτασε στο νησί παραμονή του Αγίου Πνεύματος. Πρώτη φορά στο νησί, για τάμα, με το συμβατικό πλοίο της γραμμής. Ακόμα ταραγμένη από τα ρεύματα στον Κάβο Ντόρο, ανέβηκε τα διακόσια ανηφορικά μέτρα μέχρι τον ναό με τα γόνατα, τα τακούνια στο χέρι και μια στενή φούστα που ανέβαινε συνέχεια, ανακαλύπτοντας τα μπούτια της. Φθάνοντας στην πύλη, ζαλισμένη και ιδρωμένη, διαπίστωσε πόσο τα χέρια και τα γόνατα της είχαν πληγωθεί στην εκτέλεση της τελευταίας επιθυμίας της μητέρας της. Ταξίδευαν μαζί, η μητέρα της προς τον ουράνιο απέραντο, εκείνη προς ελεημοσύνη. Σηκώθηκε όρθια για να μην λερώσει το μαρμάρινο δάπεδο με το αίμα της. Το σκούπισε όπως μπορούσε.  Ένα κεράκι ήθελε. Αυτό μόνο, και ύστερα θα γυρνούσε πίσω στον δικό της κόσμο. Η μητέρα της δεν είχε ζητήσει τίποτε άλλο. Να ανάψει μόνο ένα κερί στον Ιερό Ναό για την ψυχή της. Η Μαγδαληνή δεν θυμόταν να είχε πατήσει ποτέ πόδι σε εκκλησία. Σήκωσε το βλέμμα της ψηλά και προχώρησε.

Στην ουρά που περίμενε, μια ροή προσκυνητών την έσπρωχναν προς την είσοδο. Δύο βήματα πιο μέσα, από τον πάγκο με τα κεριά, στα στασίδια κοντά, το Ράμφος άρπαξε μια ανεπιθύμητη μυρωδιά. Δεν μύριζε μόνο αίμα, μύριζε μια βαριά μυρωδιά αμαρτίας. Φούσκωσαν τότε οι μπλε φλέβες στο μέτωπό της, μισάνοιξε το στόμιο και κούρδισε την φαρισαϊκή γλώσσα της, έτοιμη να εκτοξεύσει δηλητήριο.

«Με συγχωρείτε, πού θα βρω…; Ένα κεράκι μόνο θα ήθελα…» Η οχιά δεν άφησε την αμήχανη Μαγδαληνή να ολοκληρώσει…

«Κυρία! Μα δεν επιτρέπεται! Δεν μπορείτε να κυκλοφορείτε στον Ναό ντυμένη έτσι. Δεν είδατε την ταμπέλα έξω; Μα πώς τολμάνε ορισμένες! Τι είναι και τούτο πάλι; Στην ηλικία σας και Παραμονή του Αγίου Πνεύματος! Ε, βέβαια, τι να περιμένει κανείς από το είδος σας; Δεν σέβεστε τίποτα. Ούτε την Παναγία, ούτε την μάννα που σας γέννησε, ούτε καν το φύλο που σας έδωσε ο Θεός. Μόνο για λαγνεία ξέρετε. Ακόμα και τον σταυρό σας, τον κάνετε λες και παίζετε μπουζούκι. Άκου εκεί, έχουν γίνει πόρνες, μοιχοί, ομοφυλόφιλοι, κλέφτες, παρουσιάζονται στην Παναγία όπως να είναι με μίνι-φούστα και μπικίνι και νομίζουν ότι θα τους κοινωνήσει ο παπάς κιόλας! Έτσι νομίζετε ότι θα κληρονομήσετε την Βασιλεία του Θεού; Τόσο εύκολα νομίζετε; Δεν πρόκειται, τ’ ακούσατε; Είναι δικό μου βασίλειο, δικό μου!»

Και αφού το θεώρησε δικό της βασίλειο, η «οχιά» έδωσε ένα κερί στην Μαγδαληνή – πρώην Αναστάσιος - και την έδιωξε: «’Ουστ από δω, στον γκρεμό, μαζί με τα υπόλοιπα γουρούνια!».

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.