Η παραπεταμένη


Η μάνα της κάθεται στην ξεχαρβαλωμένη βελούδινη πολυθρόνα, μπροστά από την τηλεόραση, έχει σφηνώσει το τηλέφωνο ανάμεσα στον ώμο και στον παχύ λαιμό της και με τα χέρια ελεύθερα καθαρίζει σχολαστικά με μία οδοντογλυφίδα τα σκληρά κίτρινα νύχια της. Κάθε τόσο γελάει δυνατά και το τεράστιο ξεχειλωμένο κορμί της τραντάζεται, τρέμει για ώρα σαν πολυώροφη τούρτα από ζελέ στα χέρια αρχάριου σερβιτόρου.

Η Χούλη παραδίπλα, κάθεται σε μία εξίσου ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα, σκυμμένη με την καμπούρα της να ξεπροβάλλει σε όλο της το μεγαλείο και με ένα πιάτο στα πόδια της, ξεδιαλέγει φακές. Τις χαλασμένες και τις τρύπιες τις τρώει επιτόπου. Έχει κλείσει τα αφτιά της, δεν θέλει να ακούει τι λένε η μάνα της και γειτόνισσά τους στο τηλέφωνο και γελάν τόσο πολύ, Ναι, ναι, χα, χα, χα, σταμάτα θα πάθω συγκοπή, χα, χα, χα, και χου, χου, χου, η μάνα της και δώστου να μπήγει βαθιά την οδοντογλυφίδα στα κίτρινα σκληρά της νύχια. Στο επόμενο, Σταμάτα, μωρή, θα με σκάσεις από τα γέλια, η Χούλη μπούκωσε μία χούφτα φακές, έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της και άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε στην πολυθρόνα. Είχε πονοκέφαλο, από το προηγούμενο βράδυ, κοιμήθηκε και ξύπνησε με πονοκέφαλο.

Η μάνα της, από το πρωί, το χαβά της, Σήκωσε με Χούλη, κάθισέ με Χούλη, φτιάξε μου καφέ, φτιάξε μου πάλι καφέ, δεν έχει καϊμάκι αυτός, μην ξεχάσεις να πάρεις καρότα, να θυμηθείς να τηλεφωνήσεις στον γιατρό, θέλω να με μπανιαρίσεις, ξεκουμπίσου τώρα από μπροστά μου, θέλω να δω ειδήσεις. Έβαλε το τηλέφωνο στην ανοιχτή ακρόαση και άρχισε να τρώει πασατέμπο. Με εξαιρετική ευστοχία φτύνει τα τσόφλια μπροστά στα πόδια της Χούλης, κοιτώντας την κατάματα, Ναι, ναι, μωρέ, δεν ξέρω πού γυρνάει αυτή, την έβαλα να φτιάξει φακές, Τετάρτη σήμερα, αμαρτία το κρέας και δώστου να μεγαλώνει ο σωρός από σαλιωμένα τσόφλια στα πόδια της Χούλης. Εκείνη αμίλητη, πλέκει τα δάχτυλά της και τα στρίβει τόσο δυνατά που ασπρίζουν οι αρθρώσεις και πέρα δώθε στην καρέκλα, πέρα δώθε, ρυθμικά, με τέμπο.

Η φωνή της γειτόνισσας συρμάτινη, ξεμακραίνει, η φωνή της μάνας της θολώνει και χανέται σιγά σιγά. Η Χούλη κλείνει τα μάτια, ξεφεύγει νοερά από τον σαματά, δύο μέτρα μακριά της και σκέφτεται εκείνη την όμορφη κυρία με τα κοντά μαλλιά και τη βαθιά φωνή, της αρέσει αυτή η φωνή, την ηρεμεί. Όταν ακουγόταν εκείνη η φωνή στο νυχάδικο που καθάριζε, ξεσκονόπανα και σφουγγαρίστρες έμεναν μετέωρα και τέντωνε τ’ αφτιά της να μη χάσει ούτε λέξη. Και χθες πρωί – πρωί, ήρθε στο νυχάδικο η φωνή, Κόκκινο του κερασιού, την άκουσε η Χούλη να λέει και αμέσως πήγε κοντά, τάχα μου να καθαρίσει τα ήδη καθαρά. Φύγε από τα πόδια μας, μην ενοχλείς την κυρία, είναι καθαρά εδώ, δεν βλέπεις; Τι σκουπίζεις; Θεέ μου! ψυχικό κάνω, πήγαινε στην αποθήκη και μείνε εκεί ώσπου να σε φωνάξω, την έδιωξε η αφεντικίνα της. Μακριά από τη φωνή, η Χούλη έσκυψε το κεφάλι, ο δεξιός της ώμος άρχισε να ανεβοκατεβαίνει ανεξέλεγκτα, έφυγε, μπήκε στην αποθήκη, κάθισε στο σκαμνί της, έστριβε τα δάχτυλά της και πήγαινε πέρα δώθε. Και το κεφάλι της άρχιζε να πονάει. Τοκ τοκ και η πόρτα της αποθήκης άνοιξε, η όμορφη κυρία με τα κοντά μαλλιά και τη βαθιά φωνή μπήκε μέσα, Γεια, θα καθίσω λίγο δίπλα σου, θέλεις παρέα; Θέλω να σου πω ότι πριν δεν με ενόχλησες, ποτέ δεν με έχεις ενοχλήσει και κάθισε και άρχισε να μιλάει, η Χούλη δεν θυμάται μετά τι έλεγε, θυμάται μόνο τη φωνή, τη φωνή με τα βαμμένα κόκκινα του κερασιού νύχια, που της χάιδευε τα μαλλιά και κάτι της έλεγε, τι της έλεγε; Δεν έχει σημασία, η Χούλη ευχαριστιόταν, ησύχαζε, θυμήθηκε κάτι νεογέννητα γατάκια μέσα σε μια κούτα και ένα λούνα παρκ. Η φωνή συνέχιζε να μιλάει και η Χούλη μέσα στο στόμα της γευόταν μέλι. Κάποτε η φωνή σηκώθηκε, Πρέπει να φύγω τώρα, να πάρε, έδωσε ένα χαρτάκι στη Χούλη με έναν αριθμό. Τηλεφώνησε, άμα θελήσεις να μιλήσεις, είμαι ψυχολόγος, πάρε με, δεν θα σε χρεώσω, το θυμάται αυτό η Χούλη, το θυμάται γιατί σήκωσε το κεφάλι της και είδε τη φωνή στα μάτια, πρώτη φορά.

Ένα τσόφλι πασατέμπο την πετυχαίνει στο μάγουλο, δίπλα ακριβώς στο στόμα και μένει εκεί, κολλημένο. Η Χούλη βγάζει τη γλώσσα, το συμμαζεύει και το τρώει. Το καταπίνει λαίμαργα και κοιτάζει τη μάνα της. Εκείνη φτύνει άλλα δυο τσόφλια πασατέμπο, αυτή τη φορά πιο κοντά στο στόμα της Χούλης, φάε της έγνεψε και γύρισε στο τηλέφωνο, Χα, χα, χα και χου χου χου με τη γειτόνισσα. Το κεφάλι της Χούλης πονάει, προσπαθεί να θυμηθεί τι σκεφτόταν λίγο πριν, είναι σίγουρη ότι κάτι σκεφτόταν αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί τι, Δεν μπορώ να θυμηθώ τι, δεν μπορώ να θυμηθώ τι, σκύβει στο πιάτο με τις φακές και συνεχίζει να ξεχωρίζει τις καθαρές, τις χαλασμένες και τις τρύπιες τις καταπίνει επιτόπου.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.