Γκίκα Κέλλυ
Κάρμα

«Nα πάρω αντισηπτικό και μαντηλάκια» σκέφτηκε. «Δώστε μου κι ένα οινόπνευμα. Ας είναι και το μπλε!» H ταμίας την κοίταξε με περιφρόνηση. Έβαλε τα απαραίτητα στη σακούλα και της έδωσε τα ρέστα. Βγαίνοντας έξω, ένας λαμπερός ήλιος την τύφλωσε, τρόπος του λέγειν. Τα μεγάλα γυαλιά ηλίου, που φορούσε συνήθως, δεν τα διαπερνούσε το παραμικρό. Μόνο που αυτή τη φορά δεν βγήκε με αυτά αλλά με μια μάσκα. Όχι από αυτές του φαρμακείου, είχαν εξαντληθεί προ πολλού. Μάσκα θαλάσσης! Ναι, αυτές με τον αναπνευστήρα. Γιατί παρακαλώ; Μια χαρά έκαναν τη δουλειά τους. Τι; Θα την κορόιδευαν; Ας έκαναν ό,τι ήθελαν.

Τέτοιες ώρες, ειδικά σε ζητήματα ζωής και θανάτου, δεν δίνεις σημασία τι θα πει ο κόσμος. Για ένα τέταρτο της ώρας μέσα στο συνωστισμό, μια χαρά έκανε τη δουλειά της. Γάντια είχε. Κούτες! Είχε προβλέψει! Όσο για ρούχα, φόραγε ένα αδιάβροχο. Δεν εμπιστευόταν τη συμβουλή των ειδικών ότι αν αερίσεις τα ρούχα, φεύγει αυτό το άτιμο πράγμα. Όχι. Δεν ήταν κορόιδο. Θα έπλενε το αδιάβροχο με το λάστιχο στο μπαλκόνι για να είναι σίγουρη ότι τίποτα δεν αιωρείται στο μικρό της διαμέρισμα. Θυμήθηκε  την ταμία που την είχε κοιτάξει όπως κοιτάμε κάτι που ξεπερνά τη φαντασία μας. Ευτυχώς που δεν της ξεστόμισε καμία εξυπνάδα. Της τα είχε μαζεμένα από καιρό.

Βγήκε έξω στον καθαρό αέρα. Αισθανόταν κυρίαρχη. Ναι! Αυτή ήταν η λέξη.

Και τότε τον είδε! Με την αθλητική του φόρμα στη στάση του τρόλεϊ. Γυμνασμένος, χωρίς μάσκα, χωρίς γάντια, αγέρωχος  μπροστά στον κίνδυνο. Τι παιγνίδια που παίζει η ζωή! Τρία χρόνια μετά από κείνο το καλοκαίρι στη Σύρο. Την παράτησε χωρίς εξήγηση. Τον έψαξε παντού. Στο τηλέφωνο, στο facebook, στο instagram στο viber. Καμία απόκριση. Πήγε να τρελαθεί. Στη Σύρο ήταν όλα τόσο ειδυλλιακά, τόσο απίστευτα αρμονικά. Και τώρα; Τον έβλεπε ολοζώντανο μπροστά της και μάλιστα στην γειτονιά της. Το τρόλεϊ έστριβε στη γωνία. Έπρεπε να βιαστεί. Σε λίγα λεπτά θα ανέβαινε και θα τον έχανε για πάντα. Δεν είχε ούτε εισιτήριο ούτε ψιλά.

«Άμα είναι καρμικό» σκέφτηκε και πήδησε μέσα.

«Γεια!» του είπε με κάποια αθωότητα.

«Γεια!» της αποκρίθηκε αυτός με μια υποψία χαμόγελου, στρέφοντας αλλού το βλέμμα για να μην τον παρεξηγήσει.

«Εγώ είμαι!» του φώναξε μέσα από τη μάσκα και τον ακούμπησε ελαφρά με το δεξί της χέρι.

«Η Αριάδνη!» είπε βγάζοντας τη μάσκα και υψώνοντας το βλέμμα της.

Αυτός την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω. Στην αρχή συσπάστηκε μόνο το πάνω χείλος του. Μετά δίχως να μπορεί να το σταματήσει άρχισε να τραντάζεται από τα γέλια. Τόσο δυνατά που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.

«Τι το αστείο βλέπεις;» του είπε εκείνη.

«Ω! Με συγχωρείς! Αλλά δεν μπορώ να συγκρατηθώ! Σοβαρά; Φοβάσαι τόσο;»

«Εσύ, όχι;»

«Εννοείται πως όχι! Αυτά είναι η τρομοκρατία των lobby».

«Καλά! Αυτό έχεις να μου πεις μετά από την τελευταία φορά που είμαστε μαζί, στο εστιατόριο, που έφυγες και με άφησες να σε περιμένω και εξαφανίστηκες, χωρίς ποτέ να δώσεις μια εξήγηση;»

Οι ελάχιστοι επιβάτες, κάτι δεκαεξάχρονα έτοιμα για γιουχάισμα γύρισαν προς το μέρος τους. Ο Παύλος έβαλε το χέρι του στο στόμα και άρχισε να βήχει χωρίς σταματημό. Η Αριάδνη τα χρειάστηκε.

«Θέλησες να με εκδικηθείς, επειδή τότε είχα ψάξει το κινητό σου; Εντάξει! Δεν θα σε ξαναενοχλήσω! Αλλά σταμάτα να βήχεις μες στη μούρη μου. Για το όνομα του θεού! Έλεος! Βοήθεια!»

«Έλα εδώ! Θα σου τα πω όλα! Έχω αλλεργία στη σκόνη. Το ξέχασες; Πού πας;»

Η πόρτα άνοιξε. Η Αριάδνη τρομοκρατημένη όρμησε στον άδειο δρόμο. Ένα αμάξι που έτυχε την ώρα εκείνη να προσπερνά το τρόλεϊ, την παρέσυρε. Ο Παύλος έμεινε να κοιτά αποσβολωμένος, ενώ ένα κύμα γέλιου δυνατότερο από το προηγούμενο τον τράνταξε για δεύτερη φορά.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.