Το μπουκάλι

«Μαμά, μην με περιμένεις για φαγητό σήμερα θα αργήσω, έχω δουλειά στο γραφείο», είπε η Βάσω δίνοντας ένα σκαστό φιλί στο μάγουλο της μάνας της, της κυρά Δέσποινας. «Άσε τα φιλιά του Ιούδα στην άκρη, κουτόχορτο τρώω; Πάλι με αυτόν τον άπλυτο θα γυρνάς» απάντησε η κυρά Δέσποινα και σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της. «Αμάν ρε μάνα, αμάν, άρχισες πρωί πρωί, αμάν, λοιπόν θα αργήσω, άντε καλημέρα». Η κυρά Δέσποινα αναστέναξε. «Μωρέ θα σε φτιάξω εγώ, όχι που σε μεγάλωσα με τόσο κόπο για να γυρνάς με τους απλυσιάριδες, που έφταιξα Θεέ μου, πες μου τι έκανα στραβό, τι έκανα λάθος και δεν μ’ ακούει στάλα, γύρες αμέτρητες έφερα το νησί, σε ολονών τα σπίτια μπήκα να ράψω, να κεντήσω για να την μεγαλώσω κορίτσι σωστό και αυτή να μου γυρνάει με τον φωτογράφο, τον άπλυτο, τον αριστερό; Μωρέ θα σε φτιάξω εγώ, θεέ μου συγχώρα με, μάνα είμαι, ποιος θα με κοιτάξει στα γεράματα; τούτη δω ονειρεύεται Αθήνες και πρωτεύουσες, της το γύρισε το μυαλό ο λεγάμενος, ο μπατίρης, τι θα στρώνουν στο τραπέζι μου λες; ασπρόμαυρα φιλμ τις καθημερινές και έγχρωμα τις Κυριακές; Εμ βέβαια, στις πλάτες της κοπέλας μου κάνει αυτός τον καλλιτέχνη, μωρέ στις δικές μου πλάτες να πω, άντε καλομελέτα και θα σε φτιάξω εγώ, θε μου συγχώρα με».

Άνοιξε το ντουλάπι, πήρε το μπουκάλι με το λάδι και το έχυσε όλο χωρίς δισταγμό στον νεροχύτη. Ψαχούλεψε στην τσέπη της ποδιάς της και έβγαλε μια χρυσή βέρα. Την έριξε μέσα στο μπουκάλι ψιθυρίζοντας ακόμα ένα «θε μου συγχώρα με, μάνα είμαι», έβαλε μέσα και μια φουντίτσα βασιλικό δεμένο με κόκκινη κλωστή και το έκλεισε καλά. Κοίταξε την ώρα και έβγαλε την ποδιά της. Για την περίσταση, πρόσθεσε στα συνηθισμένα μαύρα ρούχα της ένα ολόλευκο μαντήλι, όλα σύμφωνα με τις οδηγίες της γειτόνισσας, την είχε συμβουλέψει καλά. Έριξε μια ματιά στο φούρνο που ψήνονταν τα γεμιστά, πήρε το μπουκάλι, «θε μου συγχώρα με, μάνα είμαι», είπε φωναχτά για να ακουστεί καλά, άνοιξε την πόρτα, βγήκε και κίνησε για την παραλία.

«Θέλεις Δέσποινα να λύσεις τον δεσμό; Μην ντρέπεσαι και μην φοβάσαι, μάνα είσαι. Το λοιπόν, θα αδειάσεις ένα μπουκάλι λάδι στον νεροχύτη και έτσι άπλυτο που θα ’ναι, θα ρίξεις μέσα λίγα φύλλα βασιλικό δεμένα με κόκκινη κλωστή και μια χρυσή βέρα. Τάπωσέ το καλά. Πρόσεξε, μην τσιγκουνευτείς και πάρεις καμιά ψεύτικη, δεν θα πιάσει, αυτά τα πράγματα θέλουν έξοδα. Έπειτα θα ντυθείς καλά, θα βάλεις άσπρο μαντήλι στον λαιμό και θα ρίξεις το μπουκάλι στη θάλασσα, δεξιά από την ταβέρνα του Τάκη είναι εντάξει, τα νερά είναι βαθιά και έχει ρεύματα. Θα πάρει η θάλασσα το μπουκάλι, θα το πνίξει, θα λυθεί ο δεσμός. Να περιμένεις εφτά μέρες άπλυτη. Έλα μην ντρέπεσαι και ‘γω μάνα είμαι, σε καταλαβαίνω, ποιος θα σε κοιτάξει μεθαύριο; Όλα καλά θα πάνε και μετά από κάνα μήνα έλα να δούμε τι θα κάνουμε με τον γιο της Άσπας, τον μεγάλον της, τον λογιστή, αυτός είναι καλή περίπτωση για την κοπέλα σου και έννοια σου, το στόμα μου κλειστό θα το ’χω, δεν έχεις να φοβάσαι και χίλια ευχαριστώ να σου πω, Δέσποινά μου, για τις κουρτίνες που μου έφτιαξες, έλαμψε το σπίτι μου, χαίρομαι το δώρο σου στο όνομά σου». Αυτά την συμβούλεψε η γειτόνισσα, αυτά πήρε απόφαση και η κυρά Δέσποινα να πράξει.

Και τώρα, μπροστά στη θάλασσα, την ήσυχη, την καταγάλανη, μετά από δύο απανωτά θεέ μου συγχώρα με, μάνα είμαι, πέταξε το μπουκάλι. Ένιωσε σαν να της έφυγε ένα βάρος, ξελάφρωσε, χαμογέλασε, ταχτοποίησε το μαντήλι στον λαιμό της και ξεκίνησε γρήγορα για το σπίτι, είχε και τα γεμιστά στον φούρνο.

Ο Ηλίας αισθανόταν σχεδόν ευτυχισμένος, επιτέλους όλα του πήγαιναν καλά. Μερικές πανοραμικές λήψεις της θάλασσας ακόμα και είχε τελειώσει. Ήταν ικανοποιημένος, η έκθεση θα είχε επιτυχία. «Όλα καλά, το αξίζω, έναν ολόκληρο χρόνο παιδεύομαι εδώ στο ξερονήσι σας κυρίες και κύριοι, καιρός να γυρνάω σπιτάκι μου, στον πρωτεύουσα, στον πολιτισμό. Όχι πως η Τήλος ήταν άγονη γραμμή, ξεκομμένο ερημονήσι, το αντίθετο. Αλλά τι κόσμος θεέ μου», σκεφτόταν ο Ηλίας ανάμεσα στα κλικ, «τα μυαλά κολλημένα πενήντα χρόνια πίσω, πρώτη πρώτη αυτή η αλεπού η μάνα της Βάσως, τι στενομυαλιά, τι νοοτροπία, τα μάτια της στενεύουν σαν του φιδιού όταν με βλέπει, αν μπορούσε να με εξαφανίσει, θα το έκανε ευχαρίστως. Θα φύγω κυρά γκιόσα και θα πάρω και το κορίτσι σου μαζί όσο και να σκούζεις».

Κοίταξε την οθόνη της κάμερας και στράβωσε το στόμα του, οι τελευταίες λήψεις δεν ήταν καλές. Όλα ήταν στη θέση τους, κάτασπρα, μπαμπακερά συννεφάκια στον ουρανό, άμμος ξανθή, θάλασσα ήσυχη, καταγάλανη, βαρκούλες δώθε κείθε, λιακάδα, όλα σωστά, ειδυλλιακά, ό,τι πρέπει. Κοίταξε προσεκτικά, ένα έντονα φωτεινό σημαδάκι στη θάλασσα του χαλούσε τη λήψη. Ο ήλιος έπεφτε πάνω σε κάτι που προκαλούσε  τόση αντανάκλαση ώστε να αναστατώνει την γαλήνη του τοπίου. «Αμάν κυρά Δέσποινα και από μακριά με ματιάζεις», σκέφτηκε ο Ηλίας καθώς σήκωνε τα μπατζάκια του να μπει στη θάλασσα, «ένα μπουκάλι είναι και ευτυχώς είναι και κοντά». Πήρε το μπουκάλι στα χέρια του, κάθισε στην άμμο και το κοίταξε καταγοητευμένος. Ήταν ένα απλό γυάλινο μπουκάλι, με χοντρό πάτο και στενό, μακρύ λαιμό, κλεισμένο καλά με φελλό. Μέσα ήταν μια χρυσή βέρα και μια φουντίτσα βασιλικός ολόφρεσκος δεμένος με κόκκινη κλωστή. Έμεινε να το περιεργάζεται με θαυμασμό λες και στα χέρια του κρατούσε κάτι πολύτιμο και  εξωπραγματικό.

«Απίστευτο», ψιθύρισε. Είχε ακούσει για το έθιμο του νησιού, να πετούν οι κάτοικοι μπουκάλια στη θάλασσα με τάματα και ευχές ώστε να γυρίσουν οι δικοί τους άνθρωποι, οι ναυτικοί τους, σώοι και αβλαβείς πίσω στις οικογένειές τους. Το δώρο τους στη θάλασσα για να κρατιέται γαληνεμένη.  Ένα έθιμο που κράταγε από παλιά, δεκάδες χρόνια πίσω. Μια γλυκιά ανατριχίλα τον διέτρεξε. «Αυτό το μπουκάλι γύρισε πίσω για να το βρω εγώ, τόσα ρεύματα εδώ και αυτό ασάλευτο, εμένα περίμενε. Κάτι μου λέει η θάλασσα, κάτι μου μουρμουρίζει το νησί, εμένα που δεν έχω βρει ποτέ ούτε δίφραγκο χαμένο. Το τυχερό μου κρατώ στη χούφτα;» Η θάλασσα απλωμένη μπροστά του, χαμογελούσε και η εικόνα της Βάσως ξεκάθαρη στον ορίζοντα του έκλεινε το μάτι. Στο στόμα του είχε μια γεύση από αλμύρα και χρώματα. Ένιωσε έτοιμος και χορτάτος. «Βρε κυρά Δέσποινα, μπας και μου το έστειλες εσύ; Άλλαξαν τα μυαλά σου;» Χαμογέλασε με την σκέψη. «Αδύνατον αυτό, αλλά εγώ από σήμερα σε συγχωρώ, κυρά Δέσποινα, μάνα είσαι, έννοια σου και το κορίτσι σου το βράδυ θα γυρίσει στολισμένο στο σπίτι, με μια χρυσή βέρα στο δάχτυλο και μια φουντίτσα βασιλικό στο αφτί». Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη και πληκτρολόγησε «Βάσω, μετά τη δουλειά, σε περιμένω στη ταβέρνα του Τάκη, ανυπομονώ!».

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.