Το γούρι του σπιτιού

Το γυάλινο μπολ με τη σαντιγί ξεγλίστρησε από τα χέρια μου και με μία περιστροφή έσπασε στα πόδια μου. Για λίγο έμεινα να κοιτάζω το πάτωμα της κουζίνας και μετά άρχισα να κλαίω. Το θολωμένο βλέμμα μου έπεσε στη φωτογραφία που ήταν πιασμένη στο ψυγείο με μαγνητάκι, αμάν μωρέ Μαρίκα, είπα δυνατά, έλεος πια, πότε θα πάρεις τα μάτια σου από πάνω μου; Με χαρά θα έσκιζα επιτόπου τη φωτογραφία αν ήμουν σίγουρη πως μετά δεν θα γινόταν μάχη στο σπίτι από τον άντρα μου και τον γιο μου. Η Μαρίκα είναι η αγαπημένη μας ακόμα και μετά τον θάνατό της. Η αγαπημένη τους για να είμαι πιο συγκεκριμένη.

Όταν παντρεύτηκα και μετακόμισα στο σπίτι του άντρα μου, η Μαρίκα ζούσε ήδη εκεί χρόνια, σε μία εσοχή του τοίχου στο πίσω μπαλκόνι. Η Μαρίκα μας, η μικρή μας σαυρούλα, το σαμιαμίδι μας, το γούρι του σπιτιού μας, ζει εδώ πριν ακόμα γεννηθώ εγώ, έκανε τις συστάσεις ο σύζυγος. Την κρατούσε μέσα στις παλάμες του και την κοίταζε με λατρεία. Με το που την είδα, ένας κόμπος μου ανέβηκε στον λαιμό, το στόμα μου στέγνωσε, το στομάχι μου στριφογύρισε στις 1200 στροφές και λίγο έλειψε να αδειάσω το περιεχόμενό του πάνω  στο ερπετό μινιατούρα. Η Μαρίκα, μια σαύρα 11 εκατοστών, διάφανη και γλιτσερή, με τέσσερα πόδια που καταλήγουν σε δάχτυλα βεντούζες και δύο μικρά μάτια, μαύρα σαν κάρβουνο σβησμένο, αλλήθωρα, με τεράστιες σκληρές βλεφαρίδες. Η Μαρίκα μας, το γούρι του σπιτιού μας.

Προσπάθησα να την αγαπήσω ή έστω να την συμπαθήσω. Κάθε πρωί με το που άνοιγα τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας, να σου η Μαρίκα βεντουζαρισμένη στο τζάμι σαν αυτοκόλλητο, να περιμένει όλο προσμονή να της ανοίξω για πρωινή επίσκεψη. Έμπαινε καμαρωτή καμαρωτή, σκαρφάλωνε στο τραπέζι της κουζίνας, στεκόταν απέναντί μου και η αλήθεια είναι, μου χαμογελούσε πλατιά. Έπειτα κουνούσε την ουρά της επίμονα και πια ήξερα, αυτό ήταν το σινιάλο για να σηκωθώ και να της σερβίρω πρωινό, μια μυγούλα, δυο τρία μερμηγκάκια, σερβιρισμένα σε πιατάκι του καφέ με χαρτοπετσέτα παρακαλώ και σε δίσκο. Μην τυχόν και δεν ήταν φρέσκο και βασιλικό το πρωινό, αλίμονο μου, η Μαρίκα κρατούσε μούτρα και ύφος ολόκληρη τη μέρα, τριγυρνούσε στο σπίτι βγάζοντας έναν ενοχλητικό συριγμό που σου ζάλιζε το κεφάλι. Απαιτητική και στην καθαριότητα η Μαρίκα μας. Όταν με έβλεπε να πιάνω σφουγγαρίστρα και ξεσκονόπανο, σήκωνε το μπροστινό της πόδι ψηλά, έκανε με τα δάχτυλά της το σήμα της νίκης και έβγαινε στο μπαλκόνι να βολτάρει. Εννοείται πως ερχόταν κρυφά στο τζάμι και παρακολουθούσε πως ξεσκονίζω, πως σφουγγαρίζω, πως πλένω τα πιάτα, πως σιδερώνω, πως, πως… Αν θεωρούσε κάτι λάθος και στραβό, χτυπούσε το τζάμι με την ουρά, τάχα μου ήρθε για κουβέντα, έμπαινε μέσα με έναν αέρα απαξίωσης μα πάντα χαμογελαστή, έφερνε με την ησυχία της γύρα το σπίτι και όπου έβλεπε σκόνη ή βρωμιά έβγαζε αυτόν τον ενοχλητικό ήχο, συνεχόμενα και με ένταση μέχρι να πάω κοντά και να μου δείξει την αμέλεια και την τσαπατσουλιά μου. Καμιά φορά και εγώ, από σαδισμό και καθαρή απελπισία, όταν έκανα δουλειές, έβαζα δυνατά τη μουσική, στο ένα χέρι κρατούσα την σκούπα και στο άλλο ένα τσιγάρο από το οποίο επίτηδες άφηνα να πέσουν οι στάχτες στο διάβα μου. Η Μαρίκα έξω στο μπαλκόνι τρελαινόταν, τσίριζε και έπεφτε τ’ ανάσκελο κουνώντας χέρια και πόδια για να της ανοίξω αλλά εγώ βεβαίως δεν άκουγα, άκουγα; Από τις καλύτερες στιγμές μου έχω να πω.

Το μεγάλο γλέντι γινόταν στην κουζίνα. Κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να μαγειρέψω, πάνω στον πάγκο και η Μαρίκα. Ήσυχη, χαζολογούσε στο κινητό μου, ήρθε δήθεν για παρέα. Το ένα μάτι της πάνω μου πάντα. Την έβλεπα που με παρακολουθούσε με το στόμα σφιχτά κλεισμένο, ανασαίνοντας κοφτά. Όταν δοκίμαζα το φαγητό, σάλταρε πάνω μου και αυτή απαιτώντας δοκιμή, έβγαζε τη μακριά της γλώσσα, έγλειφε το κουτάλι, τς, τς,  μου έλεγε με το βλέμμα της και  σκαρφάλωνε στο ντουλάπι απαιτώντας αλάτι, πιπέρι, ξύδι, ότι τελοσπάντων θεωρούσε πως έλειπε από το φαγητό. Συχνά πυκνά έκανα πως μου τελείωσε το αλάτι, το πιπέρι, το ξύδι, άχου βρε Μαρίκα έλεγα, και τώρα τι θα κάνουμε; Εκείνη ήξερε πως την κοροϊδεύω, τι να κάνει όμως, για ψώνια δεν μπορούσε να πάει. Έφευγε με το ημιδιαφανές σώμα της να αλλάζει χίλια χρώματα, επιτέλους μου άδειαζε τη γωνιά. Επίσης από τις καλύτερες στιγμές μου.

Η μεγάλη ανατροπή μέσα μου έγινε την ημέρα που γύρισα από το μαιευτήριο κρατώντας τον γιο μου αγκαλιά. Η Μαρίκα μας περίμενε στο σαλόνι και με το που μπήκαμε σπίτι σήκωσε το μικροσκοπικό της κεφαλάκι ψηλά, να δει. Ασάλευτη, γεμάτη θαυμασμό κοιτούσε το μωρό και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ατόφια δάκρια αγάπης και λατρείας έτρεχαν από τα μάτια της. Ανέβηκε στον ώμο μου και με την στεγνή της γλώσσα έγλειψε το πρόσωπό μου, πρώτη φορά με φιλούσε. Στάθηκε στα δύο της πόδια και ξετρελαμένη από ευτυχία, άρχισε έναν απίθανο χορό, στριφογυρνούσε σαν δερβίσης και γελούσε σε όλους μας. Με πέθανε στις τύψεις και στις ενοχές, από τις χειρότερες στιγμές μου.

Από εκείνη την ημέρα και μετά το μινιόν ερπετό απαίτησε από τον άντρα μου να ανοίξει μια πορτούλα στην τζαμαρία ώστε να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει και εκείνος  σκοτώθηκε να της κάνει το χατίρι. Τη λάτρευε και αυτή εκείνον. Τους έπιανα συχνά να χαζογελάνε και μια φορά κιόλας που τσακωθήκαμε άσχημα, το έτερον μου ήμισυ έβγαλε τη νύχτα στο μπαλκόνι παρέα με την Μαρίκα. Τη λάτρευε και ο γιος μου και δεν είχε άδικο, η μικρή μας σαύρα τον πρόσεχε σαν τα μάτια της, κουβαλούσε φυλλαράκια από το μπαλκόνι και τον γαργαλούσε, παίζανε κρυφτό και κυνηγητό κάνοντας το σπίτι άνω κάτω και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί ο μικρός η Μαρίκα πήγαινε πάνω από το μαξιλάρι και τον έφτυνε, φτού φτού μην τον ματιάσουν. Και εννοείται πως ο μικρός δεν έτρωγε τίποτα πριν δοκιμάσει η Μαρίκα και κουνήσει το κεφάλι καταφατικά. Την αγαπούσα που τον αγαπούσε, τη μισούσα που δεν μας άφηνε στιγμή μονάχους.

Και η ρήξη ήρθε μία Τρίτη απόγευμα όταν ο πιτσιρικάς μέσα σε ένα ντελίριο ζωγραφικής έξαρσης, αποφάσισε να βάψει με τους μαρκαδόρους του κόκκινο και μπλε τον τοίχο του σαλονιού. Έβαλα φωνή, η Μαρίκα πετάχτηκε να τον υπερασπιστεί, την πιάνω τότε δυνατά, τόσο πολύ δυνατά που η ουρίτσα της μου έμεινε στο χέρι, αυτή πρόλαβε και μου πάτησε μια δαγκωνιά μίσους, την πετάω στο μπαλκόνι, κλείνω τα παντζούρια, κλείνω τις κουρτίνες, το κολοβό μινιόν  ερπετό να κλαίει και να χτυπιέται, να τσιρίζει και να πηγαινοέρχεται πέρα δώθε στο μπαλκόνι λυσσασμένα.

Από εκείνη την ημέρα και μετά οι σχέσεις μας ήταν τυπικές. Δεν μπορώ να μην της αναγνωρίσω πως κατάπινε πολλές φορές τη γλώσσα της για όσα με έβλεπε να κάνω αλλά και εγώ όμως έδινα τόπο στην οργή. Μάλιστα περνώντας τα χρόνια, οφείλω να παραδεχτώ πως γλυκαθήκαμε, που και που καθόμασταν παρέα στο μπαλκόνι, εγώ με τον καφέ μου αυτή με τη μυγούλα της στο πιατάκι πάντα με χαρτοπετσέτα, αυτό δεν άλλαξε ποτέ. Καμιά φορά πηδούσε μέσα στην τσάντα μου έτοιμη για βόλτα, γελούσα τότε εγώ και βγαίναμε παρέα σεργιάνι. Τα πηγαίναμε καλά, ναι, τα πηγαίναμε επιτέλους καλά.

 Και μια μέρα, η Μαρίκα δεν ήρθε σπίτι. Στην αρχή ανακουφίστηκα, δεν είχα όρεξη εκείνο το πρωί. Όμως κατά το μεσημεράκι με έπιασε μια ανησυχία, μια αγωνία, η σαυρούλα μας δεν το  είχε ξανακάνει αυτό. Βγήκα στο μπαλκόνι και την είδα, ήταν εκεί στη τρύπα του τοίχου, σπίτι της, μισή μέσα μισή έξω, ακούνητη, χαμογελαστή, χωρίς πνοή. Την πήρα στα χέρια μου και την χάιδεψα, αχ Μαρίκα μου καλή, αχ Μαρίκα μου καλή. Την τύλιξα με πρασινάδα και την έβαλα μέσα σε ένα μωβ βελούδινο κουτάκι, πριν το κλείσω της ψιθύρισα «όπως και να ‘χει θα μου λείψεις». Είμαι σχεδόν σίγουρη πως κούνησε την ουρά της.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.