Τα γυαλιά του παππού

Το όνομά μου είναι Μανώλης. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό της Κρήτης. Από μικρός, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, με θαύμαζαν για ένα πράγμα. Για τον τρόπο που διάβαζα. Πάντα δυνατά, καθαρά και με τον κατάλληλο τόνο, όποιο κείμενο έπεφτε στα χέρια μου. Ο δάσκαλος τα ποιήματα, ο παππούς μου την εφημερίδα καθώς δεν έβλεπε τα μικρά γράμματα, παρότι φορούσε γυαλιά, ακόμη και ο πρόεδρος της κοινότητας, πολλές φορές με φώναζε να διαβάσω ανακοινώσεις και χαιρετισμούς του Νομάρχη προς τους συγχωριανούς μας. « Έλα εσύ Μανωλάκη, που τα λες καλά » έλεγε.

Τα χρόνια περνούσαν και με έβρισκαν να διαβάζω ή να ανακοινώνω κάτι δυνατά. Μέχρι μία ηλικία όλα καλά. Μου άρεζε και το διασκέδαζα. Μεγαλώνοντας όμως, έγινε μία ενοχλητική συνήθεια που δεν μπορούσα να κόψω. Όπου βρισκόμουν και στεκόμουν, όποια επιγραφή και όποιο έντυπο έβλεπα, έπρεπε να το διαβάσω δυνατά.

Οι γονείς μου προβληματισμένοι με το θέμα, που πλέον έπαιρνε κουραστικές διαστάσεις, αποφάσισαν να με πάνε στους καλύτερους γιατρούς. Δεν θα ξεχάσω την επίσκεψη στον πρώτο, που όταν αντίκρισα τα διπλώματά του στον τοίχο άρχισα να τα διαβάζω δυνατά. Όσα ήταν στα ελληνικά φυσικά, αφού εγγλέζικα δεν γνώριζα. Αφού εξαντλήσαμε τους γιατρούς της Κρήτης και γιατρειά στο πρόβλημά μου δεν βρέθηκε, φτάσαμε μέχρι και στην Αθήνα, μα τίποτα. Κανείς δε μπόρεσε να με  βοηθήσει και όλοι σήκωναν τα χέρια ψηλά, καθώς αποτελούσα πρωτοφανές περιστατικό.

Ο καιρός περνούσε και οι έξοδοι από το σπίτι περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό. Μια μέρα, εντελώς τυχαία, η λύση στο πρόβλημά μου ήρθε από μόνη της. Εκεί που σκάλιζα τα πράγματα του μακαρίτη του παππού μου, τα μάτια μου έπεσαν πάνω στα  γυαλιά του. Ήταν περίεργα, με κάτι φακούς τόσο χοντρούς που έμοιαζαν με πάτους μπουκαλιών. Τα φόρεσα και προσπάθησα να διαβάσω κάτι. Ζαλίστηκα τόσο πολύ που ήταν σαν να έχασα το φως μου. Έβλεπα λάμψεις λες και είδα τον ήλιο κατάματα. Τα άφησα και βγήκα έξω να πάρω λίγο αέρα.

Απέναντι από το σπίτι μας ήταν το μπακάλικο του κυρ Μιχάλη. Εκείνη την τεράστια επιγραφή που έγραφε:  τσιγάρα, ψιλικά και είδη παντοπωλείου, πόσες φορές την είχα διαβάσει. Μα τώρα τίποτα. Συνέχισα προς την πλατεία του χωριού. Ούτε τις κολλημένες αφίσες, ούτε τις επιγραφές των καταστημάτων διάβασα. Είχα θεραπευτεί. Έτσι, ξαφνικά. Διάβαζα μόνο ότι ήθελα να διαβάσω. Τα γυαλιά του παππού είχαν κάνει το θαύμα τους. Αυτό το μυστήριο, που δεν μπόρεσαν να λύσουν τόσοι γιατροί, το κατάφερε ένα ζευγάρι γυαλιά.

Αν κάποιο πρωινό δεν φορούσα τα γυαλιά και δεν διάβαζα κάτι, το πρόβλημά μου επέστρεφε. Από τότε μού έγιναν απαραίτητο αξεσουάρ. Σε πολλούς το δικαιολόγησα ως ένα ενθύμιο του παππού μου, που δεν ήθελα να αποχωριστώ. Η μητέρα μου μίλησε για θαύμα. Ο πατέρας μου για μία παιδική λόξα που πέρασε. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι τα γυαλιά του παππού μου έκαναν κάτι μαγικό. Ίσως ο παππούς με τον τρόπο του να θέλησε να με βοηθήσει, ως αντάλλαγμα της προθυμίας με την οποία κάθε πρωί του διάβαζα την εφημερίδα.

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.