Ξημερώματα

Ξημερώματα έφτασε στο νησί. Τα χρώματα της ανατολής ειρωνεύονταν τη διάθεσή της. Η ομορφιά του τοπίου, χρωματισμένη με το απαλό φως της αυγής, έμοιαζε με  παραφωνία. Τα πόδια της πατούσαν επιτέλους στο νησί. Πόσος καιρός χρειάστηκε να τ’ αποφασίσει… Πόσα ταξίδια πηγαινοήρθε η γνώμη της! «Θα πάω, μου το οφείλω» τη μια. «Όχι, δεν υπάρχει κανένας λόγος», την άλλη. Όσες φορές ακύρωσε κι επανέφερε την ώθησή της γι’ αυτό το ταξίδι, άλλες τόσες ακύρωσε τα εισιτήρια και την κράτησή της στο παραλιακό ξενοδοχείο. Η εικόνα που αντίκριζε, σίγασε για λίγο τις σκέψεις της, χάιδεψε τις εντάσεις μέσα της, έσπρωξε σε μια γωνιά τις αγωνίες της, την καθησύχαζε.

Ο δρόμος που ξεκινούσε από το λιμάνι και κατέληγε στην κεντρική πλατεία, έκρυβε τις απαντήσεις στους ίσκιους που τη βάραιναν το τελευταίο δίμηνο. Ένιωθε ήδη την αύρα του, τη μυρωδιά του, το άγγιγμά του, ανυπομονούσε να τον δει. Αλλά ταυτόχρονα είχε την ανάγκη να καθυστερήσει λίγο, να εξοικειωθεί με την ιδέα της αντάμωσής τους. Κι ακόμη, να εγκλιματισθεί με την ατμόσφαιρα του νησιού, με αυτό το σκηνικό.

Περπάτησε αργά έως το ξενοδοχείο. Ήταν η απόλυτη επιλογή της για πέντε συνεχή χρόνια. Άφησε τις αποσκευές στο γνωστό πια δωμάτιο και καθώς έφευγε να περιπλανηθεί στους δρόμους και στα σοκάκια του νησιού, έπεσε πάνω στην ανησυχία  της Ευνίκης, της ιδιοκτήτριας: «Πρώτη φορά σε βλέπω έτσι, Ζωή, χωρίς τη ζωντάνια και τη χαμογελαστή σου ενέργεια. Τι συμβαίνει;».

«Όλα είναι εντάξει, εν πλήρει τάξει», της απάντησε. «Κάθε στιγμή στη ζωή μας, έχουμε αυτό που χρειαζόμαστε για να πάμε παρακάτω. Πολλές φορές αυτό μπορεί να είναι και πόνος και σκιές, που χρειάζεται να φωτίσουμε. Όταν μπορέσουμε, στον χρόνο τους, στον χρόνο μας…». Δεν ήθελε να πει παραπάνω. Τις νήστευε τις λέξεις της εδώ και καιρό. Η σιωπή ήταν η μόνη παρέα που την ευχαριστούσε.

Ένας ζωγραφικός πίνακας, οι δρόμοι του νησιού. Μια χρωματική παλέτα τα σπίτια του, που συμπεριελάμβανε ό,τι χρώμα μπορεί κάποιος να φανταστεί. Μετά τον σεισμό που κατέστρεψε το νησί, τα σπίτια και τα κτήρια ανοικοδομήθηκαν μ’ ένα ιδιόμορφο αρχιτεκτονικό σύστημα, που τους έδινε αυτή την τόσο ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Πόσο γνώριμα και ταυτόχρονα πόσο ανοίκεια τής φαίνονταν τώρα όλα. Ανακούφιση θα μπορούσε να το πει, ξελάφρωμα, ευγνωμοσύνη και πολλά απροσδιόριστα, όσα κατάφερνε να  της προσφέρει το νησί.

Τη μάγεψε το νησί… Τον τέταρτο συνεχή χρόνο των διακοπών της εκεί, προστέθηκε ένας ακόμα λόγος για να μεγεθύνει την αγάπη της αυτή: ο Μενέλαος. Στην ηλικία της περίπου, στη συχνότητά της. Γοητευτικός, ευθύς και ντόμπρος, με μια έμφυτη ευγένεια. Αλλιώτικος στον χαρακτήρα από τη Ζωή, με άλλη φιλοσοφία. Ορθολογιστής αυτός, με διάθεση να τακτοποιεί, να βάζει σε κουτάκια όλα τα πράγματα˙ στόχους, θέλω, πρακτικά ζητήματα, και κυρίως συναισθήματα. Μόνο τον πρώτο καιρό της γνωριμίας τους επέτρεψε στον εαυτό του ν’ αφεθεί στον ενθουσιασμό και στην παρόρμηση. Ακόμα και τότε όμως, το συναίσθημά του κρυφοκοιτούσε από μια μισάνοιχτη πόρτα και δεν αποφάσιζε την έξοδο...

Τον ερωτεύθηκε στην αρχή, τον αγάπησε στη συνέχεια. Τον διάλεξε η ψυχή της. Είδε μέσα στα μάτια του το μικρό αγόρι να τρέχει και να παίζει στα σοκάκια του νησιού, να βουτά στις θάλασσες. Είδε τους φόβους, τις ντροπές, την ευαλωτότητα, τη γενναιότητά του. Είδε στην αντρική του φύση το πρωτόγονο, το αυθεντικό. Κι ο Μενέλαος όμως, από την αρχή της γνωριμίας τους, εντυπωσιάστηκε γιατί η Ζωή ήταν μια διαφορετική επιλογή απ’ αυτές που, αφότου χώρισε, προτιμούσε. Οι μέχρι τώρα επιλογές και στάση του ήταν να περνά ευχάριστα τον καιρό του και να ικανοποιεί τις ανάγκες του. Αλλά εκείνη μιλούσε αλλιώς εντός του. Και φοβόταν...

«Δεν είμαι μονογαμικός», της είπε από την αρχή. «Δεν υπόσχομαι τίποτα. Ας το αφήσουμε να πάει, όπου πάει…».

Πονάει τώρα που τα σκέφτεται. Η αισιόδοξη φύση της προσπαθεί να πάρει το πάνω χέρι, να εκλογικεύσει, να φιλοσοφήσει, να της υπενθυμίσει πως τίποτε δεν κρατάει για πάντα και «να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό που έζησες και ευχαρίστησε για όσο κράτησε και ότι, ότι, ότι…». Το ξέφωτο το ανακαλύπτει μόνο αν περάσει μέσα από τα σκοτάδια.  Γι’ αυτό, παρακάλεσε η Ζωή, αυτή τη «σοφή» φωνή, να σωπάσει και να μην παρεμποδίζει την ίασή της.

Τρία χρόνια ερχόταν στο νησί και δεν τον είχε συναντήσει. Ή μήπως τον είχε; Ίσως είχαν ανταμώσει σε κάποιο σοκάκι ή σε κάποια παραλία. Ίσως… Το καλοκαίρι του τέταρτου χρόνου, φορώντας το αγαπημένο της φόρεμα ανηφόριζε στο σπίτι της φίλης της, της Μάρως.

«Το απόγευμα σε περιμένω στο σπίτι», της είπε στο τηλέφωνο η Μάρω, «για ολονυχτία». Έτσι αποκαλούσε η Μάρω τις απογευματοβραδινές  τους συναντήσεις, που κατέληγαν στην ανατολή του ήλιου, αφού οι εξομολογήσεις του, αποπροσανατόλιζαν τον ύπνο τους, τις  έκαναν να ξεχαστούν. Ανέμελα  ανηφόριζε, λοιπόν, η Ζωή εκείνο το απόγευμα στο σπίτι της Μάρως, που την περίμενε καθισμένη στην όμορφη αυλή της, ένα χρωματιστό μπαλκόνι απ’ όπου όλη η ομορφιά της Χώρας κρεμόταν ατόφια στα πόδια τους. Ανέμελα κι ανυποψίαστα για όσα θ’ ακολουθούσαν. Ήταν σε μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ζωής της, και το τελευταίο που επιθυμούσε ήταν μια ερωτική περιπέτεια που θα την αποδιοργάνωνε. Αυτός ήταν άλλωστε ο άτυχος τομέας της, η αχίλλειος πτέρνα της…

«Ζήτησα να ’ρθεις πιο νωρίς, και χάλασα το ηλιοβασίλεμα στην παραλία σου, γιατί ήθελα λίγη αποκλειστικότητα, πριν έρθουν οι υπόλοιποι», συνέχισε η Μάρω. «Α, δεν σου είπα… Η σημερινή ολονυχτία περιλαμβάνει κι ένα τσιμπουσάκι με φίλους, τους περισσότερους τους έχεις γνωρίσει».

Δεν έχασε χρόνο η Μάρω και μπήκε στο θέμα της , στα προβλήματά της με τον μεγάλο της έρωτα. Εκτιμούσε τη γνώμη της Ζωής, όχι τόσο ως ειδικού, αλλά περισσότερο την ανθρώπινη ματιά της. Είχε μια ευαισθησία η Ζωή, μια πηγαία ενσυναίσθηση, το ένιωθες ότι σ’ ένιωθε. Την γαλήνευε τη Μάρω που δεν της έδινε συμβουλές, δεν έκρινε κανένα, δεν της έλεγε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος.

Κάπως έτσι οι μεταξύ τους συζητήσεις άπλωναν και μαζί τους και μια δυνατή φιλία, ευλογία- φιλία. Κάπως έτσι αντάλλασσαν κομμάτια από τον εαυτό τους, όταν άνοιξε η γαλάζια περίτεχνη καγκελόπορτα κι εμφανίστηκε χαμογελαστός ο Μενέλαος. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και αναγνωρίσθηκαν αμέσως. Το βράδυ κύλησε φιλικά με ευχάριστη διάθεση όλων των παρευρισκομένων˙ αυτοπτών μαρτύρων αυτής της απροσδιόριστης ερωτικής ενέργειας που πλανιόταν αδιόρατα.

Ο Μενέλαος προθυμοποιήθηκε με την αυθεντική ευγένεια που τον διέκρινε, να  συνοδεύσει τη Ζωή στο ξενοδοχείο της. Και κατέληξαν να ατενίζουν την ανατολή του ήλιου, καθισμένοι κατάχαμα στη μαρίνα της Χώρας. Τέσσερις ολόκληρες ώρες κύλησαν μέσα σε μια αρμονία λέξεων και σιωπής… Αποχαιρετίστηκαν αμήχανα. Σε λίγες ώρες η Ζωή έπρεπε να εγκαταλείψει το νησί. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και υποσχέσεις να τα ξαναπούνε.

«Πώς σ’ άφησα να φύγεις εκείνο το πρωί; Θα έρθω επάνω να σε δω. Σε δυο μέρες τη Δευτέρα θα είμαι εκεί», της είπε στο τηλέφωνο. Άνω-κάτω έγινε ο κόσμος της. Αιφνίδια άλλαξε το τοπίο της ζωής της. Μια συνηθισμένη συνάντηση με τη φίλη της, έγινε η αιτία να γνωρίσει αυτόν τον άντρα, που της προκάλεσε από την πρώτη στιγμή τεράστια αναστάτωση. Δεν ήθελε να καλωσορίσει μια σχέση στη ζωή της τώρα, αλλά όμως δεν μπόρεσε και  να μην ανοίξει διάπλατα τις πόρτες…

Τη ζέσταναν και την τρόμαξαν τα λόγια του και η έντασή τους. Δεν τον ξέρω καθόλου, πώς να αφεθώ σ’ αυτά που νιώθω; Κι αν δεν πάνε καλά τα πράγματα μεταξύ μας;  Πώς θα διαχειριστώ αυτό το έντονο του πράγματος; Αν είναι το όνειρο που έχω ανάγκη, αλλά ένα άσωτο όνειρο που έχασε τον δρόμο του; Πώς θα αντέξω τη μοναξιά του ξυπνήματος; Η απόσταση, πώς θα είναι; Εγώ εδώ, αυτός εκεί;

-«Μην προβληματίζεσαι», την καθησύχαζε. «Θα έρχομαι συχνά τον χειμώνα, τα καλοκαίρια θα έρχεσαι εσύ».

Αφέθηκε, παραμέρισε τους φόβους της. Τον περίμενε. Με ανυπομονησία. Άυπνη, εξουθενωμένη. Και ήρθε η Δευτέρα.

-«Ξεκίνησες ; Είσαι στον δρόμο;», ρώτησε.

-«Είχα ένα ατύχημα. Είμαι ακινητοποιημένος στο σπίτι. Περιμένω τον γιατρό», άκουσε τη σχεδόν σβησμένη φωνή του.

Ενάμιση μήνα κράτησε η περιπέτειά του και η αναμονή. «Ας κάνουμε λίγη υπομονή ακόμη», της είπε. Και η προσμονή τους ανταμείφθηκε σε μια συνάντηση που λύτρωσε τις προσδοκίες και τους πόθους τους.

Πέρασε ένας χρόνος από τότε, με συναντήσεις πότε στο νησί και πότε στην πόλη. Η σχέση τους ενώ μέρα με τη μέρα μέστωνε και βάθαινε, τελευταία οι ευαίσθητες «κεραίες» της Ζωής έπιαναν και κάποια ανησυχητικά σήματα. Δεν μπορούσε να τα αποκρυπτογραφήσει με σιγουριά, αλλά της άφηνε μια περίεργη αίσθηση η φωνή του από το τηλέφωνο. Δεν είχε κάποια άλλη ένδειξη, δεν μπορούσε, με τη λογική, να το στηρίξει κάπου. Διαισθανόταν ένα κράτημα, σαν ο Μενέλαος να επέστρεφε πίσω στα πρέπει και στα «κουτάκια» του˙ σαν να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει αν έκλεινε τη μισάνοιχτη πόρτα του, αν σφάλιζε πάλι τη διέξοδο στα συναισθήματά του. Ένιωθε τους  φόβους  του να ξεπροβάλλουν και να τρυπώνουν ανάμεσά τους, το σκοτάδι του -απομεινάρι παλιών δύσκολων καιρών- να σκιάζει το όνειρό τους…

«Τα στερνά μένουν»  της είχε πει κάποτε, μιλώντας για τις δυσκολίες που είχε καταφέρει να ξεπεράσει στην υγεία και στην προσωπική ζωή του. Χαράχθηκε μέσα της αυτή η φράση. Έτσι είναι, είχε σκεφθεί. Το τελευταίο σβήνει το προηγούμενο. Η συνάντηση με τα αληθινά, τα ουσιώδη, με την αγάπη, επουλώνει τις πληγές. Αυτό ήθελε τότε να πιστέψει, ενθουσιασμένη από τη γνωριμία τους. Υπερεκτίμησε την παρουσία της στη ζωή του, και την ικανότητά της να λειάνει τις αιχμές και να κλείσει τα τραύματά του. Σ’ αυτή την πίστη  στηρίχθηκε μέχρι που η πορεία τη διέψευσε…

Άλλα σχέδια είχε ο Μενέλαος, πριν τη συναντήσει. Άλλους όρους και όρια  είχε βάλει για την πορεία του. Τα παραμέρισε η δύναμη της επαφής τους. Νίκησε για λίγο το συναίσθημά του, τα θέλω του. Άνοιξε ελάχιστα η ψυχή του στην επαφή τους, αφέθηκε στη ζεστασιά της, μοιράστηκε όνειρο και αγάπη μαζί της και ξανάκλεισε σαν στρείδι. Δύο μήνες τώρα, η Ζωή ζούσε μέσα στην απόλυτη σιωπή του, στην απουσία του. Κανένα νέο. Μάθαινε από τη Μάρω λίγα πράγματα για την κατάσταση της υγείας του, γιατί κι αυτή είχε πολύ καιρό να τον συναντήσει.

«Κλείστηκε πάλι στο καβούκι του. Έτσι είναι ο Μενέλαος. Μην το παίρνεις προσωπικά», την παρηγορούσε. «Έτσι είναι και με τους φίλους του. Χάνεται για καιρό και μετά εμφανίζεται. Σάλπαρε πάλι ο καπετάνιος, άντε να δούμε τώρα πότε θα πιάσει λιμάνι, συνηθίζουμε να λέμε…».

Δεν έχει τελικά η αγάπη τη δύναμη που πίστευε, διαπιστώνει η Ζωή. Πέρασαν αγάπες και έρωτες από τη ζωή της και ένας γάμος που κράτησε πολλά χρόνια, αλλά πρώτη φορά ένιωσε έτσι. Τελικά, τα πρέπει και οι πεποιθήσεις είναι πιο ισχυρές από την αγάπη. Και οι φόβοι επίσης. Χτίζουν μια πανοπλία, μια σιδερένια πανοπλία με συστήματα ασφαλείας που δεν ανοίγει απ’ έξω. Μόνο από μέσα, και μόνο αν αποφασίσει αυτός που τη φοράει, να εμπιστευτεί ώστε να την ανοίξει.

Και τώρα, σε λίγο, θα περάσει από μπροστά του, θα τον δει μέσα από το τζάμι. Θα μπει μέσα. Θα τον κοιτάξει στα μάτια. Θα του μιλήσει. Μετά δύο μήνες σιωπής. Να του πει τι; Τα βήματά της έκαναν την είσοδό τους στον δρόμο που βρισκόταν το μαγαζί του. Αυτή την ώρα θα ήταν χωμένος στα χαρτιά, στις παραγγελίες, στις απαιτήσεις των πελατών του. Σημείο αναφοράς η δουλειά του. Αναγνώριση της αξίας του. Πρώτα η δουλειά του. Τα άλλα έπονται και υπολείπονται. Της άρεσε αυτή η προσήλωσή του˙ του έδινε το κύρος που, ούτως ή άλλως, είχε ως προσωπικότητα. Η καρδιά της χτυπούσε αποσυντονισμένα, άναρχα. Φορούσε το φόρεμα και τη μαντήλα της πρώτης τους συνάντησης. Μετρούσε την αρίθμηση του δρόμου, δώδεκα κτήρια τη χώριζαν από εκείνον. Κόσμος πηγαινοέρχονταν στον κεντρικό  δρόμο, τουρίστες και ντόπιοι. Κι αυτή μόνη, ολομόναχη.

Το βλέμμα της τον ξεχώρισε μέσα από το τζάμι. Καθισμένος στο γραφείο του, μιλούσε στο τηλέφωνο. Αγαπημένος, οικείος, όμορφος, σίγουρος. Μα και λυπημένος… Κοντοστάθηκε και κοκκάλωσε στην εικόνα του. Εκείνος προσηλωμένος στο τηλεφώνημά του, δεν την είδε. Πάγωσε ο χρόνος το βλέμμα της, τον αποτύπωσε, τον φωτογράφησε μέσα της.

«Μην μου ζητήσεις να πιούμε πρώτα καφέ», θυμήθηκε που της έλεγε.

«Δεν θα σου το ζητήσω, θα σε σφίξω κατευθείαν στην αγκαλιά μου», τον καθησύχαζε, τον χάιδευε με τη φωνή της, τον αγκάλιαζε με τη ζεστασιά της. «Αβάσταχτο το μακριά σου», του ψιθύριζε.

«Πού πήγε όλο αυτό;», αναρωτήθηκε και ταυτόχρονα το βήμα της, σαν υπνωτισμένο, κίνησε να προσπερνά την εικόνα του και ν’ απομακρύνεται στο τέρμα του δρόμου, προς την παραλία. Δεν μπήκε μέσα, δεν του μίλησε. Είχε συνειδητοποιήσει καθώς τον κοιτούσε, ότι αυτή η σκηνή ήταν σκηνή αποχαιρετισμού. Είχε νιώσει ότι το αντάμωμά τους ήταν ακόμα ζωντανό, και θα εξακολουθούσε να είναι, ανεξάρτητα από το αν είναι μαζί. Οποιαδήποτε παρέμβασή της θα ήταν παραβίαση της απόφασής του. Οι επιλογές δεν εξηγούνται πάντα με τη λογική. Αλλά ήταν και κάτι άλλο, μια δυνατή και βέβαιη αίσθηση που είχε όταν τον κοιτούσε πριν από λίγο: ότι αυτήν τη σκηνή του αποχαιρετισμού τους την είχε ξαναζήσει, ότι δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχαν ξανασυναντηθεί και πάλι είχαν αποκοπεί ο ένας από τον άλλο. Δεν ξέρει πού, δεν ξέρει πώς, δεν ξέρει πότε. Είναι σίγουρη όμως γι’ αυτό, όπως επίσης είναι σίγουρη ότι θα ξανασυναντηθούν, σ’ αυτή τη ζωή ή σε μια άλλη, μέχρι οι συνθήκες να  είναι  τέτοιες που θα επιτρέψουν να είναι για πάντα  μαζί.  Ένιωσε πως δεν είχε το κουράγιο και την επιθυμία να προσπαθήσει άλλο. Δεν ήθελε ν’ ανοίξει πάλι ο κύκλος με τον Μενέλαο. Τη βάραινε πολύ αυτή η προοπτική. Απορούσε μ’ αυτή τη μεταστροφή της. Πριν από λίγο έτρεμε από  αγωνία και αδημονούσε για τη συνάντησή τους. Και τώρα δεν ήθελε καν να του μιλήσει. Ένα βαθύτερο κομμάτι της την προστάτευε, την οδηγούσε σ’ έναν δρόμο πιο ευνοϊκό γι’ αυτήν, πιο φωτεινό… Απάλυνε τότε η λύπη της, γαλήνεψε. Ο πόνος είχε κάνει τη διαδρομή του… Κράτησε τον άνδρα αυτόν μέσα της, τον συν-χώρεσε στον πυρήνα της. Του ευχήθηκε τα ταξίδια της ζωής του και της ψυχής του να συνοδεύονται από ούριους ανέμους, και τράβηξε τον δρόμο της.

Ένα μόνο πράγμα εξακολουθούσε να τη βαραίνει τώρα, καθώς ξεμάκραινε από το νησί. Ένα σφίξιμο παρέμενε στο στήθος της καθώς ακουμπούσε στα κάγκελα του πλοίου, βυθισμένη στην αγαπημένη εικόνα του νησιού. Έχανε τον δικό της τόπο, η αναζήτησή της έπρεπε να συνεχισθεί. Πάλι από την αρχή, έπρεπε να ψάξει για άλλο νησί. Αυτό δεν μπορούσε να τους «αντέξει» και τους δύο…

 

 

 

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.