Σαν τον θάνατο βαθύ


Ίσα που άνοιγε η πόρτα και τα μάτια τους γυρνούσαν σαν μαγνητισμένα να δουν τον επισκέπτη. Ή της μίας ή της άλλης. Οι ώρες του επισκεπτηρίου ήταν καθορισμένες και το ρολόι έδειχνε ήδη το τέλος και αυτής της ημέρας.

Γέννησαν με μισή ώρα διαφορά η μία από την άλλη. Μαζί γύρισαν στο δωμάτιο. Μαζί ήρθαν κοντά τους και τα κορίτσια, το καθένα με ένα βραχιολάκι που έγραφε «θήλυ» και το επίθετο του πατέρα του. Ναι, και τα δύο κορίτσια ήταν υγιέστατα και όμορφα.

Το δωμάτιο γέμισε απ’ τη μυρωδιά της γέννας είπε η μάνα της Πετρούλας. Η Πετρούλα ήταν από την Καλαμάτα αλλά ζούσε εδώ και δύο χρόνια στην πρωτεύουσα. Ήταν ερωτικός μετανάστης. Κι αυτό το είπε η μάνα της. Η μάνα της Πετρούλας ήταν συνέχεια κοντά της. Μόνο η μάνα της. Η Πετρούλα έλεγε στην Ειρήνη πως οι φίλες της όλες και οι συγγενείς της ήταν στην Καλαμάτα και πως στην Αθήνα ήταν σχεδόν μόνη της με τον άνδρα της τον Πέτρο. Σύμπτωση, ε; Πέτρος και Πετρούλα. Όταν το είπε στη μάνα της πως γνώρισε τον Πέτρο της ευχήθηκε να χουν μια γερή και σταθερή ζωή οι δυο τους. Σαν την πέτρα της είπε και τον παντρεύτηκε. Ήταν ο πρώτος της έρωτας και είπε στην Ειρήνη πως θα ήταν και ο τελευταίος. Το ήξερε είπε.

Η Ειρήνη την άκουγε μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα κόκκινα χείλη της. Τα χείλη της Ειρήνης ήταν βαμμένα κόκκινα. Ο γιατρός της, ο κύριος Μήτρου, πολύ άσχημος άνδρας, έλεγε η Πετρούλα, επέμενε πως το μωρό της Ειρήνης έπρεπε να την πρωτοδεί περιποιημένη, όμορφη και χαρούμενη κι εκείνη κάθε πρωί έβαφε τα χείλη της με το κόκκινο κραγιόν της που δεν έφευγε κι όλο γελούσε. Ο πατέρας μωρού, ο Νικόλας, δεν έφευγε καθόλου από το προσκεφάλι του. Και οι γονείς της και ο αδερφός της και οι φίλες της. Είχε τον τρόπο της η Ειρήνη και στο πορτοφόλι και στην ψυχή. Πλούσια οικογένεια, αγαπημένη. Φαινόταν απ’ τα λουλούδια που είχαν πλημμυρίσει το δωμάτιο, τα δώρα, τα κεράσματα, τις αγκαλιές, τις χαρούμενες ματιές.  

Η Πετρούλα μετρούσε τους επισκέπτες της Ειρήνης και χαιρόταν μαζί τους και μιλούσε μαζί τους μέχρι που την τελευταία ημέρα έκλαψε μαζί τους. Ο Πέτρος δεν είχε έρθει να την δει. Βλέπεις ήθελε γιο, ο άντρας της, κι όχι κορίτσι. Για «παιδί» πήγαινε κι όχι για «αμανάτι».  

Τέσσερεις μέρες είχαν περάσει οι δυο γυναίκες μαζί κι ένοιωθαν σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Πολλές οι ώρες και ίδια η χαρά. Μεγάλη χαρά εκτός από κάποιες φορές που ήταν πιο μεγάλος ο πόνος. Έτσι είναι η ζωή, με δύο πρόσωπα έλεγε η μάνα της Πετρούλας, που τι να κάνει κι αυτή, μίλαγε, μίλαγε σχεδόν παραμίλαγε, ιδίως όταν η κόρη της μουρμούριζε στα κρυφά για να μην την ακούει η Ειρήνη, ότι δεν ήθελε να της φέρουν το μωρό της και ότι ήθελε να το δώσει και να πει πως πέθανε, μήπως και ησυχάσει ο Πέτρος και ότι είναι μικρή και θα κάνει κι άλλο παιδί που θα ’ναι «παιδί» κι όχι κορίτσι και...

«Τι να κάμω κι εγώ η κακομοίρα», έλεγε η μάνα της Πετρούλας στη μάνα της Ειρήνης που την ξεμονάχιασε κάποια στιγμή και της είπε τον πόνο της. «Την πάω με το καλό, λέω μήπως είναι της γέννας αυτά τα τρελά που λέει η κόρη μου».  

Η Ειρήνη προσπαθούσε να καταλάβει κι η Πετρούλα προσπαθούσε ν’ αντέξει. Την κάθε κουβέντα τους κάλυπτε μια λαχτάρα για τα μωρά τους. Αλήθεια, ψέματα, ο Θεός ξέρει.

Ήταν χαρακτηριστικός ο ήχος στους διαδρόμους της κλινικής όταν τα μικρά ανθρωπάκια κατευθύνονταν στις μητέρες τους. Αναταραχή και φωτεινά πρόσωπα στα δωμάτια του ορόφου. Έρχονται τα μωρά ακούγονταν τα σχόλια σαν απόηχος πανηγυριού. Τα πρόσωπα φώτιζαν απ’ τις καινούργιες ζωές. «Τη Μαρία μου και τα μάτια σου», είπε η Πετρούλα στη μάνα της και λες και τρόμαξε το παιδί και σκιάχτηκε.  

Στο δωμάτιο 33 η Πετρούλα από το πρωί της ημέρας εκείνης, είχε ανεβάσει  πυρετό. Οι γιατροί του ορόφου έκαναν την πρώτη νοσηλεία για την ασθενή τους και περίμεναν τον γυναικολόγο της. Η Πετρούλα ετοίμαζε το ταξίδι της. Μάζεψε τα πράγματά της με υπομονή και κόπο, μιας και ήταν πραγματικά εξαντλημένη, κάτι σημείωσε στο μικρό ροζ μπλοκάκι της και μετά πλησίασε την Ειρήνη, την πήρε αγκαλιά και της είπε ένα ευχαριστώ με σφιγμένα τα δόντια από τον πόνο και τα δάκρυα.

«Θα πας Καλαμάτα ή στο σπίτι σου εδώ στην Αθήνα;», τη ρώτησε η Ειρήνη.

Η Πετρούλα καθισμένη δίπλα στο παράθυρο κοιτούσε με λαχτάρα τη βροχή. Το κεφάλι της βούιζε σαν μελίσσι και η «καλεσμένη της», μια μέλισσα, μόλις είχε ακουμπήσει το κεντρί της στο αριστερό της στήθος. Ευτυχώς το γάλα δεν της έκανε την τιμή να την επισκεφτεί τόσες μέρες λες και ήξερε τι θα ακολουθήσει αν και η μάνα της όλο και της πίεζε το στήθος.  

Εκεί στο αριστερό της στήθος έχυσε η μέλισσα το φαρμάκι της και ξεψύχησε αμέσως. Τώρα περίμενε τη σειρά της η Πετρούλα για να μπει στο κλαμπ των πεθαμένων.

«Καλύτερα να φύγω από τη μέση», είπε αξημέρωτα στην Ειρήνη. Δεν θα καταφέρω να γίνω μάνα.  Δεν ξέρω ν’ αγαπώ άλλον από τον Πέτρο. Τη Μαρία μου την ελευθερώνω από μένα. Είναι καλύτερα να  είναι ορφανή παρά προδομένη η μικρή μου νεράιδα.

Η Ειρήνη είχε κλείσει τα μάτια της. Όλο το βράδυ προσπαθούσε να την πείσει ότι όλα μπορούν να αλλάξουν. Στο διάφανο πλαστικό ποτήρι του καφέ της η Πετρούλα έριξε τη μέλισσα. Το κεφάλι της βούιζε, τα χέρια της έκαιγαν απ’ τον πυρετό και η ψυχή της αδύναμη παρέδιδε το σώμα της αμαχητί.

Θα φύγω, είπε σιγανά στην Ειρήνη, για άλλη μια φορά. Τα βλέμματα των δύο γυναικών διασταυρώθηκαν. Η Πετρούλα με ένα νεύμα της έδειξε στην Ειρήνη τη νεκρή μέλισσα μέσα στο ποτήρι. «Είμαι αλλεργική στις μέλισσες», της είπε. Η Ειρήνη άρχισε να φωνάζει και να προσπαθεί να κρατήσει όρθια τη φίλη της που αφέθηκε στην αγκαλιά της με τ’ όνομα της κόρης της στα χείλη της για τελευταία φορά.

«Να προσέχεις τη Μαρία μου».

Η Ειρήνη δεν πρόλαβε να της πει ότι εκείνη δεν είχε κάποιον σαν τον Πέτρο να σκεφτεί. Ο Νικόλας ήταν μόνο ο πατέρας της κόρης της κι εκείνη ήταν επιτέλους μάνα. Δεν πειράζει σκέφτηκε. Τι ένα κορίτσι, τι δύο. Θα τις μεγάλωνε σαν νεράιδες. Είχε αγάπη και για τις δύο. Ύστερα. ακούστηκε ένα «αχ» σαν τον θάνατο βαθύ.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.