Αυτό

Δεν θυμάμαι από πότε το κουβαλούσε. Αναρωτιέται πώς δεν ένιωθε το βάρος του στο παρελθόν. Τώρα, του φαίνεται αβάστακτο. Τον κάνει να  καμπουριάζει. Να πονάει ολόκληρη η δεξιά πλευρά του. «Αυτό» πάντα στοιβαζόταν εκεί – εκεί ήταν το σπίτι του, η γωνιά του. Ποτέ δεν πλησίαζε αριστερά, μην τυχόν κι ακουμπήσει ένα συναίσθημα, μια μνήμη. Μπορεί να ήταν καταστροφικό. Δεν το διακινδύνευε.

Δεν έχει ιδέα πώς θα ήταν η ζωή του χωρίς «αυτό». Ούτε και θέλησε ποτέ του να μάθει. Κυρτός βαδίζει στη λεωφόρο. Ο αέρας έχει σηκώσει σαν κεραίες τις άσπρες λιγοστές τρίχες από τα μαλλιά του. Σαν εξωγήινος μοιάζει που προσπαθεί να επικοινωνήσει με το «Πέραν». Ο ίδιος δεν ξέρει τον λόγο, αλλά νιώθει ότι διαφορετικά, πρωτόγνωρα «κύματα» πιάνει σήμερα. Οι παρεμβολές βέβαια είχαν αρχίσει από καιρό. Σήμερα όμως είναι κανονικά σήματα, συντεταγμένα «εν αρμονία»  και πλήρως αποκωδικοποιήσιμα. Ένα μπλε παλτό καλύπτει το σώμα του κι «αυτό». Τα πόδια του με μεγάλη δυσκολία μετακινούνται. Τα μάτια του χαμηλωμένα μετρούν τα σημάδια από τις κολλημένες τσίχλες στα πεζοδρόμια. Δεν αντέχει τη βουή των αυτοκινήτων, ούτε τις φωνές του κόσμου ούτε την κίνησή τους τη βιαστική, την ανυπόμονη, την υστερική. Σαν να είναι αναγκασμένος να περάσει μέσα από έναν τυφώνα προκειμένου να τακτοποιήσει εκκρεμότητες, να κόψει άλλο ένα κεφάλι από τη Λερναία Ύδρα, που γι’ άλλη μια φορά έκανε την επίσκεψή της στη ζωή του.  Τίποτε στη ζωή του δεν εξελισσόταν εύκολα. Και τα πιο απλά πράγματα περιπλέκονταν μ’ έναν θαυμαστά αξιοπερίεργο, απελπιστικά τραγικό, σχεδόν μεταφυσικό τρόπο. Έλεγες πως κάτι βαρύ τον κυνηγούσε και δεν τον άφηνε ν’ ανασάνει.

Κι «αυτό» είναι τόσο ανήσυχο σήμερα. Είναι γιατί καταλαβαίνει την αλλαγή μου, τη δυσφορία που μου προκαλεί η παρουσία του. Διαβάζει άλλωστε όλες μου τις σκέψεις. Αναρωτιέται τα αίτια αυτής της μεταστροφής, μετά τόσα χρόνια σταθερής σχέσης, σκέφτεται. Η αλήθεια είναι ότι και ο ίδιος σήμερα δεν αναγνώριζε τον εαυτό του… Άκουγε μια άλλη φωνή μέσα του, συναντούσε μια άλλη αίσθηση. Δεν τ’ αναγνώριζε, αλλά του άρεσαν, τον ζωντάνευαν…

«Δεν επιτρέπεται αυτό στην ηλικία σου. Δεν βλέπεις τ’ άσπρα μαλλιά σου;», ακούει τη θυμωμένη φωνή «αυτού».

Αν χαλαρώσει λίγο ακόμα τη μασχάλη του, ξέρει πως «αυτό» θα πέσει κάτω. Και θα το ξεφορτωθεί. «Δεν πρέπει να χαλαρώνεις», του τόνιζε, κι αυτός το εφάρμοζε κατά γράμμα. Σήμερα όμως αυτή η καινούργια αίσθηση τον σπρώχνει να ξεφύγει από τις οδηγίες. Τον ωθεί να επαναστατήσει, ν’ αντισταθεί. Ξέρει βέβαια πως «αυτό» έχει τον έλεγχο. Ένα δάγκωμά του κι όλα τελειώνουν ακαριαία. Αλλά ευελπιστεί ότι δεν θα το  κάνει, γιατί έτσι ρισκάρει και τη δική του ζωή. Φίδι είναι, δεν γλιτώνει από τους ανθρώπους, αν το βρουν μαζί του θα το λιώσουν. Αυτός το μάζεψε, το πήρε σπίτι του, ζουν μαζί. Κι όταν βγαίνει  έξω, πάντα μαζί του το παίρνει. Μόνος του ποτέ…

Από την πρώτη στιγμή ταίριαξαν. Αυτός το έχει ανάγκη, το χρειάζεται. Το δε  φίδι βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες στο σώμα του, στο δε μυαλό του ακόμα ευνοϊκότερες. Ακινησία, ακαμψία, σταθερότητα. Απεχθάνονταν τις μετακινήσεις και τις αλλαγές. Τα ταξίδια σ’ άγνωστους τόπους. Την ποικιλία και τα χρώματα. Τις συναναστροφές και τις εμπειρίες. Τη μουσική και τις φωνές. Τα γέλια και τα κλάματα. Τα ποτάμια και τις θάλασσες. Τις ονειροπολήσεις και τα όνειρα...

Το φίδι είναι πολύ σοφό! Γνωρίζει τα πάντα! Ζει μόνο με βεβαιότητες. Δεν αμφιβάλλει, δεν αναρωτιέται, δεν αμφιταλαντεύεται. Δεν έχει διλήμματα, δεν έχει ευαισθησίες, δεν συγχωρεί παραβάσεις. Δεν επιτρέπει αντιρρήσεις, δεν χαμογελά, δεν χαλαρώνει τα σχοινιά. Δεν θέλει αλλαγές, δεν ακροβατεί, δεν τρέφει αυταπάτες, δεν έχει προσδοκίες από κανέναν. Δεν έχει έλεος, δεν έχει ηλικία, δεν υπόκειται στους νόμους της φθοράς και της  εντροπίας, δεν κοιμάται ποτέ. Έχει πάντα δίκιο, έχει σταθερές αξίες, είναι αυστηρό. Κρίνει τα πάντα, βλέπει τα πάντα, ακούει τα πάντα. Οριοθετεί, τιμωρεί. Έχει σοβαρότητα και κύρος. Είναι αφέντης και άγρυπνος φρουρός, ταυτόχρονα.

Ένιωθε ασφαλής με τις οδηγίες του φιδιού. Ήταν πεπεισμένος ότι δεν θα  μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτό. Τουλάχιστον χωρίς να κινδυνεύσει. Μαζί του είχε μια πορεία σιγουριάς. Δεν διακινδύνευε τίποτε. Εξάλλου είχε αποδειχθεί  πολλές φορές το αλάθητο των απόψεών του. Ήταν η πυξίδα του, χωρίς την παρουσία του θα χανόταν. Έρημος η ζωή. Πάντα έτσι τη βίωνε. Έρημος αχανής, αχαρτογράφητο τοπίο. Πώς να επιβιώσει χωρίς τη συνδρομή του φιδιού; Χωρίς την καθοδήγησή του, τις συμβουλές του, τη σιγουριά ότι θα τον επαναφέρει στην ορθή πορεία, θα τον προφυλάξει από κάθε κίνδυνο εκτροπής του. Βρισκόταν σ’ έναν αδιάλειπτο διάλογο μεταξύ τους, τη φωνή του την άκουγε συνεχώς μέσα στο μυαλό του. Δεν τον άφηνε ποτέ σε ησυχία.

Και τώρα, ξαφνικά τον βαραίνει η συνύπαρξή τους. Τον βαραίνει η μοναξιά που επέλεξε για το χατίρι του. Απειλούσε ότι θα τον εγκατέλειπε αν τολμούσε να φέρει κι άλλον συγκάτοικο. Κι αυτός έτρεμε στην ιδέα να το χάσει. Δεν ήξερε πώς να ζήσει. Μόνο το φίδι μπορούσε να του δείξει έναν τρόπο.

Αν χαλαρώσει λίγο τους μύες της μασχάλης του, θα συνεχίσει τον δρόμο του  ανενόχλητος, σαν να μην συμβαίνει  απολύτως τίποτα… Θα το ξεφορτωθεί μια και καλή. Απότομη πρέπει να ’ναι η κίνηση και σβέλτη. Να το αιφνιδιάσει. Να μην προλάβει να τον μεταπείσει. Και μετά, μόνος θα ζούσε, ελεύθερος. Χωρίς φωνές στο κεφάλι και δεσμεύσεις στο σώμα. Δεν με νοιάζει τι θ’ απογίνει, σκέφτηκε. Μπορεί και να τη γλιτώσει αν προλάβει κάπου να τρυπώσει…

Μα πώς θα το κάνω αυτό; Τόσα χρόνια έχω επενδύσει στην παρουσία του. Έχω  πάρει το σχήμα του, έχω τη φωνή του, την αύρα του (ένας δυνατός θόρυβος τον επανέφερε στην πραγματικότητα). Γελώ με το γέλιο του, βλέπω με τα μάτια του, σκέφτομαι με το μυαλό του. Υιοθετώ τις απόψεις του, νιώθω με τα συναισθήματά του, έχω τις αξίες του, ζω με τις απαιτήσεις του, προσαρμόζομαι στις ανάγκες του. Ποιος θα είμαι χωρίς αυτό, ανατρίχιασε στην ιδέα και έκανε να σφίξει προστατευτικά τη δεξιά μασχάλη του, την ίδια στιγμή που ένα φριχτό τσίμπημα στο σημείο εκείνο τον σώριασε στη μέση του δρόμου.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.