Τι θα γίνω;

ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ Νεκρή βρέθηκε στο διαμέρισμά της 75χρονη γυναίκα. Τη νεκρή τη βρήκε γειτόνισσα που τη φρόντιζε, λόγω απουσίας της οικονόμου της. Εξετάζονται τα αίτια του θανάτου της.


Να μαζέψω τα πράγματά της. Να πετάξω τα παλιά της ρούχα. Τα πιο καινούργια να τα δώσω στην κυρά Ευτέρπη. Ταιριάζει το σουλούπι της με την πεθαμένη. Δεν έχει και λίγη σαβούρα μαζεμένη...

«Πέταξε και κάτι. Τα χρειάζεσαι αυτά κι αυτά κι αυτά;», της έλεγα. «Όχι. Τότε τι τα κρατάς;».

Αλλά τι τα θες; Είτε μιλούσα είτε όχι, αυτή το βιολί της. «Μην τρως γλυκά καλέ», της έλεγα. «Δεν καταλαβαίνεις; Ο γιατρός είπε ούτε μυρωδιά». Σαν μωρό κατέβαζε το κεφάλι της και έλεγε ότι δεν θα το ξανακάνει. Αλλά εσύ είσαι που το λες; Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου… Έβρισκα στα σκουπίδια χαρτιά από σοκολάτες. Να ’ξερα ποιος της τα έφερνε. Αχ! Μόνο να ’ξερα. Αλίμονό του! Αυτός να της κάνει τον καλό και να τα τραβάω μετά εγώ. Τη μια ανέβαινε το σάκχαρο, την άλλη ένιωθε ζαλάδες, την πιο άλλη αναγούλες.
Και τι να κάνω εγώ; Θεός είμαι; Τι να πρωτοπρολάβω; Το σπίτι να καθαρίσω, να ψωνίσω, να μαγειρέψω, να τη λούσω; Ένας άνθρωπος κι εγώ. Μόνη, ολομόναχη. Τα παιδιά της ούτε να τη δουν, ούτε να την αντικρίσουν. Έτσι, έστω για τα μάτια του κόσμου. Τίποτα, εξαφανισμένα. Πού και πού κάνα τηλέφωνο, έτσι μην τυχόν μάθουν κι από τις ειδήσεις το κακό. Και δες πώς τα φέρνει η ζωή! Από τις ειδήσεις το μάθανε. Και που το μάθανε δηλαδή, τι έγινε; Ένα στεφάνι έστειλαν. Της τα έλεγα εγώ. Άλλαξε τη διαθήκη σου να δουν αυτά. Αλλά αυτή: «Τι να κάνουν κι αυτά, έχουν τις δουλειές τους, δεν προλαβαίνουν». Συνέχεια να μου τα δικαιολογεί. Τι να  σου πω, τα καημένα... Μόνο που τα σκέφτομαι τώρα, σηκώνεται η τρίχα μου. Εντάξει, ό,τι κι αν έγινε, μάνα τους  είναι. Ούτε στην κηδεία της να ’ρθουν; Βέβαια, και η συγχωρεμένη, πού να τολμήσει να διαμαρτυρηθεί; Λερωμένη την είχε τη φωλιά της. Θα τ’ άκουγε όλα μαζεμένα και δεν τ’ άντεχε να ξανασυμβεί.

Μόνον η Αλέκα η ξαδέλφη της ρωτούσε καμιά φορά εάν μπορεί και πώς να βοηθήσει. Και δεν το ’λεγε για τα μάτια του κόσμου. Όχι. Την αγαπούσε τη συγχωρεμένη, την πονούσε. Αυτή ήταν δίπλα της πάντα, σ’ αυτήν έλεγε τον πόνο της, μ’ αυτήν μόνο είχε κρατήσει επαφή, τότε στα δύσκολά της η μακαρίτισσα. Μόνο αυτή δεν τη έκρινε, δεν την κακολόγησε ποτέ. Άσχημη κουβέντα από το στόμα της Αλέκας δεν βγήκε ποτέ για την ξαδέλφη της. Αυτή κι εγώ μόνο την κλάψαμε. Έτσι κι αλλιώς, καμιά δεκαριά άτομα ήμασταν στην κηδεία της. Εμείς και κάποιοι γείτονες. Και ο Απόστολος ήρθε˙ δεν το περίμενα να ’ρθει αυτός κι όχι τα παιδιά τους! Δάκρυ βέβαια δεν έριξε. Σε μιαν άκρη σοβαρός, ατάραχος. Τι σου είναι η ζωή;…

Πού να τα βάλω τώρα αυτά; Κουτιά με φωτογραφίες, γράμματα.. Τα παιδιά είπαν να αδειάσω το σπίτι. Θα το πουλήσουν. “Λυπούμαστε, πρέπει να δεις πού θα μείνεις. Έχουμε ανάγκη και θα το πουλήσουμε το σπίτι”. Ψέματα. Δεν ντρέπονται να μου πουν τέτοιο ψέμα;! Τόση περιουσία ο πατέρας τους, και τους την έγραψε όλη επάνω τους…

Και τι να τα κάνω τα πράγματα της; «Να κρατήσεις ό,τι θες και να τα πετάξεις τ’ άλλα»,  ήταν η απάντηση. Και πού να πάω τώρα εγώ; Κάποια χρήματα έχω στην άκρη βέβαια, από τα μηνιάτικα που μου έδινε η μακαρίτισσα. Αλλά τα έτοιμα φεύγουν.  Πρέπει να βρω δουλειά. Δύσκολος άνθρωπος η μακαρίτισσα. Πολλές φορές έβλεπα στα μάτια της ικανοποίηση  που με ταλαιπωρούσε. Αλλά έλα που είχα ανάγκη τα χρήματα κι ένα σπίτι να μείνω. Από μικρή με ήξερε, φιλενάδα της μάνας μου. Με λυπήθηκε όταν γύρισε από τις «Αμερικές» που είχε φύγει με εκείνον τον προκομμένο που ερωτεύτηκε και άφησε άντρα και παιδιά πίσω της. Έρμη και μόνη εγώ, έμεινα στον δρόμο όταν πέθανε ο Μανώλης. Στον ήλιο, μοίρα δεν είχα. Έλα να μείνεις μαζί μου, να με φροντίζεις, μου είπε. Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν από τότε. Μέρα-νύχτα μαζί της.

Τη θυμάμαι στα νιάτα της… Έτριζαν τα πεζοδρόμια όταν περπατούσε. Μελαχρινή με πράσινα μάτια και μια κορμοστασιά, άλλο να στο λέω κι άλλο να τη βλέπεις! Σταρ του κινηματογράφου... Την κυνήγησε πολύ ο Απόστολος. Σκυλί έγινε, από πίσω της έτρεχε. Την πήρε τελικά, κάνανε και τα δύο παιδιά.

Γι’ άλλα ήταν φτιαγμένη όμως αυτή. «Ερωτεύτηκα» μου έλεγε, «ερωτεύτηκα πολύ».

«Και τα παιδιά σου; Πού τα αφήνεις τα παιδιά σου; Μάνα είσαι εσύ;». Κατέβαζε τα μάτια της κι έκλαιγε. Και μετά μου ’βγαζε την ψυχή, μου το κρατούσε η αθεόβοφη. Κάνε κι αυτό, κάνε κι εκείνο, πήγαινε κι εδώ, πήγαινε κι εκεί, θέλω κι αυτό, θέλω και το άλλο. Οι τύψεις της την κάκιωναν. Και που δεν της το συγχώρεσαν τα παιδιά της, όταν γύρισε μετανιωμένη.

Και τι θα γίνω εγώ της έλεγα; Πρέπει να με εξασφαλίσεις. Θα βρεθώ στον δρόμο. Κρίμα είμαι, τόση περιουσία έχεις. Να τα μας τώρα! Δεν την ένοιαζε καλέ, καρφί δεν της καίγονταν για το τι θ’ απογίνω. Μόνο τον εαυτό της σκεφτόταν. Τέτοια ήταν, την καλοπέρασή της κοιτούσε.

Αυτό το παλτό θα το κρατήσω εγώ. Κασμίρ μου έλεγε, από το Παρίσι το αγόρασα. Μου άρεσαν οι ιστορίες που μου ’λεγε από τα ταξίδια της! Με τις ώρες να την ακούω...

Και τόσα  παπούτσια, τι τα κρατούσε; Τίποτα δεν έδινε. Κι ας μην τα φορούσε εδώ και χρόνια. Θαρρείς θα τα έπαιρνε μαζί της. Και με τα λεφτά; Τσιγκούνα... Το μηνιάτικο ακριβώς. Ούτε δραχμή παραπάνω. Ούτε για να πάρω κάτι στη γιορτή μου ή τα Χριστούγεννα. Τίποτα, τίποτα.

Και τώρα τι θα γίνω εγώ; Πού να πάω, Θεέ μου; Έπρεπε κι εγώ να τη ζορίσω λίγο. Να της πω: ή μου γράφεις το σπίτι ή φεύγω. Αλλά έλα που τη λυπόμουν. «Θα με πετάξουν τα παιδιά σου», της έλεγα. «Εγώ όλα τα χατίρια σού τα κάνω. Όχι, δεν σου έχω πει».  Είτε της μιλούσα είτε όχι, το ίδιο  πράγμα. Αγύριστο κεφάλι. Ο Θεός να τη συγχωρήσει.  Αχ! να μην είμαι εδώ να της κλείσω τα ματάκια της. Δύο μέρες έλειψα, στα τόσα χρόνια  ρούπι δεν είχα κουνήσει από δίπλα της. Δύο μέρες  έλειψα, να πάω να δω την αδελφή μου, που είναι στα τελευταία της. «Να πας», μου είπε. «Να την αποχαιρετήσεις». Και δεν αποχαιρέτησα εκείνην. Τι είναι αυτή η ζωή; Πώς τα φέρνει έτσι; Να μην έχει ούτε εμένα, να της σταυρώσω τα χεράκια της;  

Τι θα κάνω τώρα εγώ; Πού θα πάω; Μου λες; Δεν μιλάς, ε; Δεν έπρεπε να μ’ αφήσεις έτσι. Εσύ που γύρισες όλον τον κόσμο μες στα μεγαλεία, μ’ άφησες στον δρόμο. Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό. Δεν έπρεπε να φύγεις έτσι. Χωρίς να σ’ αποχαιρετήσω. Τι είναι η ζωή; Πώς τα φέρνει έτσι;

 


ΤΟΠΙΚΑ ΝΕΑ Σε άγριες δικαστικές διαμάχες με την οικονόμο της μητέρας τους βρίσκονται τα τέκνα της 75χρονης που βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της στην πόλη μας. Η διαμάχη αφορά την περιουσία της νεκρής, αφού στη διαθήκη της  άφηνε μοναδική της κληρονόμο την οικονόμο της Μαρίκα Κοροβίλου. Οι κόρες της 75χρονης ισχυρίζονται ότι η μητέρα τους παραπλανήθηκε και πείσθηκε με δόλιο τρόπο γι’ αυτή της την απόφαση. Στον ανακριτή κλήθηκε σήμερα η οικονόμος προκειμένου να δώσει κατάθεση.  

 

 

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.