Η Σμυρνιά

Ένα αλλιώτικο πρωινό. Ένα άσχημο όνειρο ήταν η αιτία που η κυρά Βασιλεία ξύπνησε κακόκεφη και σκόνταψε πάνω στις μεγάλες πλαστικές σακούλες, πηγαίνοντας προς την κουζίνα για το πρωινό των εγγονιών της. Λησμόνησε ότι δεν είχε παραδώσει ακόμη τα ραμμένα πουκάμισα στον κυρ-Κώστα τον βιοτέχνη. Αυτά τα πουκάμισα που την βοηθούν να μεγαλώνει τις εγγονές της.

Το βλέμμα της γλύκανε καθώς πλησίασε τη ραπτομηχανή της. Την χάιδεψε. «Με πόσο ιδρώτα και πόσα δάκρυα την έχω ποτίσει όλα αυτά τα χρόνια», σκέφτηκε. Ατελείωτες ώρες δουλειάς και στενοχώριες, λύγιζε απ’ τα βάσανα της ζωής, κάθε φορά που τον θυμόταν. Λες και τον ξέχασε ποτέ; Ας όψεται η Σμυρνιά. Η κυρά Βασιλεία παντρεύτηκε, μεγάλωσε παιδιά, εγγόνια, γέρασε πια, αλλά το μίσος της για τις Σμυρνιές σταθερό. Όταν την εγκατέλειψε ο «ακατανόμαστος», ούτε το όνομά του δεν ήθελε να αναφέρει, ήταν μόλις είκοσι χρόνων, έγκυος στο παιδί τους. Το γέννησε σ’ ένα απόμερο χωριό της Μήλου και της το πήραν αμέσως για υιοθεσία. Η Μήλος ήταν το νησί που γεννήθηκε, μεγάλωσε κι ερωτεύτηκε, τον πρώτο και μοναδικό έρωτά της, η κυρά Βασιλεία.

Μετά από πέντε χρόνια «πένθους» ήρθε στην Αθήνα και παντρεύτηκε τον Γιάννη με προξενιό. Πέντε χρόνια είχε φορέσει τα μαύρα για τον έρωτα και το παιδί που έχασε. Τι κι αν έκανε ακόμη δύο παιδιά; Εκείνο, το πρώτο της, δεν το ξεχνούσε, και κάποτε άφηνε υπονοούμενα για την ύπαρξή του στα άλλα της παιδιά, χωρίς όμως να το παραδεχτεί ποτέ. Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια. Ρίχνοντας το ανάθεμα στη Σμυρνιά που ξελόγιασε τον «ακατανόμαστο», μετέφερε το μίσος αυτό στις εγγονές της, τη Βασιλεία και την Ιωάννα.

Μέχρι εκείνο το πρωινό, που ένα φορτηγό ξεφόρτωνε έπιπλα στην απέναντι μονοκατοικία. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ήταν οι νέοι της γείτονες, όπως την έμαθε. Βγήκε να τους καλωσορίσει, μα το αίμα της πάγωσε. Απέναντί της στέκονταν ο «ακατανόμαστος» με τη Σμυρνιά του. «Μήπως είναι ένα κακό όνειρο;» μουρμούρισε. Έκλεισε τα μάτια της και τα ξανάνοιξε αλλά απέναντί της ακόμη βρισκόταν εκείνος. Όμορφος, όπως τότε. Η Σμυρνιά πήγε και στάθηκε πιο πέρα. Πενήντα χρόνια μετά, ο ένας απέναντι στον άλλο. «Συγνώμη», ψέλλισε αυτός. «Σηκωθείτε και φύγετε τώρα αμέσως», φώναξε η κυρά Βασιλεία με όση δύναμη είχε.

Σε μία εβδομάδα έφυγαν και σ’ ένα μήνα έφυγε και η κυρά Βασιλεία για πάντα.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.