Η επέτειος

Πρώτη Ιουνίου 2018. Κάθε χρόνο, αυτήν την ημέρα, η Βέτα δέχεται την επίσκεψη συγγενών και φίλων και χαίρεται σαν μικρό παιδί. Το απλανές της βλέμμα φωτίζεται και μας χαμογελά. Έτσι χαμογελαστή ήταν πάντα. Αυτό το χαμόγελό της αιχμαλώτισε και τον άντρα της κι εκείνος την έκλεψε. Μικρότερη από τις τέσσερεις αδελφές της, ήταν μόλις δεκαέξι χρόνων όταν εγκατέλειψε για χάρη του Μίμη σε μία νύχτα την οικογένειά της και το Αργοστόλι. Ένα προξενιό τον είχε φέρει στην Κεφαλονιά αλλά ένας κεραυνοβόλος έρωτας τον οδήγησε στην απαγωγή της Βέτας, αμέσως μετά τον αρραβώνα του με τη μεγάλη της αδελφή, την Ασπασία, που είχε τα διπλά της χρόνια και ήταν συνομήλικη του Μίμη.

Η Βέτα ήταν ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά αλλά ευκολόπιστη, στην γειτονιά την έλεγαν αγαθή. Ο Μίμης της έταξε πολλά κι αυτή τον πίστεψε. Πίστεψε ό,τι κι αν της είπε όλα τα χρόνια που ζήσανε μαζί. Παντρεύτηκαν κι έκαναν δύο παιδιά, τον Γιάννη και την Τασούλα. Τ’ ανάθρεψε με δυσκολίες η Βέτα γιατί ο Μίμης ψεύτης και τεμπέλης. Κάποτε τους έκαναν ακόμη κι έξωση από ένα μικρό διαμέρισμα που νοίκιαζαν κάπου στην οδό Φυλής, δίπλα σ’ έναν οίκο ανοχής. Στενοχωρήθηκε η Βέτα που έχασε τις φίλες της. «Ταλαιπωρημένες ψυχές, αναγκάζονται να εκδίδονται για να ζήσουν αυτές και τα παιδιά τους», έλεγε.

Ο Μίμης τις θαύμαζε και κατά κάποιον τρόπο έσπρωχνε και τη Βέτα προς τα εκεί. Της έλεγε ότι το επάγγελμα ης πόρνης είναι  πολύ επικερδές κι ότι εάν το έκανε για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, θα εξασφάλιζε το μέλλον των παιδιών τους. Η Βέτα αντιστάθηκε τα πρώτα χρόνια, αλλά ήρθε κάποια στιγμή που δεν είχε άλλη επιλογή. Όσο μάλιστα έβλεπε αυτά που τις έδειχνε ο Μίμης, ότι τ’ αγόραζε εκείνος με τα λεφτά της δικιά της δουλειάς, τόσο πιο εντατικά δούλευε εκείνη.  Από τον πρώτο κιόλας καιρό πήγε και της έδειξε μια ολόκληρη πολυκατοικία και μια Μερσεντές φυλαγμένη σ’ ένα γκαράζ και της υποσχόταν ότι θα ήταν δικά τους όταν τα εξοφλούσαν.

Κάποτε αποκαλύφθηκε το ψέμα, η Βέτα δεν άντεξε και παρανόησε. Από τότε βρίσκεται εδώ μέσα, σ’ αυτόν τον ξενώνα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Δαφνίου. Τον Μίμη που πέθανε στο μεταξύ, δεν τον ζήτησε ποτέ. Μόνο τον Γιάννη, τον γιο της ζητάει, από την κόρη της κι απ’ όλους εμάς, κάθε φορά που πηγαίνουμε να την δούμε. «Ταξιδεύει» της λέμε όλοι και της δίνουμε ένα ακόμη γράμμα του. Ένα ακόμη ψεύτικο γράμμα του Γιάννη της, που εδώ και πέντε χρόνια δεν βρίσκεται πια στον κόσμο αυτό. Πρώτη Ιουνίου του 2013 τον βρήκαν κρεμασμένο στο μπαλκόνι ενός κακόφημου ξενοδοχείου.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.