Η επιστροφή του ασώτου


Τα όνειρά μου παραμένουν άσωτα. Δραπετεύουν τις νύχτες από τα ανοικτά παράθυρα. Ατίθασα και ανυπότακτα. Έφηβοι, παρά την ηλικία τους. Έφηβοι επαναστάτες που κινούν τα νήματα μιας ζωής όπως ακριβώς τη γουστάρουν, χωρίς περιορισμούς και υποχωρήσεις. Η αλήθεια βέβαια είναι πως κι εγώ ποτέ δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα με τη διαπαιδαγώγηση και την ενηλικίωσή τους. Τα εμπιστεύτηκα. Αυτά και τη διαδρομή τους. Από τη μια πλευρά. Γιατί, από την άλλη, ποτέ δεν τα πήρα στα σοβαρά. Έτσι μεγαλεπήβολα και φαντασιόπληκτα που ήταν. Σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή θα σπάσουν το κεφάλι τους και θα προσγειωθούν. Αλλά πού! Επτάψυχα!

Πάντως, έχουμε βρει τις ισορροπίες μας. Αυτά τη ζωή τους κι εγώ τη δική μου. Κολλητιλίκια και εξαρτήσεις του ενός από τον άλλο τα είχα ξεκόψει από την πρώτη στιγμή. Δεν θα περιορίσω εγώ την ελευθερία μου για κάποια πτερόεντα όνειρα. Μόνιμη εγκατάσταση αποκλείστηκε κατηγορηματικά. Μια χαρά τα βόλεψε αυτά, έτσι ελεύθερα που ήταν. Μια χαρά με βόλεψε κι εμένα γιατί μ’ άφηναν απερίσπαστη στις διαδρομές μου.

Κάπου κάπου με νοσταλγούν και επιστρέφουν. Με συγκινεί η αφοσίωσή τους. Συνήθως έρχονται, κάποια δύσκολα πρωινά, μετά τα ξενύχτια τους και γεμάτα απογοητεύσεις. Τα παρηγορώ τότε, τα σφιχταγκαλιάζω. Πίνουμε παρέα τον καφέ μας και φεύγω για τη δουλειά. Αυτές  τις μέρες τα έχω συνέχεια στο μυαλό μου. Αλλά όταν γυρίζω σπίτι  το μεσημέρι και τα βλέπω, άλλα να κοιμούνται κι άλλα να έχουν στρογγυλοκαθήσει στους καναπέδες, ασφυκτιώ. Ταράζομαι. Θέλω επειγόντως την ησυχία μου, την ελευθερία μου.

Όταν με επισκέπτονται τα δειλινά, σπανιότερα ευτυχώς, τότε είμαι πιο ευάλωτη. Τα παίρνω από το χέρι και πηγαίνουμε μεγάλες βόλτες. Στη θάλασσα κυρίως.  Συμπίπτουμε σ’ αυτό. Ταυτίζεται το όνειρό μας για ένα σπίτι πάνω στο κύμα. Ίσως κάποτε μπορέσουμε να συνεργαστούμε στην υλοποίησή του. Και τα όνειρα έχουν όνειρα, με ξεπερνούν.

Ξεχνιόμαστε  με τις ώρες, τυλιγμένοι μες στα μωβ, τα πορτοκαλί και τα κόκκινα του ορίζοντα. Με παίρνουν τότε όλα μαζί αγκαλιά, εκεί στην αμμουδιά και μου τραγουδούν. Χορεύουμε, παίζουμε σαν παιδιά και πετάμε. Ναι, πετάω κι εγώ μαζί τους! Μου έχουν μάθει τον τρόπο. Στην αρχή δεν τα πίστεψα. Νόμισα ότι ήταν πάλι η αφέλεια και η ανευθυνότητά τους αυτή που μιλούσε. Επέμεναν όμως ότι θα μπορούσα να το κάνω. Αρκεί να τα εμπιστευτώ. Χρειάζεται μόνο μου είπαν, να κουνήσω αρκετές φορές συνεχόμενα τα χέρια μου πάνω-κάτω. Σαν φτερά. Πριν απ’ αυτό να έχω βγάλει όλες τις σκέψεις από το κουτί που τις κρατώ αποθηκευμένες και να τις βάλω προσωρινά σ’ ένα μπαλόνι. Με διαβεβαίωσαν ότι θα τις έπαιρνα πάλι πίσω στο τέλος της «πτήσης». Αυτό με καθησύχασε. Δοκίμασα λοιπόν και είχαν δίκιο... Κατάφερα να πετάξω. Απίστευτη αίσθηση! Πέταξα πάνω από βουνά, πράσινα λιβάδια, θάλασσες. Πήγα στο νησί που αγαπούσα. Πετούσα και μπαινόβγαινα από τα ανοικτά παράθυρα σπιτιών, ανάμεσα από δέντρα. Δεν τα κατάφερνα πάντα όμως. Γιατί μερικές φορές κάποιες σκέψεις πείσμωναν. Κάρφωναν τα πόδια στο πάτωμα και δεν έμπαιναν με τίποτα στο μπαλόνι. Παρ’ όλο που υποσχόμουν ότι θα τις έπαιρνα πάλι  πίσω. Αυτές αμετακίνητες. Δεν μ’ άφηναν να πετάξω.

Τ’ αγαπώ τα όνειρά μου. Αλλά να, μερικές φορές η ύπαρξή τους είναι  βασανιστική. Με βάζουν να μαλώνω με τον εαυτό μου και  χαλούν την ησυχία μου. Γιατί ένα κομμάτι μου θέλει να διατηρηθεί η σχέση μαζί τους ως έχει. Ένα άλλο νιώθει ότι χρειάζεται να προχωρήσει σ’ επόμενο στάδιο, να εξελιχθεί. Και γίνονται μάχες σκληρές. Χωρίς νικητή. Αλλά με μεγάλες απώλειες κι από τις δυο πλευρές. Ευτυχώς με τον καιρό έμαθα να περιθάλπω πιο γρήγορα τα στρατεύματα. Επίσης να διατηρώ μεγαλύτερα διαστήματα ειρήνης. Να ελαχιστοποιώ τις συγκρούσεις. Τα όνειρα αυτά τα διαστήματα απουσιάζουν. Ανάβουν τα φυτίλια και φεύγουν. Και κάνουν πολύ καιρό να επιστρέψουν. Ξέρω ότι η απουσία τους δεν είναι από αδιαφορία. Από φόβο είναι μην τα διώξω οριστικά, έτσι όπως τα θεωρώ υπαίτια για τους τραυματισμούς μου.

Στην αρχή κάποια απ’ αυτά θέλησαν να μου επιβληθούν. Και εξοστρακίστηκαν αμέσως. Δεν τα δεχόμουν πίσω παρά τις εκκλήσεις τους. Όταν βεβαιώθηκα ότι δεν θα απειλήσουν ξανά την ελευθερία μου, γύρισαν με τους όρους των υπολοίπων. Στη μέση πια ηλικία τους δεν διανοούνται στενές και μόνιμες σχέσεις μαζί μου. Αρκούνται στις στιγμές που τους αφιερώνω. Έτσι πορευόμαστε εγώ και τα όνειρά μου: με σεβασμό στην αυτονομία μας και με διαστήματα συνύπαρξης καθορισμένου χρόνου.

Μόνο που τώρα τελευταία, εντελώς απρόοπτα και ξαφνικά, έκανε την εμφάνισή του ένα όνειρο που το είχα ξεχάσει εντελώς. Ένα από αυτά τα εξοστρακισμένα. Είχε κάνει και κάποιες άλλες φορές την εμφάνισή του. Αμετανόητο όμως. Ατίθασο και ζωντανό, στο άνθος της νιότης του, με όλους τους χυμούς και τους πόθους του να ξεχειλίζουν. Με φόβισε γιατί ήταν το πιο ελκυστικό απ’ όλα. Γοητευόμουν κι έχανα τον έλεγχο. Προτίμησα την απουσία του. Με τα χρόνια το είχα θάψει στη μνήμη μου.

Πριν από λίγο καιρό το διέκρινα ανάμεσα σ’ όλα τα άλλα. Δεν μπήκε στο σπίτι. Έμεινε διστακτικά στο μπαλκόνι. Έκανα πως δεν το είδα. Κι αυτό έκανε πως το πιστεύει. Ξεροστάλιαζε για μέρες, πίσω από μια γλάστρα. Ώσπου δεν άντεξα  άλλο το θέατρο. Το προσκάλεσα. Είχε αλλάξει πολύ στην όψη. Στην «ουσία» του παρέμενε το ίδιο. Από κει το αναγνώρισα.

Είχαμε να πούμε πολλά, έτσι δεν κατάλαβα πώς πέρασαν οι μέρες. Ποτέ ξανά όνειρο δεν είχε μείνει τόσο πολύ. Από τότε το έδιωξα πολλές φορές. Διακριτικά αλλά εμφανώς. Απειλούσε τη μοναξιά μου. Αυτό όμως έλεγε πάντα την κατάλληλη λέξη, έκανε την κατάλληλη κίνηση˙ αυτήν που λαχταρούσα ν’ ακούσω και να νιώσω. Με κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα αφοσίωσης κι αγάπης. Πόσο είχε μεστώσει, πόσο σοφό είχε γίνει! Με δυσκόλεψε πολύ να το ξαναδιώξω. Έτσι επιχείρησα να φύγω εγώ. Να μετακομίσω. Πώς να περιοριστώ; Πώς να συμβιώσω σταθερά μ’ ένα όνειρο; Δεν το γνωρίζω. Του δήλωσα κατηγορηματικά: φεύγω! Αλλά και πάλι είχε τον τρόπο να με γυρίζει πίσω.

Συμβιώνουμε τώρα, εδώ και λίγο. Δεν ξέρω ποια θα είναι η συνέχεια. Οι σκέψεις και οι διαθέσεις μου πηγαίνουν από το ένα άκρο στο άλλο. Το δίλημμα αυτό μου κόβει τον αέρα.  Δεν ξέρω τι να κάνω. Όμως, ξέρω ότι σιγά σιγά κερδίζει την εμπιστοσύνη μου.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.