Μούκα Όλγα
Το κούτσουρο

Ανέβαιναν όλοι οι χωριανοί προς το Βυτουμά. Το ομώνυμο μοναστήρι δέσποζε μονάχο του στην απέναντι πλαγιά. Ετοιμόρροπο σχεδόν ήταν σα να καλούσε σε βοήθεια τους ανθρώπους του να το ζωντανέψουν. Ο παπα-Κουμπής από πέρυσι τους το ξεκαθάρισε: «Κάντε το κουμάντο σας! Το καλοκαίρι που θα ανεβούμε στο Γαρδίκι θα ανασκουμπωθούμε όλοι. Η εκκλησία θέλει πολύ δουλειά». Μικροί, μεγάλοι κρατούσαν και κάτι στο χέρι, τούβλα, λάσπη στα καλάθια μέχρι και νερό στα γκιούμια ανέβαζαν. Ανάμεσα τους μια σκυφτή φιγούρα, γυναικεία, κυλούσε μια τεράστια πέτρα στην ανηφόρα. Λίγο έλειψε κανά δυο φορές να την παρασύρει, μα με δεξιοσύνη έβαζε φρένο το σώμα της κι όλο και την εμπόδιζε να κάνει το δικό της. Άλλωστε ποιος μπορούσε να της παραβγεί στο πείσμα και στην επιμονή;

Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει με την Πανάγιω, ούτε άντρα ούτε παιδιά υπολόγιζε και αντιγύριζε εύκολα κουβέντες σ΄ όποιον της πήγαινε κόντρα. Ανενόχλητη από σχόλια συνέχιζε το έργο της σαν ένας άλλος Σίσυφος με τα βλέμματα όλων, κρυφά και φανερά πάνω της. Το μαύρο τσεμπέρι γυρισμένο και σφιχτά δεμένο στο μέτωπο άφηνε σε κοινή θέα το χαρακωμένο από τα αδρά χαρακτηριστικά της πρόσωπο. Βαθιές ρυτίδες έγραφαν στο μέτωπο της αυλάκια και το χαρακτήρα σκληρού ανθρώπου. Τα φρύδια της σχημάτιζαν δυο μικρούς λόγγους σμιχτά-σμιχτά που συγκρατούσαν βία κανά δυο σταγόνες ιδρώτα. Τη χολερική μορφή της φέγγιζαν τα μικρά όλο σπίθες μάτια της που έριχναν κάπου κάπου κλεφτές ματιές ως την κορυφή. Τα χείλη της, δυο γραμμές ενωμένες, ερμητικά κλειστά εμπόδιζαν το πιο μικρό, ανθρώπινο αγκομαχητό να ακουστεί.

«Θα το ’χει τάμα η λάια», ψιθύρισε η Δέσπω στον άντρα της. «Τάμα-ξετάμα, ο Γιάννης δεν ξαναγυρνάει στη ζωή». Δύσκολα άκουγες συχωριανό να πει κουβέντα συμπόνιας για την Πανάγιω , ειδικά μετά τα χαμπέρια που άκουσαν το χειμώνα απ’ την Σαλαμπριά. Πέρυσι τον Οκτώβρη οι μισοί απ’ τους Γαρδικιώτες κίνησαν να ξεχειμωνιάσουν στον Παραπόταμο Λάρισας, στη Σαλαμπριά όπως επικρατούσε η ονομασία του Πηνειού, τότε. Πολλοί είχαν κρατήσει τις καλύβες απ’ την προηγούμενη χρονιά και είχαν συμφωνήσει με τα αφεντικά. Η οικογένεια της Πανάγιως και του Μανίκη πήρε τους τρεις γιούς, τις δυο κόρες και την νύφη που έκαναν το καλοκαίρι και ξεκίνησαν το ταξίδι, τρείς μέρες δρόμος. Όλοι μαθημένοι καθώς ήταν, ζώνονταν τα λιγοστά υπάρχοντα, κάποια στα χέρια και τα βαριά στα μουλάρια και φεύγαν για τον κάμπο. Μόνο η Πανάγιω απ’ την οικογένεια τραβούσε με ξερά τα χέρια. Απ’ τη μέρα που έκανε νύφη ούτε νερό δεν σηκωνόταν να πιει, για να το κουβαλήσει δε ούτε λόγο.

Η νυφαδιά της η Σοφία, όταν ξέκλεβε λίγο χρόνο και πεταγόταν στη μάνα της τη Χρυσούλα, έβγαζε μαύρο δάκρυ, « Πού μ’ έστειλες μανούλα μ’, πως θα ζήσω μ’ αυτή τη μοβόρα;». «Εσύ να κοιτάς τον άντρα σου» της απαντούσε η Χρυσούλα αλλά η καρδιά της μαύριζε. Απ’ όλες τις κόρες της η Σοφία ήταν η πιο νοικοκυρά και η πιο μετρημένη. «Έχε χάρη», σκεφτόταν, «που ’ρθε και σε γύρεψε ο Μανίκης που είναι γλυκομίλητος και με κατάφερε ειδαλλιώς δε σ’ έστελνα σ’ αυτή τη ύαινα». Ο άντρας της όμως ο Βαγγέλης τον περισσότερο καιρό έλειπε για δουλειές, πότε στην Αθήνα, πότε στην επαρχία έτρεχε για το μεροκάματο. Και η Σοφία νέα νύφη ακόμα τον έζησε μια βδομάδα, όλο κι όλο. Της Παναγίας που είχε έρθει για το πανηγύρι, έκαναν και τον γάμο και μετά από μερικές μέρες γύρισε στην Αθήνα. Τώρα ήρθε να βοηθήσει για το χειμαδιό και θα ξανάφευγε. Το έβλεπε κι ο ίδιος πως η μάνα του παραφερόταν και με τρόπο της έλεγε και την διάταζε να ’ναι πιο μαλακή με την γυναίκα του. Τότε αυτή έβαζε τα χέρια στη μέση στυλωνόταν στα πόδια της και κουνώντας: αριστερά-δεξιά το κεφάλι της τον χλέβαζε: « Αι, αι καημένε μ’, ετς με το μαλακό θεν οι νύφες;» Μέχρι κι ολόκληρη κατσαρόλα της αναποδογύρισε της Σοφίας όταν δε βρήκε του γούστου της το φαί. Ευτυχώς που είχε την Μαριγούλα σύμμαχο η Σοφία, την μεγάλη αδελφή του άντρα της.

Σαν φτάσανε στη Σαλαμπριά, τακτοποιήθηκαν στην καλύβα και κατέβηκαν στο ποτάμι να πάρουν νερό οι γυναίκες για το καζάνι. Τόσα σκουτιά μαζεύτηκαν απ’ τους γέρους και έπρεπε να βάλουν πλύση. Για τις άλλες ήταν μια εικόνα γνωστή, είχαν ξεχάσει το δέος που τις κυρίευσε την πρώτη φορά που αντίκρυσαν τον φουσκωμένο ποταμό. Η Σοφία σκιαγμένη έκανε πίσω, ζαλάδα της έφερε το υδάτινο τέρας     και από τα μουγκρητά του της φάνηκε σα πεινασμένος γίγαντας που ’θελε να μερώσει το στομάχι του. Για μέρες δεν της έφυγε η εικόνα και η τρομάρα. Σαν ημέρεψε, ένα βάρος ήρθε κι έκατσε μέσα της που δεν έλεγε να φύγει. Η πεθερά της μέρες τώρα την είχε στο τρέξιμο με το παραμικρό και τύχαινε ο Γιάννης, ο αδελφός του άντρα της, να ’ναι πολλές φορές μπροστά και να την προστατεύσει απ’ τα πυρρά της μάνας του.

Την επομένη ξημέρωνε Κυριακή. Αργά το απόγευμα η Πανάγιω ρώτησε τη νύφη αν είχε μαζέψει ξύλα για την γάστρα. «Τώρα θα πάω», της αποκρίθηκε κι έτρεμε η ψυχή της για το πώς θα κατέβαινε δίπλα στο ποτάμι να μαζέψει τα ξεβρασμένα ξύλα. Πετάχτηκε ο Γιάννης, «άσε Σοφία, θα πάω εγώ». «Εσύ να κάτσεις στα αβγά σου», τον σταμάτησε η Πανάγιω. «Άσε σου λέω μάνα, φοβάται η νύφη», είπε και γέλασε. Η Πανάγιω, ανένδοτη, χύμηξε να τον σταματήσει. Θυμωμένος κι ο Γιάννης την έσπρωξε μαλακά να βγει απ’ την καλύβα. Η γριά παραμερίζοντας να περάσει ο γιος της κάτι έψελνε σιγανά. Η Σοφία γύρισε και την κοίταξε έντρομη. Δεν πίστευε σ’ αυτό που άκουσε. Η γριά κατάλαβε και στράφηκε σαν λυσσασμένη προς το μέρος της. «Ναι, κούτσουρο να τον φέρουν. Τέτοιο αγύριστο κεφάλι». Η Σοφία έσκυψε το κεφάλι και βγήκε έξω. Δεν πρόλαβε τον Γιάννη, είχε ήδη απομακρυνθεί με το μουλάρι.

Είχε σουρουπώσει για τα καλά και ο Γιάννης δεν είχε φανεί. Έβγαινε, έμπαινε ο Μανίκης και ρωτούσε συνέχεια τι ώρα είχε φύγει. Με τόσο σκοτάδι ποιον να έστελνε και πού. «Πέσε, κοιμήσου πατέρα, μόλις χαράξει θα πάω εγώ με τον μπάρμπα τον Αριστείδη», προσπάθησε να καθησυχάσει τον πατέρα του ο Γιώργος, ο δευτερότοκος. Έτσι κι έγινε. Κατέβηκαν προς το ποτάμι, φώναζε τ’ όνομα του αδερφού του προς όλες τις κατευθύνσεις μα καμία απόκριση. Μετά από ώρα άκουσε ένα χλιμίντρισμα προς τη στροφή που έκανε το ποτάμι. Πλησίασε μουδιασμένος, το μουλάρι σκουντούσε έναν όγκο. Έφτασε κοντά, ήταν ο Γιάννης. Σαν κούτσουρο.

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.