Λιθοξοΐδης Στέλιος

Με φανάρι κόκκινο

Ήταν στον δρόμο. Της επιστροφής. Θα ζούσε τη ζωή της. Όπως την ήθελε. Χωρίς αυτόν. Την καταπίεζε. Χωρίς τη δουλειά της. Την καταπίεζε. Τα είχε μ’ έναν μαθηματικό. Εκείνη δούλευε στο στρατό. Την καταπίεζαν. Και οι δύο. Και τώρα τέρμα. Τέρμα. Ήταν στον δρόμο. Της επιστροφής. Και περπατούσε, όλο περπατούσε, πήγαινε πια ελεύθερη, προς όποια κατεύθυνση ήθελε, περνούσε τις διαβάσεις με κόκκινο φανάρι, όμως δεν την ένοιαζε, φτάνει που ήταν τώρα ελεύθερη, χωρίς την καταπιεστική δουλειά της και χωρίς τον μαθηματικό της, που δεν τον ήθελε αλλά τον είχε για συντροφιά. Θα γύριζε στον πρώην της. Ναι, αυτόν ήθελε. Ήταν κτηνοτρόφος. Θα γινόταν κι αυτή. Χωρίς πια καταπίεση. Παρουσιάστε! Χωρίς άγχος. Προσοχή! Θα έκανε αυτό που ήθελε. Ημί-ανάπαυση. Ημί. Ποτέ ανάπαυση. Έδειχνε σκεπτική. «Θα με θέλει ακόμα άραγε, λες να με περιμένει ακόμα να γυρίσω, φεύγοντας μου είπε πως θα με περιμένει για πάντα. Να ‘ταν λόγια του αέρα, λόγια της έντασης ή μήπως της στιγμής, αχ μακάρι να τα εννοούσε, θέλω να γυρίσω σ’ αυτόν». Και περνούσε με κόκκινο τις διαβάσεις, χωρίς να κοιτάζει δεξιά αριστερά κι όλο κορνάρανε οι οδηγοί που είχαν προτεραιότητα, «μωρή πατσαβούρα να πεθάνεις θέλεις;» της φώναζαν. Και περπατούσε. Προς το σπίτι του κτηνοτρόφου.

Και συνέχιζε να περπατάει. Βιαστικά. Προς το όνειρό της. Και να περνάει από τη διάβαση. Με κόκκινο. Δεν είχε πια αλτ. Ούτε προσοχή. Μόνο βάδην. Όχι δις αριστερά. Προς όπου ήθελε. Δεν διέταζε ο ανθυπασπιστής. Διέταζε η ίδια. Τον εαυτό της. Και σφύριζαν τα φρένα των οδηγών. Που είχαν πράσινο. Μα σταματούσαν. Μη την χτυπήσουν. Κι έλεγε στον εαυτό της: «Για να είμαι εγώ ευτυχισμένη, θέλω εκείνον, θέλω τον άντρα μου, αυτόν που κάποτε άφησα, γιατί είχε ζώα κι όχι λεφτά, μα τώρα δεν θέλω τα λεφτά, θέλω εκείνον και τα ζώα του».

Φτάνει στην γειτονιά. Κοιτάζει το μπαλκόνι του. Από το κάτω μπαλκόνι την κοιτάζει η κουτσομπόλα της οικοδομής του, μη και χάσει και δεν μάθει πρώτη τα νέα, τη συνένωσή τους. Αμάξια κινούνται στο δρόμο, ταχύτατα, σαν να κυνηγούν και το δευτερόλεπτο να προλάβουν, ακούγονται κόρνες, βρισιές και φρεναρίσματα. Εκείνη κοιτάζει προς τα μπαλκόνι του. Από το απέναντι πεζοδρόμιο. Αυτός βγαίνει έξω. Να τινάξει το τραπεζομάντηλο. Τον βλέπει. Το ίδιο κι αυτός. Κοιτάζονται. Του χαμογελάει. Της χαμογελάει. Ξεκινάει να τρέχει σ’ αυτόν. Τρέχει να περάσει τη διάβαση, πάλι με κόκκινο, δεν υπακούει πια σε κανόνες, φτάνει στη μέση, κάποιος δεν προλαβαίνει να φρενάρει και μπαμ, τη χτυπάει, τη σηκώνει στον αέρα, αυτή κατρακυλάει στο καπό, στην οροφή, στο πορτμπαγκάζ και σκάει ανάσκελα στο έδαφος, με γουρλωμένα τα μάτια και φουσκωμένα τα μάγουλα, ξεφουσκώνει τα μάγουλα, φτύνει αίμα. Κατεβαίνει κι αυτός. Το χαμόγελό του κόβεται. Την πλησιάζει. Την παίρνει αγκαλιά. «Μωρό μου», της λέει με μάτια βουρκωμένα. Σειρήνες ακούγονται από κάπου, σειρήνες πολλές, τόσο όμοιες, μα διαφορετικές. Σειρήνες αστυνομίας, τροχαίας, ασθενοφόρου, πυροσβεστικής. Και το φανάρι ανάβει πράσινο. Για τους πεζούς.


Λιθοξοΐδης Στέλιος

Από τότε που έγινα δάσκαλος, αναρωτιέμαι τι θα πει να είσαι δάσκαλος. Πόσα άλλα πράγματα πρέπει να είσαι παράλληλα, για να ενσαρκώνεις έναν καλό δάσκαλο.  Γράφω για να μην τρελαθώ. Η άμυνά μου στο σήμερα.  Γεννήθηκα το ’93 στην Αθήνα. Από τη Φλώρινα πια, ελπίζω σε έναν κόσμο, που ο καθένας θα αγαπάει τον συνάνθρωπο, τα ζώα και το περιβάλλον.

© 2020 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.