Το τέλος της γραφής

Για το λαβωμένο τον Ιταλό λες, που ζήταγε νερό; Τον ντουφέκισε ο παλιοκερκυραίος στα στεγνά. Βογκομουθούνιαζε ψελλίζοντας με το παρακαλετό στα μάτια, «άκουα, άκουα…». Σαν από τύχης, τον έβγαλαν οι άλλοι απ’ τα χέρια μου. Αλλιώς, τον είχα μακελέψει. Μέσα, στο Ελμπασάν, αυτό το σύμβαμα. Με την αντεριά ήταν στ’ Αργυρόκαστρο, κι από δυό μέρες τρεις μετά, θα κινούσαμε αποκεί για τη Χειμάρα. Άκουσε τούτο και λέμε ύστερα για το γιουρούσι στη Χειμάρα.

Με το σουρούπωμα, που λες, γλιστρούσαμε απ’ τις θέσεις μας. Καμπόσοι, που γνωρίζαμε από τέτοια βουνίσια κατατόπια. Ένας λόγος αυτός, που ‘μουν και προσωπικά στο συνταγματάρχη. Χωνόμαστε στα σπίτια. Σ’ όσα χωριά που ’ταν σιμά. Κι απ’ τους Ιταλούς ανάμεσα διαβαίναμε φορές. Πεζούρα βέβαια κι  ελαφροπατησιά τη μπροκαδούρα, στα κοντοπεράσματα. 

Ετούτη ήταν για καλαμποκίσιο δουλειά. Εγώ κι ακόμα ένας σαν εμένα. Με τα μουλάρια μας κι οι δυό. Να, σαν εκεί στο ντοίχο καλή ώρα που ‘μαστε καβαλαρία, στ’ Αργυρόκαστρο. Ανήμερα είναι που το πήραμε.

Σώσαμε με την ώρα μας, σ’ ένα χωριό απ’ τα κοντινά. Το Λαζαράτι. Καθαρά αλβανικό. Με το που μπήκαμε, βλέπουμε καρσί, σπίτι τρανό, μ’ όλο μαντρότοιχο από γύρα. Όμοια με τα ζαγορίσια ένα σκέδιο, να καταλάβεις. Ααα, εδώ θα γυρέψουμε, λέμε.

Ξεπεζέψαμε παραπίσω και στ’ ανάμερα. Κρεμάσαμε ντορβά ταγή στο σβέρκο τους, τα χαλινά στα πασσαλόξυλα και τρυπώσαμε σιγαλά με το φεγγάρι.

Βαρέσαμε στον οβορό, βροντήσαμε, άντε και λίγο με τα κοντάκια… πουθενά απόκριση. Σαν είδαμε κι αποείδαμε, ένα σπρώξιμο την κάνουμε.

Μία αυλή, μεγάλη, με πέργουλα, σαν κεδρίσιο το σκαρί της, κι ένα μπηγάδι μες στη μέση. Και κάνω να φωνάξω τώρα, εγώ. Ο άλλος, κρύφτηκε πίσω απ’ το μπηγάδι, να φυλάει. Τ’ οτιδήποτε μα θέλεις.

Ζύγωσα παραμέσα. Ματαφωνάζω. Έδωκα και με το κοντάκι σε μιά σκάλα ξύλινη π’ ανέβαζε στ’ απάνω, στους νοντάδες, κι ακουρμαζόμουν μη κι αναδέψει τίποτα, από μέσα. Από λίγο, να και βγαίνει ένας με μιά καντηλιέρα, στο χαγιάτι.

Κιού σιν, μου λέει βραχνά στ’ αλβανικά, που θα πει, ποιος είναι.

Το τρία σαράντα είμαι ορέ, του ’πα ’γώ σαν με τ’ άγριο.

Λες αν τα ’ξερα… πρόφερα καμπόσα. Είχα και συναναστροφές μπροστά το μπόλεμο, αλλά τα ’πιανα και γλήγορα, ξέρεις. Βλάχικα, τα μίλαγα σχεδόν φαρσί τότε, και σλαβομακεδόνικα, έσπαγα κάτι λίγα.

Κιού σιν γιού. Ποιος είσαι; πάλι αυτός.

Τσιόλιο ορέ, τσιόλιο σου ’πα.

Τσιαρντό. Τι θέλεις, ρωτάει τώρα.

Μιέλ ορέ. Μιέλ, μίσλι, λέω. Καλαμποκίσιο, που πάει να πει, αλεύρι.

Νουκ κα. Δεν έχουμε, κάνει αυτός.

Ντου γκέινι. Θα βρούμε, του ‘πα και χα χρακ μία το κλείστρο της αραβίδας. Κατέβηκε δίχως άλλη.

Ένας ψηλός, αυτός, με γένια ως κάτω. Σαν μουεζίνης ένα, τέτοιο σκέδιο. Εκεί στο μεσήλικο πες και να ’ταν. Άνοιξε μιά πόρτα, από δυό που ‘ταν στ’ αποκάτω εκεί. Έβαλα αυτόν μπροστά, πίσω εγώ και μπήκαμε με τη φέξη του.

Τήραξα γύρα τριγύρα, μπας και τίποτα… καμιά φορά δεν ξέρεις… κι Ιταλούς έκρυβαν. Ψυχή όμως. Σαν κελάρι κάτι, σαν μαγειρειό να ’δειχνε. Ένα μπουχαρί, σβηστό. Κρασοβάρελα, τσέρκια, κόφες, κασέλες, κάτι χειρόξυλα σαν για τη σόμπα είχε, και παραμέσα, κάτι δέματα χορτάρι. Να κι ένα σφαχτό, κρέμονταν σε μιά γρεντιά. Στράγγιζε ακόμα στα μουτσούδια του.

Βέβαια, εμείς πήγαμε για ‘κείνα που κινήσαμε, όχι για τη γκιόσα στη λιανογρεντιά. Του πετάω μιά το γυλιό. Ξεκουπώνει ένα βαρέλι αυτός κι έπιασε να γιομίζει, με τις χούφτες.

Μιάφ… νιάκ. Φτάνει… κούμπωσέ το, του ’πα.

Στέκεται ύστερα, αυτός, τραβάει τη σκωταριά με την αντεριά μαζί και πάρε, να. Ένα την κάνω ‘γώ, μέσα στη χλαίνη. Σαν τί χριστιανός ορέ να ‘ναι τούτος, είπα με το νου μου.

Αμ, έλα μου ντε, απόξω. Εκεί, μόλις περάσαμε το κατώφλι, να βγούμε, μπροστά αυτός πίσω ‘γώ, βάνει φωνή ο άλλος: «Αναμέρα Μήτσιο, σπάρα κι σ’ έφαε η γκιόσα». Επιτόπου της τ’ άδειασε το πλεμόνι, ο Σχωρετσιανίτης. Τη γκρέμισε, με τη μία στα δίπλα. Φαίνεται, καθώς μπήκαμε, βήκε αυτή κρυφά απ’ την άλλη και παραφύλαξε μπροστά στην πόρτα. Όταν σήκωσε το πελέκι να με βαρέσει, τότε την πήρε νόημα. Απάνω στην κόψη της τρίχας. Παραλίγο, και…

Νια, η καψερή. Δε θα τα ’χε, τα τριάντα. Νύφη, θυγατέρα; Κάτι τέτοιο να ‘ταν, με το λίγο που κοντοσταθήκαμε και για το βέβαιο του θανάτου.

Καβαλικέψαμε στα σβέλτα και δώσ’ του κεντρί τα φτερνιστήρια, να βγούμε. Έξω, πέρα απ’ το χωριό. Να διαβούμε το ποτάμι, σύμφωνα τα σημάδια για το Μαλιγκόρι, και με το στερνό το λόγο του γέροντα να μας πηγαίνει κυνηγώντας: Νε Κούτσι. Τεέγκρτ ντέρι κτου. Γκιού πιτρού πετ τσιένκ κοοοτς κααααατ… Να σας φάει το χώμα. Στο Κούτσι, εκεί. Να σας ροκανίσουν τα σκυλιά  τα κόκαλα… Κι έλεγες σαν να ‘χε ο αέρας στόμα και μίλαγε μέσα στ’ αφτί σου, νόμιζες. Και το χιόνι, ως τα χαμηλά, κρύσταλλο, κι άρχιζε αυτό να σιγοτρώει απ’ τα ποδάρια μας. 

Αγχάα χα, να δεις τώρα εκεί περνώντας το ποτάμι. Με το που ριχτήκαμε, αγχά χα χα, μου ξετυλιέται η αντεριά, σαν η μπετονιά στο ψάρεμα, αγχά χαχά χα χα, μπλέε, μπλέεκει και τη, χα γχα χα, τη σκωταριά, κι απ’ τη τζέπη της χλαίνης, όλα ένα, μέσα στο ποτάμι.

Το κρίμα, λέω να ’ταν, αυτό. Έτσι, χαράμι πως μας πήγε. Το αίμα της κοπέλας. Ξέρω κι εγώ… όπως το θέλεις, πες το. Και το τέλος της γραφής να πεις, γι’ αλεύρι πήγαμε μες στο μπελιά του μέσα, γι’ αλεύρι, όχι για φονικό.

Ορέ καημένε, είπα στα μετά… δε σ’ έφαγε το κρύο, ο Ιταλός απάνω στο ξεκοίλιασμα και στην οβίδα του αποκάτω, και θα σ’ έτρωγε η λιάπισσα, μ’ ούτε για μισή μεριά καλαμποκάλευρο στο λόχο. Και μήτε που θα τ’ αρταινόσουνα ποτές στην καραβάνα.

Βλέπεις όμως, δεν ήτανε γραφτό μου για τα εκεί.  Όχι.

Χριστού ανήμερα, σάματις ήταν. Και στο νου μου, ο μπάρμπας, σου. Να μου βγαίνει ολούθε στα μπροστά μου. Πίσω οι άλλοι. Δυό φαμίλιες και μιά ‘δερφή. Εγώ, το τομάρι μου είχα μοναχά και τον αέρα. Κι ούτε που το φύλαξα ποτέ. Ολοένα, φόρα στο γραμμένο. Καλά όμως εγώ, αλλά, συλλογιόμουν ύστερα και τ’ άλλο. Μήτσιο, σε χρειάζονται πίσω, έλεγα. Κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά, ο γαμπρός μας. Ούτε δεκαριά μέρες, χαμένος.

Σε δεκαπενταριά, χτυπήσαμε στη Χειμάρα. Δώδεκα σφαίρες, τις είχαμε δεν τις είχαμε καθένας μας. Κι ο Θεός, να ’χε κατεβάσει αδεκεί όλον του το χειμώνα απανωθιό μας. Βέβαια, σε βόηθειο μας και το ‘καμε το σημείο αυτό, ο μεγαλοδύναμος. Εντέλει και μ’ εφ’ όπλου λόγχη, σκαλώνουμε στο ζαβό το Πήλιουρι κι ύστερα από κάτι μέρες, πατάμε και το διαολισμένο το Κούτσι.

Αΰπνωτοι, κρυοπαγημένοι, ξενηστικωμένοι, ψειριασμένοι. Εμείς οι Αρτινοί. Το τρία σαράντα σύνταγμα ευζώνων. Ααα, είπα τότε ’κει στο Κούτσι απάνω, δεν έστερξε του γέροντα ο καταυγόδιος ο λόγος.

Την άλλη, έμαθα για το Σταύρο. Από έναν Πρεβεζιάνο το ’μαθα. Δυο, τρεις μέρες προτού τ’ Αη Νικολάου ήταν που πήγε. Ο καψερός. Στο Μπουράτο. Που καρτέρεσαν τους Κενταύρους. Εκεί σκοτώθηκε. Απ’ οβίδα.

Τέλος πάντων...

Να σου πω για το μπάρμπα σου, μιά π’ ανάφερα, και να την αφήκουμε γι’ άλλη τη Χειμάρα. Κοντεύει κι η ώρα να πάω ν’ ανοίξω το νοικιάρικο. Και δεν είν’ ένα, δεν είναι δυό. Μέρες γιομάτες πόλεμο. Θέλει να ’ρχονται κι από μοναχά τους, τα συμβάντα. Μη τ’ αναγκάζουμε. Χάνονται ύστερα.

Με τον αδερφό μου, θέλεις η τύχη, θέλεις ο Θεός, όπως το θέλεις πες το, ανταμωθήκαμε σ’ ένα διασελάκι, διάραχο σχεδόν, σαν σαμαράκι, ανάμεσα από Τεπελένι και Χειμάρα. Κρατούσαμε μιά βουνοποριά, που ‘ταν το πέρασμα για την Αυλώνα. Βρανίτσα με Καλαράτι, και στ’ αντίκρυ τους είχαν τη Μπολένα.

Βέβαια, το μπάρμπα σου, το Νάσιο, τον πήραν αργότερα. Με τα επιταγμένα τον πήραν. Κι ένα που ο δάσκαλος, ο Ευριπίδης ο  δάσκαλος, ανθυπολοχαγός έφεδρος σαν ήταν, τον προσκόλλησε στη μονάδα του, ελόγου του.

Τέλος πάντων, στο διασελάκι, εκεί ακριβώς στο ύψωμα και πίσω μεριά στα προκαλύμματά μας, καθώς ήταν πλάι ορθό κι έβλεπες μέσα ως πέρα το δρόμο, ό,τι να πέρναγε από ‘κει, με το πρώτο λοιπόν, τ’ αναγκαίο μας ήταν ν’ ανάψουμε φωτιά. Να τινάξουμε την ψείρα και να στεγνώσουμε τα κορμιά. Μια κι ήταν ανάπαυλα και μέρα λιακάδα. Στρατιώτες κι αξιωματικοί αντάμα, καθώς ψείρα και σφαίρα, δεν κοίταζαν γαλόνια.

Εκεί λοιπόν, βλέπουμε από πέρα μία φάλαγγα μουλάρια κι όλο να ζύγωνε. «Σταθείτε», μας έκαμε ο διμοιρίτης, ανθυπολοχαγός έφεδρος, «‘φοδιασμός, ‘φοδιασμός είναι» κι έπιασε το κιάλι να σιγουρευτεί.

Σαν ο Νάσιος ορέ, ίδιος ένας, μου ’καμε μένα από τα μέσα μου. Ο αδερφός μου ορέ, ξέρεις τίποτα; Ο αδερφός μου! Νάτος, για, εκείνος στα μπροστά είναι, του ‘πα μετά.

Ήταν μια στρωτή μουλαρόστρατα και στα κοντά της έφτιανε λίγο πέταλο, όσο να βγει απ’ το ρέμα στη λαγκάδα, να ριχτεί δώθε στο πλάι, που ‘μασταν εμείς. Δεν έπιαναν δρόμο, δημοσιά. Κοφτά τα πήγαιναν και στα λοξά. Για την προφύλαξη. Ο μπάρμπας σου, τον ήταν στη μπροστινέλα, στην κεφαλή, κι όλο κοντοζύγωνε.

Στο μεταγωγικό τον είχαν, καθώς σου ‘πα. Στον ανεφοδιασμό. Μουλαράδες, που τους έλεγαν. Κουβαλούσαν τα εφόδια στη μπρώτη γραμμή. Από βαρύ οπλισμό, κάσες πυρομαχικά και με τα λίγα τρόφιμα στ’ αργιά και πού. Στο μετά, περιλάβαιναν τους τραυματίες, για να φτάσουν με τ’ αμάξια στο Ρουμανικό. Το στρατιωτικό το νοσοκομείο, στα Γιάννενα.

Εκείνη τη βλογημένη μέρα, τα ’χαν φορτωμένα καλαμπόκι για τα μουλάρια που γονάτιζαν ατάιστα, και κουραμάνες κάτι μεριές στ’ όλο φορτιό τους. Βέβαια, δε σπάσαμε καρβέλι.

Διαβαίνοντας τ’ Α’ Γιαννιού, θα μας άλλαζε την παράλλη, το βήτα τάγμα του εικοστού τέταρτου συντάγματος. Γι’ ανάπαυλα και νοσήλεια στα μετόπισθεν, το πλείστο. Λόγο που το σύνταγμά μας ρίχτηκε απ’ αρχή σ’ εχθροπραξία κι αδιάκοπα σχεδόν. Υπό τον Τσακαλώτο ήμασταν.

Εντέλει, έφυγε το σύνταγμα κι εμείς ξομείναμε ’κει μία διλοχία, για ενίσχυση, μια κι η Μπολένα, ματάπεσε στους Ιταλούς για κάτι μέρες, από λειψανδρίας αυτό.

Ας μην ξεστρατίζουμε…

Ύστερα, εκεί που λες και σαν έπιασαν ίσια πάνω του μονοπατιού το πέταλο, τότες τον γνώρισα για τα καλά. Απ’ τη μπερπατησιά κι απ’ το χούγιασμά του στα μουλάρια. Εκεί, με το «οχοό ότσ’ιιικς» που τα ‘καμε για να σταθούν, να σφίξουν τις τριχιές. Σφύριξα μία εγώ. Ε, με το σφύριγμα που ‘καμα, ένα σκίρτησμα αυτός. Με κατάλαβε, από το πρώτο. Και κάνει να δεις ένα πέταγμα τη χλαίνη, μ’ άλλη το ντουφέκι, και ξεχύθηκε στον ανήφορο ορθά, με τ’ άσθμα του.

Ένα γίναμε, οι δυό. Δεν ξέρω, ως πόσην ώρα μοναχά, να ‘βλεπες εκεί. Λυγμούς ν’ ακούσεις. «Αδερφέ μου, ζεις αδερφέ μου». Ζούμε αδερφέ μου. Έτσι, αγκαλιά, σφιχτά όπως ήμασταν.

Κάθισαν μόλις για ένα τσιγάρο και καναδυό κουβέντες. Τα μουλάρια, φορτωμένα, με τα καπίστρια απολυτά και δυο στρατιώτες πίσω μπρος στο παραπόδα. Αναμερίσαμε ‘μείς στο ξέχιονο με μια χούφτα σταφίδες, που ‘βγαλε απ’ την τσέπη του. Για τ’ αδερφικά μας εμείς, κι οι συναδέρφοι γύρω τη φωτιά, να λένε του πολέμου, ο καθένας τους.

Κάπνισα κι εγώ ένα, όσο να σβήσει τ’ αγκομαχητό του Νάσιου.

Ξουρισμένος αυτός, ποδεμένος για τα καλά, τυλιγμένος στη γκέτα, και να κοιτάζει, μία τα ποδάρια μου, μία εμένα. Αμέσως πιάνει αδεκεί, τα λύνει όλα του και πέρασε όπως ήταν τα δικά μου.     

Κι αρχίσαμε ύστερα…

Έτσι εκεί εγώ, έτσι παρέκει εκείνος. Έτσι κινδύνεψα τότε, έτσι γλίτωσα την άλλη κι έτσι παραπαρέκει. Είπαμε, για τις μέρες που πέρασαν και τις όποιες παραφύλαγαν ακόμα στις σκαντάλες.

Χμμ… αμ, έλα μου ντε όμως, που ζύγωνε η ώρα να πούμε και τα γκαρδιακά μας. Μ’ όλο μου το κουράγιο, του ‘πα για το γαμπρό μας, και την πικρή την αδερφή μας. Και κάνει, κι ανοίγει τρέμοντας στ’ άκουσμα η παλάμη του, κι έπεφταν οι σταφίδες, από μία μία, στην ξέθαμμενη γη, στη μάτωμενη λάσπη.

Το πνίξαμε σχεδόν εκεί το αχ μας, και γυρίσαμε τον καημό μας πίσω. Στους αλλουνούς.

Μ’ ανάθεμά και ξέραμε το τί απογίνονται και πώς περνάνε. Βιός μας κι ανθρώποι πρώτα. Σε τί χαρτί τα μαντάτα εμείς, και με τί μολύβι τις γραφές αυτοί. Εκεί, που ‘μασταν, εμείς, κι ως εκεί, που ’ταν αυτοί, μας χώριζε μονάχα το μολύβι μιάς σφαίρας.

Αυτή τα ’ξερε, και τα μαντάτα, και το τέλος της γραφής.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.