Καλοχριστιανάκη Eλένη
Ένα φορτηγό ιδέες

Σήμερα έχω έναν φρικτό πονοκέφαλο. Το βάρος στο κεφάλι μου ανυπόφορο με σφίγγει σαν σιδερένια κορώνα. Ξέρω την αιτία που προκαλεί όλο αυτό το κακό. Τον τελευταίο καιρό ξυπνώ γύρω στις τέσσερις τη νύχτα με αυτό το σφίξιμο. Μόλις ανοίγω τα μάτια μου και χωρίς σχεδόν να μπορώ να κουνηθώ, αρχίζουν να συνωστίζονται στο δωμάτιο οι ιδέες. Έρχονται από παντού, από την πόρτα, από την ντουλάπα, από το παράθυρο. Άλλες γέρικες πια, άλλες νέες στο άνθος της ηλικίας τους.

Κάθε φορά για να γλιτώσω σηκώνομαι και, σπρώχνοντας τις για να περάσω, φεύγω από το δωμάτιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα. Όμως, κατά μήκος του διαδρόμου περιμένουν στη σειρά άλλες – δεν ξέρω κι εγώ πόσων χρόνων. Οι πολύ γερασμένες με κοιτούν με παράπονο και φθόνο μαζί. Λες και φταίω εγώ που δεν έζησαν τη ζωή που ήθελαν. Όχι κυρίες μου, δεν φταίω εγώ που σε μια στιγμή ξεπηδήσατε μπροστά μου. Είσαστε τόσες πολλές που και να ήθελα δεν θα μπορούσα. Αυτές όμως δεν καταλαβαίνουν. Το μόνο που τις απασχολεί είναι ο εαυτός τους και η δική τους ζωή.

Αρχίζω να τις σπρώχνω, τις ρίχνω σχεδόν κάτω, μα αυτές σέρνονται πίσω μου, στα γόνατα, παρακαλώντας με να μην τις εγκαταλείψω. Φτάνω σε άλλο δωμάτιο, κλείνω τη πόρτα πίσω μου και ξεχνώ για λίγο το δράμα που έζησα. Ο πονοκέφαλος επιμένει θυμίζοντάς μου το μέγεθος της θλίψης και της αποτυχίας μου.

Τι τις ήθελα τόσες πολλές; «Θηλυκό μυαλό», μου είπε κάποτε ένας φίλος, «γεννάει συνέχεια». Καμάρωνα τότε γιατί νόμιζα πως θα κατάφερνα να τις μεγαλώσω όλες. Γιατί πραγματικά όλες τις αγαπούσα. Όλες τις έβλεπα όμορφες, χωρίς ψεγάδια. Τις είχα χωρίσει σε ομάδες και με κάθε ομάδα χωριστά έπαιζα για ώρες  παιχνίδια φαντασίας. Όταν βαριόμουν, απλά τους άνοιγα την πόρτα και αυτές έφευγαν αμέσως.

Με τον καιρό, αυτές ίσως απέκτησαν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό που έκανε τις ομάδες να ανακατεύονται και να δημιουργούν από μόνες τους άλλες ομάδες, χωρίς τη δική μου έγκριση. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γινόταν αυτό και έτσι το άφησα να επαναλαμβάνεται χωρίς να μπορώ να το ελέγξω. Έβλεπα πολλές φορές ομάδες να συνομιλούν, αλλά τη στιγμή που ρωτούσα τι συμβαίνει, όλες κοιτούσαν αδιάφορα. Έπρεπε να καταλάβω τις συνομωσίες τους. Πλέον  έγιναν από μόνες τους ισχυρές και δεν χρειαζόταν τη δική μου πρόσκληση για να εισβάλουν. Έρχονταν άναρχες και επιθετικές να διεκδικήσουν την προσοχή μου. Όλες ήθελαν να είναι πρώτες στη σειρά, σαν μικρά παιδιά. Ακόμα και οι γριές έσπρωχναν προκειμένου να έρθουν μπροστά, σχεδόν πάλευαν μεταξύ τους. Οι πιο άτολμες δεν τα κατάφερναν να έρθουν να τις δω, παρ’ όλο που τις είχα στο μυαλό μου. Οι υπομονετικές περίμεναν στις γωνίες με το κεφάλι κάτω να τις φωνάξω, αλλά πού να βρω τον χρόνο να το κάνω.

Στον χώρο της δουλειάς μου απαγορεύεται να έρθουν, αν και υποψιάζομαι ότι το τρίξιμο της πόρτας οφείλεται σ’ αυτές. Ίσως ψάχνουν τρόπο για να εισβάλουν. Το βράδυ, κουρασμένη πάλι, δεν μπορώ να τις δεχτώ. Βλέπετε, πέρασαν και τα χρόνια της νεότητάς μου.

-Ελάτε την Κυριακή, τους είπα.

-Μα την Κυριακή καλείς μόνον αυτές που σε χαλαρώνουν… Θα ερχόμαστε όποτε θέλουμε εμείς, απάντησαν.

Το είπαν και το έκαναν. Τότε κατάλαβα πόσες πολλές είναι. Γεμάτο το σπίτι μου ιδέες για κείνο και για τούτο, που από μόνες τους δεν ξέρω πώς γεννούσαν νέες. Πρέπει να βρω το θάρρος και την ψυχραιμία να τις πετάξω έξω από το σπίτι. Θα αρχίσω σήμερα κιόλας από την αποθήκη. Θα πνίξω κάθε συναίσθημα, εγώ που κρατώ τόσα ενθύμια από παντού, να γίνω άκαρδη και άσπλαχνη, και θα τις διώξω. Θα καθαρίσω τη ζωή μου και θα ξαναβρώ τον ύπνο μου.

Γεμάτη θάρρος και αισιοδοξία θα αρχίσω από την αποθήκη και χωρίς συναισθηματισμό θα τις στοιβάξω όλες. Αυτές τις πρόχειρα σχηματισμένες που έχουν ατέλειες, θα τις πετάξω πρώτες, αλλά και τις άλλες, αυτές που πήρα από άλλους γιατί μου άρεσαν, θα τις πετάξω χωρίς να τους ρίξω ούτε μια ματιά. Θα είμαι άσπλαχνη και θα τις κυνηγήσω όλες. Είναι πάρα πολλές. Πού θα τις βάλω; Είναι κι εκείνες που κρύβονται στις σελίδες βιβλίων, είναι και αυτές που έχουν παντού μάτια και αυτιά… Μάλλον θα χρειαστώ φορτηγό κλειστό να μην μπορούν να διαφύγουν.

Ακόμα κι αυτή που βλέπω τώρα εδώ στο πάτωμα, να ξεκουράζεται, και αυτήν θα πετάξω. Πώς μου μπήκε τώρα εμένα αυτή η ιδέα να θέλω να ταξιδέψω; Η ηλικία μου δεν είναι για τέτοια. Είμαι αδύναμη πλέον. Κανονικά, αυτή θα έπρεπε να είναι μια νεκρή ιδέα στο πάτωμα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ξαναγεννήθηκε…

Πρέπει να σηκωθώ ψυχρή από συναισθήματα και ν’ αρχίσω χωρίς να λυπηθώ καμιά τους. Είμαι σίγουρη πως κάποιες από αυτές θα κλαίνε, μα εγώ θα τις πετάξω όλες έξω – ακόμα και τις μικρότερες θα πετάξω. Θα ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, ίσως και στο κεφάλι μου που κοντεύει να σπάσει, και θα αρχίσω με ορμή να τις στοιβάζω. Μα τι έχω… Γιατί κλαίω;

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.