διηγήματα φίλων Τσάμη Καίτη Κι όμως υπάρχουν γοργόνες

Κι όμως υπάρχουν γοργόνες

Η ηλικιωμένη Αρμένισσα τυλίγει σε χαρτοπετσέτες ένα κομμάτι ψημένου κοτόπουλου τυρί και ψωμί, καλύπτει το κεφάλι της με την μαντήλα και φουριόζα βγαίνει από τον προσφυγικό καταυλισμό που πρόχειρα είχε στηθεί στις παρυφές του χωριού Σκάλα, στη Συκαμνιά Μυτιλήνης. Με δρασκελιές κατεβαίνει στην παραλία της Κάγιας.

Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι είχε βρει πέρασμα ανάμεσα στα βράχια κι από ’κει πέρασε κι η Αρμένισσα. Κάποτε κοντοστέκονταν. Ανασήκωνε το κεφάλι κι έπαιρνε βαθειές αναπνοές. Το ιώδιο την αναζωογονούσε. Η ζωή της αραδιάστηκε σε μια άλλη γωνιά του Αιγαίου. Αταξίδευτο καΐκι, τώρα στα ώριμα χρόνια, η μοίρα την ανάγκαζε να πλεύσει για άγνωστα λιμάνια. Την ευχαριστούσε που η Συκαμνιά έμοιαζε με τον τόπο της, το Κεσσάμπ της Λατάκιας. ωστόσο ήταν πέρασμα, όχι ο προορισμός. Κι αν και το σώμα της δεν είχε πολλές αντοχές, η ψυχή της ήταν αποφασισμένη γι’ αυτόν τον μονόδρομο φυγής από την αιματοβαμμένη Συρία.

Φτάνοντας στο γιαλό η Αρμένισσα κοίταζε μια κάτω, μην στραβοπατήσει, μια εμπρός της δεξιά κι αριστερά, σαν κάτι να έψαχνε. Εντόπισε εύκολα τη Μαριάμ, στο ίδιο σημείο όπως το πρωί. Και τότε την είχε ακολουθήσει, αλλά απέφυγε να την πλησιάσει. Την βρήκε στην ίδια στάση. Ξαπλωμένη μπρούμητα με τον δεξί κρόταφο στα βότσαλα - γιατί το κακό έρχεται πάντα από αριστερά κι έπρεπε να ’χει έγνοια - τα μαλλιά ξέπλεκα κι απλωτά σαν πλοκάμια, τα χέρια ανοιχτά, τα πόδια να βρέχονται από τα κύματα και το λευκό ταφτάνι ανασηκωμένο μέχρι τους γλουτούς. σαν μόλις να την ξέβρασε η θάλασσα. Δίπλα της ο ίδιος μπλε ταξιδιωτικός σάκος.

Η Μαριάμ αφουγκράστηκε τους βηματισμούς. Το πρόσωπό της στραμένο προς την κατεύθυνσή τους. Μισάνοιξε αδύναμα τα μάτια, δίπλωσε τα πόδια σ’ εμβρυακή στάση, έβαλε το σάκο στο μέρος της κοιλιάς κι έκλεισε πάλι τα μάτια, σαν ν’ αδιαφορούσε.
«Κόρη μου, με λένε Αλίν. Ήμουν μαζί σου, εχθές, στη βάρκα», είπε η Αρμένισσα με απαλή φωνή όταν έφτασε κοντά της. Εκείνη δεν σάλεψε. Η Αλίν κάθισε δίπλα της και είπε «τα είδα όλα». Η Μαριάμ έσφιξε το σάκο πάνω της, σα να ‘θελε να τον προστατέψει. Έμειναν έτσι κάμποσο σιωπηλές, μέχρι να δέσουν οι αύρες τους.

Η βραδιά, από αυτές που αποζημιώνουν τους ανθρώπους για τις ταλαιπωρίες τους. ζεστή, με μια αστροφεγγιά να υπνωτίζει τα βλέφαρα, το φλοίσβο της θάλασσας να νανουρίζει τις αισθήσεις και την αιγαιοπελαγίτικη αύρα να εισχωρεί ανάμεσα στα μαλλιά, σα χάδι θεραπευτικό.

Κάποτε, απρόθυμα και μ’ αργόσυρτο λόγο, ακούστηκε η Μαριάμ.

-Τι θες;

-Έφερα κάτι να φας.

-Δεν θέλω.

-Αύριο φεύγουμε για Θεσσαλονίκη. Εδώ θα κοιμηθείς;

«Πού να πάρει» ακούστηκε τώρα δυνατή η φωνή της Μαριάμ κι όπως έκανε να γυρίσει την πλάτη στην Αλίν έπεσε από τον μισάνοιχτο σάκο ένα μπιμπερό.

«Καλύτερα να μην το πάρεις μαζί σου αυτό», είπε η Αλίν. «Έχεις κι άλλα;»

Η Μαριάμ απρόθυμα αναποδογύρισε τον σάκο. Μεμιάς ξεχύθηκαν από μέσα πιπίλες, σαλιάρες, μωρουδιακά ρούχα, πάνες, ενυδατικές κρέμες, άλλο μπιμπερό, ένα θήλαστρο κι ένα μαχαίρι. «Δεν πρόλαβα», είπε κοιτώντας τα. «Ο πνιγμός είναι βουβός και γρήγορος. Χάθηκε μέσ’ στ’ αφρισμένο κύμμα. Λες και το τραβούσε μακριά μου μαγνήτης».

-Το μαχαίρι το είχες;

-Από σήμερα.

-Τι το θες;

«Ένα μαχαίρι είναι πάντα χρήσιμο», είπε κι ανακάθησε.

-Εδώ θα μείνεις απόψε;

-Ναι.

-Γιατί;

-Δεν σου λέω.

-Στον καταυλισμό καταμετρούν τα άτομα. Ζητάνε στοιχεία.

-Παλαιστίνια απ’ τη Χομς, πες τους. Είκοσι τριών. Άγαμη, άτεκνη κι άθεη. Πήγαινε. Εγώ έχω κάτι να κάνω πρώτα.

-Τι;

-Δεν σε αφορά.

-Καλά τότε.

Η Αλίν έσπρωξε το φαγητό κοντά στη Μαριάμ, σηκώθηκε κι έκανε να φύγει.

«Να το ταΐσω», ακούστηκε η Μαριάμ.

Η Αλίν γύρισε και την κοίταξε. Είχε τα στήθη της έξω από το ρούχο της και τους έκανε μαλάξεις. «Πεινάει. Νομίζω ότι πεινάει», είπε η Μαριάμ.

Η Αλίν πλησίασε. «Πώς θα το ταΐσεις;», ρώτησε.

Η Μαριάμ δεν αποκριθηκε. Πίεσε με τα δάχτυλά της τις θηλές, μέχρι που στάξανε γάλα. Εφάρμοσε στο θήλαστρο τα μπιμπερό, έβαλε τα στήθη της στις χοάνες του κι άρχισε να πιέζει τις λαβές του. Το γάλα έμοιαζε να ρέει αβίαστα. Η Αλίν παρακολουθούσε αμίλητη. Σε μερικά λεπτά τα δυο μπουκάλια είχαν γεμίσει. Η Μαριάμ τράβηξε τις χοάνες. Οι θηλές της στάζαν ακόμη γάλα. Αναστέναξε. Αφαίρεσε τα μπουκάλια από το θήλαστρο, σηκώθηκε και με τα στήθη της να κρέμονται έξω από το ρούχο της προχώρησε στη θάλασσα. Η φιγούρα της διακρίνονταν στον φωτεινό διάδρομο που σχημάτιζε στο νερό το φεγγάρι. Σήκωσε ψηλά τα δύο μπουκάλια κι έχυσε αργά το περιεχόμενό τους στο νερό.

«Έτσι το ταΐζω», φώναξε.  Ύστερα βούτηξε ολόκληρη κι έμεινε εκεί για λίγο.

Όταν επέστρεψε στην ακτή η μορφή της ήταν αλλαγμένη. Φαινόταν ήρεμη και σαν υπνωτισμένη. Πέταξε τα μπιμπερό στα βότσαλα και ξάπλωσε στην ίδια στάση.

«Μπορεί να σου φανεί τρελλό», είπε η Αλίν χαμηλόφωνα.

-Τί πράγμα;

«Λένε ότι τα μωρά που πνίγονται τα ταΐζουν οι γοργόνες», ψιθύρισε σαν να πρόδιδε μυστικό.

Η Μαριάμ ανασηκώθηκε στα γόνατα. Την κοίταξε με μάτια ορθάνοιχτα.

«Γοργόνες;» αναφώνησε και ξέσπασε σε γέλια. «Μα τι λες;  Άκου γοργόνες». Γέλασε πάλι, πιο δυνατά τώρα.

-Είναι, λένε, οι μητέρες οι αδερφές και οι σύζυγοι των πνιγμένων.

-Θες να πεις ότι από χτες το μωρό μου βρίσκεται στην αγκαλιά μιας γοργόνας και θηλάζει από το μαστό της;

Η Αλίν την κοίταγε αμίλητη. Μετά ψέλισσε «κι όμως υπάρχουν».

-Γοργόνες; Ποιον Θεό πιστεύεις, κυρά μου;

-Την Παναγιά τη Γοργόνα.

-Υπάρχει τέτοιο κατασκεύασμα; Χα! Χριστιανή είσαι;

-Έχει σημασία;

-Όχι.

Η Μαριάμ έδειχνε τώρα εξαντλημένη. Αγκάλιασε με τα μπράτσα τον κόρφο της. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει αργά πέρα δώθε κοιτάζοντας πότε προς τη θάλασσα πότε την Αλίν ξεφυσώντας και μουρμουρίζοντας «άκου, Παναγιά Γοργόνα».

Η Αλίν βάζοντας πίσω στο σάκο τα μωρουδιακά είπε: «Οι άνθρωποι αυτού του τόπου την έχουν προστάτιδα. Θαλασσοδαρμένοι κι αυτοί, από τ’ Αϊβαλί απέναντι. Η θάλασσα ήπιε τα παιδιά τους, τ’ αδέρφια τους. Γι’ απάγκιο η Παναγιά τους έστειλε σ’ αυτά τα βράχια κι εδώ στήσανε τα σπιτικά τους. Έχτισαν ένα σπίτι και για την Παναγιά. ένα εκκλησάκι. Εδώ δα, πιο πάνω είναι. Έχει την εικόνα της. Μια Παναγιά όπως δεν την έχουμε ματαδεί. Μια Παναγιά Γοργόνα».

Η Μαριάμ τώρα δεν αντιδρούσε, δεν μιλούσε, δεν κουνιόταν καν. Είχε την πλάτη γυρισμένη κι άκουγε.

-Έλα να σε πάω να την δεις. Θέλεις;

-Άστο καλύτερα.

-Κρίμα. Κι έλεγα ότι θα καταλάβαινες. Εγώ μια φορά εκεί πηγαίνω τώρα.

-Έχεις παιδιά;

-Όχι.

-Ποτέ δεν είχες;

-Μεγάλωσα σ’ ορφανοτροφείο. Μετά έμεινα. Μαγείρισσα στα ορφανά. Τα φρόντιζα σαν δικά μου. μέχρι που φεύγαν. Όλα φεύγαν. Τα ‘παιρνε μακριά η ζωή. Αθόρυβα και γρήγορα. Τα τελευταία τα πήραν οι μοναχές.

-Έφυγες μόνη;

-Μόνη. Τα κουβαλώ μέσα μου, όλα. Πάντα.

Η Μαριάμ άκουγε και σιωπούσε. Κρύωνε. Κάποια στιγμή έβαλε το σάκο στον ώμο κι είπε:

-΄Ελα, ας ανέβουμε στον καταυλισμό κι έρχομαι αργότερα πάλι εδώ.

-Όπως θες, κόρη μου.

Οι δυο γυναίκες πιάστηκαν παραμάσχαλα κι άρχισαν την ανάβαση ανάμεσα στα βράχια. Η Μαριάμ ανέδυε μια μυρωδιά βουτύρου. Το αεράκι τη σκόρπιζε και την έφερνε στη μύτη της Αλίν. Από τον καταυλισμό αντηχούσαν κλάματα ταλαιπωρημένων μωρών που πεινάγανε.

«Για τα μωρά, μάνα είναι όποια ικανοποιεί την πείνα τους», είπε η Αλίν ακούγοντάς τα.

Στον καταυλισμό ένα μωρό ήταν ιδιαίτερα ανήσυχο. Έκλαιγε ασταμάτητα κι είχε γίνει κατακόκκινο από το ζόρι. Η Μαριάμ πλησίασε τον νεαρό άνδρα που απεγνωσμένα προσπαθούσε να το ηρεμίσει στην αγκαλιά του.

«Πεινάει;» τον ρώτησε.

«Ναι», είπε εκείνος.

-Η μητέρα του;

-Δεν ξέρω.

Χωρίς άλλη κουβέντα, η Μαριάμ πήρε από την αγκαλιά του το μωρό, κάθισε χάμω και του πρόσφερε το στήθος της. Εκείνο άρχισε να θηλάζει λαίμαργα. Η Μαριάμ κοίταξε την Αλίν και  είπε:

«Μόλις τελειώσω μπορούμε να πάμε στην Παναγιά σου, την Γοργόνα. να της ζητήσω μια χάρη».

Η Αλίν ξάπλωσε δίπλα, σε μια κουρελού, να ξεκουράσει το κορμί της. Ο φωτεινός σταυρός από το εκκλησάκι της Παναγιάς της Γοργόνας, λίγο πιο πέρα, έστελνε την αναλαμπή του. Κάθε περιττός θόρυβος στον καταυλισμό είχε κοπάσει. «Όμορφη βραδιά», μονολόγησε. «Απ’ αυτές που αποζημιώνουν τους ανθρώπους για τα βάσανά τους». Η Μαριάμ την άκουσε, κι έσφιξε πάνω της το μωρό. Ύστερα, άνοιξε τον μπλε σάκο κι έβγαλε από μέσα μια πιπίλα.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.