διηγήματα φίλων Τσάμη Καίτη Σκουπίδια τραγούδια

Σκουπίδια τραγούδια

Η Σοφία φόρεσε τ’ ακουστικά για να προστατέψει με μια άρια της Κάλλας τ’ αυτιά της από τον διαπεραστικό θόρυβο του αεροπλάνου που ανυψώνονταν. Η ταχύτητα με την οποία εκείνο απομακρύνονταν ήταν ανάλογη της ανακούφισης που την πλημμύριζε. Ανέκφραστη το κοίταγε να παίρνει μέγεθος αετού, μετά περιστεριού, σπουργιτιού. Κι όπως ελίσσονταν προς τ’ αριστερά κι ακόμα πιο ψηλά γίνονταν ακρίδα, μύγα, κουνούπι, δύσκολο να το διακρίνει ανθρώπινο μάτι. Υπήρχε δεν υπήρχε, σαν να μην υπήρχε. Το κατάπιαν οι αιθέρες κι αυτό κι ό,τι δικό της έπαιρνε μακριά.

«Μια κουκίδα, αυτό είσαι», σκέφτηκε η Σοφία. Μια «κουκίδα» που για χρόνια του επέτρεψε να φαντάζει γίγαντας καταπιεστικός πάνω της. Ποτέ πριν δεν σύγκρινε το μέγεθος της «κουκίδας» με την απεραντοσύνη τ’ ουρανού. Ούτε βρέθηκε ποτέ χωρίς την παρουσία της «κουκίδας» δίπλα της. από παιδί επειδή δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, αργότερα από επιλογή.

Ο ήχος εισερχόμενου στο κινητό την ανάγκασε να κατέβει απ’ τα σύννεφα και να συντονιστεί με το περιβάλλον γύρω της. Ήταν ο οδηγός της. Περίμενε στην κεντρική είσοδο αναχωρήσεων. Η διαδρομή από το αεροδρόμιο στο πατρικό της, στο Ψυχικό, έμοιαζε με αφετηρία μιας νέας ζωής που προμηνύονταν. Παρόλα τα όσα γίναν σ’ αυτό το σπίτι, παρόλο που δεν αποδείχτηκε το άντρο μιας ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής, το αγαπούσε. Όχι επειδή ήταν εντυπωσιακό   και πολυτελές, αλλά επειδή από φύση της δένονταν με χώρους και τόπους. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν αποφάσισε να βγει έξω για σπουδές, αν και θα ’ταν μια καλή δικαιολογία για να γλιτώσει από την καταπιεστική μητέρα της, την «κουκίδα» που πριν λίγο είχε χαθεί στα σύννεφα, την Ανδρονίκη.  

Την αγαπούσε τη μητέρα της η Σοφία, όπως αγαπούσε κάθε πονεμένη ψυχή, κι ας είχε καταντήσει ο σκουπιδοτενεκές των απόβλητων της ψυχής και του μυαλού της Ανδρονίκης. Δεχόταν καρτερικά τις παραξενιές της, τις φωνές με κρίσεις πανικού θυμού και ζήλειας απέναντι στον πατέρα της όσο ήταν παντρεμένοι και μετά το διαζύγιό τους, πέντε χρόνια πριν, όταν η Σοφία ήταν δεκατεσσάρων. Λίγο   μετά, εκείνος παντρεύτηκε την δεκαπέντε χρόνια νεότερη γραμματέα του.

Η Σοφία ακολουθούσε τις προσταγές της Ανδρονίκης αδιαμαρτύρητα, ακόμα κι όταν αφορούσαν στην εμφάνισή της - δεν επέτρεπε κολητά παντελόνια ή σορτς, βαμμένα νύχια, μακιγιάζ, ξενύχτια. Για γκόμενο ούτε λόγος. Ακόμα κι όταν η Ανδρονίκη της χάλασε εκείνο το πάρτυ στο σπίτι, στα δεκαεφτά της, με καλεσμένους συμμαθητές και φίλους από το ιδιωτικό λύκειο που πήγαινε και που ανήκε στη μητέρα της, γιατί ισχυρίστηκε «παρακράτησε το πάρτυ» κι επιπλέον είχε βρει αποτσίγαρα στα σκουπίδια, και τους έδιωξε όλους και την επομένη άρχισε τα τηλεφωνήματα στους γονείς κάνοντας παράπονα για χαλαρά ήθη, ακόμα και τότε τη συγχώρεσε.

Η Ανδρονίκη πρόσβαλε συχνά τη Σοφία και στο σπίτι και δημοσίως. Την χαρακτήριζε ίδια με τον πατέρα της, αιθεροβάμων καλοπερασάκια που τα βρήκε όλα έτοιμα. Απεναντίας, για τον εαυτό της περιαυτολογούσε πως ήταν αυτοδημιούργητη κι ότι, παρότι κόρη στρατιωτικού με μεταθέσεις εδώ κι εκεί ανά τη χώρα, με έλλειψη σταθερών φίλων και μια οικογενειακή ατμόσφαιρα πνιγηρή από αυστηρότητα και κανόνες, κατάφερε σήμερα, ιδιοκτήτρια πια και διευθύνουσα ιδιωτικού λυκείου, να ανοίκει στην καλή Αθηναϊκή κοινωνία.

Αγαπούσε και τον πατέρα της η Σοφία κι ας μην τον χόρτασε. Σε κάθε του επίσκεψη της έφερνε λουλούδια και τότε από σκουπιδοτενεκές γίνονταν βάζο κρυστάλλινο με γλαδιόλες. Την ενθουσίαζαν τα δώρα του, κυρίως cd, συλλογές κλασσικής και ροκ μουσικής. Κάποια μέρα η Ανδρονίκη ξέσπασε πάνω τους πετώντας τα στο πάτωμα και σπάζοντάς τα με τα χέρια της. Την ίδια τύχη είχε και η κιθάρα του που της την είχε χαρίσει. Ήταν η μόνη φορά που η Σοφία της είπε ότι την μισεί, μα σύντομα το μετάνιωσε επειδή κατά βάθος δεν άντεχε να τη βλέπει να βασανίζεται.

«Τί θα μου γίνεις, ε, αρτίστα;», φώναζε η Ανδρονίκη, «να δείχνεις το βρακί σου στις σκηνές; Θα σε αποκληρώσω, κακομοίρα μου. Στο δρόμο να σε βλέπω να τραγουδάς για ψωροτάληρα, δε θα σε λυπηθώ. Τί θα πει ο κόσμος, ε; Κοίτα να μορφωθείς, να κάνεις έναν καλό γάμο».

H ψυχική ανισορροπία της Ανδρονίκης λειτουργούσε ως αντίβαρο στην ενδυνάμωση του δικού της ψυχισμού. Ένιωθε ευθύνη απέναντί της, ανάγκη να την προστατέψει, να τη θεραπεύσει. Δεκαεννιά χρονών τώρα, δευτεροετής Ψυχολογίας, ήταν σαν να ζούσε με την ασθενή της ενώ την ίδια στιγμή πάσχιζε ν’ αδειάσει τα σκουπίδια από μέσα της, να κάνει χώρο για τα ωραία που της έδιναν χαρά, το τραγούδι, τη μουσική, την κιθάρα, τους στίχους της.

Ο πατέρας της που αναγνώριζε το μουσικό της χάρισμα την υποστήριζε. Το είχε κι εκείνος το μεράκι. «Παίξε» της έλεγε «μη σε νοιάζει τί λένε οι άλλοι. Οι νότες είναι κύμματα κι όποιος δεν ξέρει να κολυμπά στις νότες ή είναι ήδη πνιγμένος ή θα τον πνίξουν τα βάσανα της ψυχής. Η μουσική είναι ζωή κι ο δημιουργός της θεός». Αυτά της έλεγε ο πατέρας της, γνωστός συνταγματολόγος από πάππου προς πάππου. Η Σοφία τον θαύμαζε για την αυξημένη αίσθηση του μέτρου σε όλα του. Μα τα λόγια του κάναν έξαλη την Ανδρονίκη που η μόνη μουσική που γαργάλαγε τ’αυτιά της όταν μεγάλωνε ήταν εθνικά εμβατήρια κι εκκλησιαστικοί ψαλμοί. Ίσως το παιδί μέσα της να ζήλευε τα ίδια της τα παιδιά, ποιός ξέρει;

Η Σοφία αγαπούσε κι επιθυμούσε την αδερφή της, την Αντιγόνη, κι ας είχανε οχτώ χρόνια διαφορά κι ας την άφησε εκείνη μονάχη να δαμάσει το θηρίο του σπιτιού, τη μητέρα τους. Θαύμαζε την Αντιγόνη για το ταλέντο της στη ζωγραφική και το σχέδιο και για το θάρρος της να πάει μόνη στη Νέα Υόρκη να σπουδάσει καλές τέχνες. Όχι ότι η μητέρα τους εκτιμούσε περισσότερο τη ζωγραφική από τη μουσική, αλλά η αδερφή της κατάφερε να φέρει την Ανδρονίκη με τα νερά της όταν πήρε πρώτο βραβείο σ’ ένα διαγωνισμό αγιογραφίας. Δεν την έπεισε με το βραβείο αλλά με την αγιογραφία. Φοβήθηκε η Αδρονίκη πως, εάν δεν εκτιμούσε το έργο του παιδιού της, θα ήταν βλασφημία στο πρόσωπο του εικονιζόμενου αγίου. Της την έφερε έξυπνα, λοιπόν, η Αντιγόνη κι από τότε εκείνη έπαψε να της διαλαλεί ότι με τη ζωγραφική θα πέθαινε στην ψάθα. Όταν, δε, η Αντιγόνη παντρεύτηκε τον πλούσιο ελληνοαμερικάνο επιχειρηματία, ιδιοκτήτη τεσσάρων γκαλερύ στη Νέα Υόρκη, τότε η Ανδρονίκη ανακουφίστηκε γιατί «ο γαμπρός ήταν του ιδίου επιπέδου» κι εννοούσε φυσικά το οικονομικό επίπεδο γιατί αυτό ήταν για εκείνη η βάση της πυραμιδικής ανάπτυξης κι εξέλιξης του ανθρώπου σε όλα τα επίπεδα. Κι ούτε ποτέ έκανε λόγο για τα δεκαοχτώ χρόνια διαφοράς ανάμεσα στην Αντιγόνη και το σύζυγό της, ούτε για το ότι παντρεύτηκαν λίγους μήνες μετά το διαζύγιο εκείνου με την πρώην του με την οποία είχαν παιδί. Ό,τι δεν τη συνέφερε δεν το σκάλιζε η Ανδρονίκη.

Μα σήμερα ήταν μια άλλη μέρα. Η «κουκίδα» ήταν ήδη άφαντη με προορισμό τη Νέα Υόρκη και η Σοφία είχε όσα επιθυμούσε, ελευθερία, ηρεμία, ευκαιρία να πειραματιστεί με την εμφάνισή της, απεριόριστο χρόνο ν’ ακούσει μουσική στη διαπασών, να γρατσουνίσει την κιθάρα της, να τραγουδήσει σε όποιο δωμάτιο του σπιτιού ήθελε, ακόμα και στο δρόμο έξω. Καιρό τώρα οραματίζονταν τον εαυτό της μουσικό του δρόμου. Ήθελε την εμπειρία. Θα το έκανε σήμερα κιόλας κι ας ήταν ρίσκο. Ο δρόμος είναι δίκαιος κριτής κι η Σοφία διψούσε για επιβεβαίωση.

Είπε του οδηγού να την αφήσει στο κομμωτήριο. Ύστερα του έδωσε άδεια. δεν θα τον χρειαζόταν μέχρι να επιστρέψει εκείνη. Λίγη ώρα μετά, οι μπούκλες της είχαν εξαφανιστεί - πίσω χαίτη, στους κροτάφους φιλαριστό. Έκανε διπλές τρύπες στ’ αυτιά κι επιμελήθηκε το ντύσιμό της - κολητό ξεβαμένο τζιν, μακό λευκό μπλουζάκι, καρό ερυθρόλευκο ξεκούμπωτο πουκάμισο, σταράκια, δερμάτινα περικάρπια. Τώρα δεν ήταν μόνο, αλλά φαινόταν κιόλας ροκ. Μετά γράφτηκε για μαθήματα ορθοφωνίας.

Το σούρουπο, με την κιθάρα της στον ώμο πήρε τη συγκοινωνία για Θησείο. Διάλεξε ένα σημείο κοντά στην Αττάλου, κάθησε σ’ ένα βραχάκι, ξεκίνησε να γρατσουνάει την κιθάρα και να σιγοτραγουδά δειλά-δειλά στην αρχή, μέχρι να πάρει θάρρος. Σκεφτόταν τι εντύπωση θα έκανε σε γνωστούς που πιθανόν να περνούσαν από εκεί. Τι θα έλεγαν; Η καλή Αθηναϊκή κοινωνία θα το θεωρούσε ξεπεσμό; Έμοιαζε άλλος άνθρωπος. Θα γελούσε μαζί της; Σύντομα όμως θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα της «κολύμπα στις νότες και ζήσε».

Η φωνή της δυνάμωσε, έφτασε στους θαμώνες του καφέ απέναντι. σταμάτησαν τις συζητήσεις και την ακούγανε. Περαστικοί στέκονταν μπροστά της. Κάποιοι της έριξαν κέρματα. Μια γνήσια τραγουδίστρια του δρόμου δέχεται φιλοδωρήματα. άνοιξε τη θήκη της κιθάρας. Κάθε που τελείωνε ένα τραγούδι ακολουθούσαν χειροκροτήματα, επιφωνήματα, σφυρίγματα. Είχε κοινό.

Ικανοποίηση. Ο δρόμος δικαίωνε το ταλέντο της. Τέτοια λαχταρούσε -  έκφραση, δημιουργία, μοίρασμα με τους ανθρώπους, αποδοχή. Ένιωθε καλλιτέχνης. Οι κουκίδες έγιναν επιτέλους νότες και τα σκουπίδια τραγούδια. Σε δυο μήνες που θα επέστρεφε η Ανδρονίκη ίσως η Σοφία να μην έμενε καν στο Ψυχικό. Χάνοντας μια «κουκίδα» στον ουρανό βρήκε το δρόμο της στη γη.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.