κριτικές βιβλίων MAURICE MAETERLINCK Ο θησαυρός των ταπεινών

MAURICE MAETERLINCK Ο θησαυρός των ταπεινών

Από την Κλεοπάτρα Λυμπέρη


MAURICE  MAETERLINCK
Ο θησαυρός των ταπεινών
Μετάφραση: Xαρά Μπακονικόλα
Eκδόσεις: PRINTA


H αναζήτηση του υπερβατικού εγώ


Η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που συναντώ στα έργα της φλαμανδικής ζωγραφικής του 15ου αιώνα, όπου η εμπνευσμένη σύλληψη, η πλούσια χρωματική γκάμα και η εκφραστική λεπτότητα συμπράττουν στη δημιουργία ενός φωτεινού κόσμου, μοιάζει να βρίσκει την ακριβή αντιστοίχισή της στα παρόντα δοκίμια του Μωρίς Μάτερλινκ. (Έχω στο νου μου, κυρίως, τον Ευαγγελισμό, του Βαν ντερ Βάυντεν, και την Προσκύνηση του Μυστικού Αμνού, του Γιαν Βαν Άυκ, το πολύπτυχο που κοσμεί τον καθεδρικό ναό της Γάνδης, γενέτειρας του Μάτερλινκ.)

Ο Βέλγος νομπελίστας Μωρίς Μάτερλινγκ (1862-1949) υπήρξε πράγματι γνήσιο τέκνο της φλαμανδικής παράδοσης, αλλά η ζωή του στη Γαλλία και η γαλλική κουλτούρα τον βοήθησαν να συνδυάσει με αξιοσημείωτη επάρκεια τα δυο βιώματα, ώστε να διανοιχθεί σ’ έναν ευρύτερο πλούτο πνευματικών συλλήψεων. Αν και ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου, ο κύριος κορμός της εργασίας του αποτελείται από είκοσι τόμους δοκιμίων και τριάντα θεατρικά έργα. Η παρούσα έκδοση (13 δοκίμια, που αρδεύουν από ιδεαλιστικά και μεταφυσικά πεδία) φέρουν τη σφραγίδα της επίδρασης μεγάλων μυστικιστών της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας, οι οποίοι προωθούν τη σκέψη του σε χώρους δύσβατους και ανοίκειους για την κλασσική ορθολογιστική αντίληψη. Ο Σβέντεμπορ, ο Έμερσον, ο Νοβάλις, ο Ραίσμπουργκ, ο Πλωτίνος, είναι οι πιο φανερές του συγγένειες.

Για την «ουσιώδη ζωή» μιλάει ο Μάτερλινκ και το «μύχιο κάλος» της ψυχής, για εκείνη την εσωτερική ελευθερία που αν και ζει στο επέκεινα της τρέχουσας πραγματικότητας, δίνει το άρωμά της στα ίδια τα πράγματα. Αυτή η ουσιώδης εσωτερική ζωή, αποτυπώνει την καθολική ομορφιά του «υψηλού» στην οντολογική του έννοια, το ακηλίδωτο πρόσωπο που στρέφεται προς το θείο και το αναγνωρίζει, διότι αποτελεί μέρος του και αντανάκλασή του. Στο θείο πιστεύουν αυτοί που είναι οι ίδιοι θεϊκοί, υποστηρίζει ο Χέντερλιν, και ο Μάτερλινκ συγκλίνει με το μεγάλο γερμανό ρομαντικό, επαναφέροντας μια φράση του Πλωτίνου: Η ψυχή δεν θα μπορούσε να δει το κάλος αν δεν ήταν ωραία και η ίδια, γι’ αυτό ο άνθρωπος πρέπει ν’ αρχίζει από το να γίνεται όμορφος, για να κερδίσει τη θέα του κάλους και της θεότητας.

Το έργο του Μάτερλινκ εκφράζει τον ανθρώπινο πόθο για το ασύλληπτο και το αδιανόητο, το άρρητο και το εξωλεκτικό, εκεί όπου η σιωπή προσκαλεί τη φανέρωση του «θείου» λόγου και η υπέρβαση του έλλογου οδηγεί στον ενορατικό φωτισμό. Όταν για έναν τέτοιο συγγραφέα (ένα αληθινά ανήσυχο πνεύμα) το ζητούμενο είναι η εξωκειμενική πραγματικότητα (το καθαρό βίωμα, όπως το εννοούσε ο Κόλεριτζ), τότε είναι σε θέση να εισχωρήσει στο αληθινό κέντρο της γλώσσας, για να συγκροτηθεί, ως γράφων, από ένα άλλο επίπεδο δημιουργικής έκφρασης.

Ένα πράγμα έχει σημασία, η αναζήτηση του υπερβατικού εγώ μας, σημειώνει ο Νοβάλις, παραθέτοντας την ποιητική της δικής του μεταφυσικής, η οποία μοιάζει να αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο και για τη σκέψη του Μάτερλινκ. Η φράση αυτή του γερμανού ποιητή προσδιορίζει (έμμεσα ή άμεσα) όλα τα κείμενα του παρόντος βιβλίου, καθώς ωθεί τον αναγνώστη να γνωρίσει μια άλλη διάσταση, η οποία δεν περιγράφει ένα «αλλού» (όπως συχνά έχει υιοθετηθεί από την επιπόλαια μεταφυσική σκέψη), αλλά ένα «αλλιώς». (Αυτή η υπέρβαση, νομίζω παρουσιάζεται πολύ εύγλωττα από τον Ελύτη στο ποίημα Ο Αγράμματος και η Ωραία: ο στίχος «αλλιώς ωραία» μεταφέρει την ακριβή αίσθηση ενός βλέμματος που κοιτάζει τον κόσμο από άλλο επίπεδο, εκεί όπου το βλέπειν και το αντικείμενό του, συνδέονται μέσα στο όντως ον.)

Κατά το Μάτερλινκ οι μυστικιστικές αλήθειες διαθέτουν ένα προνόμιο που δεν συναντάμε στις καθημερινές αλήθειες: ούτε γερνάνε, ούτε πεθαίνουν. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει την «αιωνιότητά τους», τη φωτεινή τους προέλευση. Οι θέσεις του βέλγου συγγραφέα αντιπαρατίθενται φανερά σε ολόκληρο το Διαφωτισμό, που θεωρεί ότι ο καρπός της ανθρώπινης γνώσης είναι αρκετός για να μας απελευθερώσει από τις μάταιες θεολογικές αναζητήσεις (και τις ψευδαισθήσεις), οι οποίες μπορεί μεν να απαλύνουν την απελπισία μας σε σχέση με το πρόβλημα του θανάτου, πλην δεν βοηθούν στην ωρίμανση και την αυτοδιαχείρισή μας. Ο Μάτερλινκ εντούτοις, παρακάμπτοντας επιδέξια τον δυτικό ορθολογισμό, προτείνει την κατάφαση με το θείο, όχι ως παραίτηση από την ανθρώπινη ευθύνη, αλλά ως την ανάληψη εκείνης ακριβώς της ευθύνης που θα «συν–πράξει» με μια ανώτερη ζωή, για να γεννήσουν μαζί τη ριζική μετουσίωση και μεταλλαγή όλων των ψυχικών δομών του ανθρώπου.

Ο Μάτερλινκ είναι ένας ιεροκήρυκας του αγαθού, κάποιος που αρνείται να δεχτεί τη σκοτεινή ανθρώπινη φύση, και που, ακριβώς σαν τους αγίους, δια της μη μετοχής στην υπαρκτική διάσταση του κακού, προβαίνει στην ολοσχερή κατάργηση του. Υπό την έννοια αυτή, ακολουθεί όλη τη μυστική θεολογία των χριστιανών Πατέρων, αλλά αυτό επίσης σημαίνει ότι στο έργο του το πρόβλημα του κακού παραμένει άλυτο, χωρίς τη διαδρομή της αυτοσυνειδησίας (με την οποία ασχολείται εσχάτως η επιστήμη της ψυχανάλυσης). Ο άνθρωπος βρίσκεται διαχωρισμένος σε «εξωτερικό» και «εσωτερικό», διαβάζουμε (εδώ, ταιριάζει η φράση του Έκεχαρτ: Στο Χριστό υπήρχε ο εσωτερικός και ο εξωτερικός άνθρωπος και ο εσωτερικός παρακολουθούσε τα γινόμενα, ακίνητος και αποχωρισμένος), έτσι ο δυισμός πνεύματος – ύλης έρχεται για άλλη μια φορά στο προσκήνιο.

Σκέφτομαι αυτή τη στιγμή τον Μούζιλ, ο οποίος γράφει (στον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες) ότι η χριστιανική διάκριση αμαρτημάτων – ψυχής του θυμίζει τον Μακιαβέλι που φρόντιζε να χωρίζει το σκοπό από τα μέσα.(Εκείνος που χωρίζει την ψυχή από τα αμαρτήματά της είναι, με την αστική έννοια, αμοραλιστής.) Εδώ, όμως, με τη χρήση του όρου «ψυχή», ο Μάτερλινκ δεν εννοεί μια ατομικότητα, ένα καταμερισμό της ουσίας, αλλά την ίδια τη συλλογική Ψυχή, την τέλεια εικόνα του καθολικού Ανθρώπου, η οποία είναι ενωμένη με το Θεό, στην τέλεια φύση της. Αναφέρεται δηλαδή (για να χρησιμοποιήσω θεολογικές σημάνσεις) στην προ της «πτώσεως» ανθρώπινη κατάσταση, τη συνυφασμένη με την εικόνα του Παραδείσου, στην οποία το ον προσκαλείται συνειδητά να επιστρέψει, για να ενδυθεί ξανά την αληθινή του ύπαρξη. (Οι άγγελοι του Σβέντεμποργκ κυκλοφορούν με φυσικότητα στα κείμενα του Μάτερλινκ.)

Άρα, αυτή ακριβώς η καθολική ψυχή που δεν βαρύνεται από τα ημαρτημένα της προσωπικότητας συγκροτεί την κρυστάλλινη διαύγεια του Είναι, το φιλοσοφικό όντως ον. Το Ερώτημα είναι, με ποιο τρόπο, ως ουσία, ενεργοποιείται μέσα στην ίδια την ύπαρξη, στον ατομικό άνθρωπο. Με την ευγένεια, την αγάπη, την ελευθερία, το σεβασμό, την λεπτότητα του βλέμματος, απαντά ο Μάτερλινγ, συνδέοντας την καταγωγή του αγαθού με την συνειδητοποίηση του απείρου και προτείνοντας τον «πρακτικό» τρόπο της εκδήλωσής του διαμέσου των ποιοτήτων εκείνων που αποτελούν τα κατηγορήματα του θείου. Είμαστε θεοί που αγνοούν τον εαυτό τους, σημειώνει, υποστηρίζοντας το εφικτό μιας ανώτερης ζωής, εκεί όπου το κάλος είναι η μόνη γλώσσα των ψυχών. Διότι το ανθρώπινο πλάσμα μπορεί (με ελεύθερη εκλογή) να δημιουργήσει εαυτόν, ως μια ηθική προσωπικότητα που φιλοξενεί εντός της όχι μονάχα το εγώ αλλά και το ιδεώδες. Έτσι, η φωνή του υπερβατικού εγώ μπορεί να κάνει φανερή την «αόρατη καλοσύνη» και την ύψιστη ομορφιά των μικρών στιγμών της καθημερινής πραγματικότητας, εμποτίζοντας τα πάντα με φως. Αν λοιπόν αυτή η «ανώτερη ζωή» δεν μπορεί να κερδηθεί παρά μέσα από τη συλλογική ψυχή (την ενιαία Ψυχή του Όλου Ανθρώπου) τότε η απάντηση βρίσκεται στην έξοδο από το εγώ και στη συνείδηση της Ολότητας που εκφράζει και την έννοια του θεϊκού.

Ίσως το ερώτημα του Νοβάλις, το οποίο επαναδιατυπώνεται στο παρόν βιβλίο, να αποτελεί το επιστέγασμα της σκέψης του βέλγου συγγραφέα, για να έρθει στο φως ο καρπός μιας ευρύτερης ανησυχίας, που θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία της ανθρώπινης αντίληψης: Τώρα η ψυχή σαλεύει μόνο εδώ κι εκεί. Πότε, επί τέλους, θα κινηθεί ολόκληρη και πότε η ανθρωπότητα θα αρχίσει να συνειδητοποιεί συλλογικά; Πρέπει να περιμένουμε υπομονετικά να διαμορφωθεί αυτή η ανώτερη συνείδηση, απαντά ο Μάτερλινκ. Προσθέτω: Αυτή η ανώτερη συνείδηση δεν θα έχει ανάγκη από καμιά θρησκεία για να υπάρξει, γιατί αφού θα μετέχει στην ουσία, θα αποτελεί τη σύνθεση όλων των θρησκειών, των ιδεών, των πνευματικών τάσεων, σαν ένα ανθρώπινο μωσαϊκό πνευματικότητας που συνάντησε το καθολικό του πρόσωπου, για να το εκδηλώσει ως Όλον, έτσι ακριβώς όπως το οραματίστηκε η Φιλοσοφία και το Ρομαντικό κίνημα.

© 2019 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.