Παπάζογλου Άννα
Θάλασσα το όνειρο

Στα σκοτεινά προστατεύεται από το φως η στολή της ασυρματίστριας. Κρέμεται δίπλα σε πουκάμισα και παλτό. Αγέρωχη, καμαρωτή, σιδερωμένη. Στο ραφάκι επάνω από τις κρεμάστρες κάθεται το καπελάκι. Σκούρο μπλε το μισό. Το υπόλοιπο, σε λευκό φόντο, με σήμα την άγκυρα και το στεφάνι που την κυκλώει. Γυρίζει το γείσο του στα πλάγια, προς τα πάνω, όλο νάζι. Πόσο πολύ νοσταλγεί, παρατημένη πια, η στολή τις μέρες που περιδιάβαινε το κατάστρωμα! Κατρακυλούσαν παίζοντας πάνω της οι αχτίδες του ήλιου και ένιωθε την αλμύρα να τη νοτίζει καθώς τη φύσαγε το θαλασσινό αεράκι!

Φουσκώνουν οι βάτες στους ώμους σαν να ψηλώνει όλο καμάρι το σακάκι για να πιάσει ουρανό. Λευκό πουκάμισο και γραβάτα μαύρη μέσα από το σακάκι συμπληρώνουν τη στολή της ασυρματίστριας. Από τις πρώτες ήσουν που μπήκαν στη Σχολή – την Ανώτερη Δημόσια Σχολή Εμπορικού Ναυτικού Πειραιώς. Ήθελες να οργώσεις τις θάλασσες, να γνωρίσεις άλλες πολιτείες, εξωτικές.

Φορούσες τη φουστίτσα σου τη μαύρη, που έφτανε πιο κάτω από το γόνατο, και αγνοούσες το “τι θα πει ο κόσμος”. Δεν ήταν τότε σύνηθες να φεύγει γυναίκα για μπάρκο. Καπετάνιοι, μηχανικοί και ασυρματιστές ήταν μόνο άντρες. Περίμενες στη βιτρίνα να σε αγοράσει κάποια τολμηρή φοιτήτρια, γιατί εσύ δε νοιαζόσουν για τις προκαταλήψεις του κόσμου – άκουγες μόνο τη θάλασσα να μιλάει μέσα σου. Σαν να τρύπωνε μέσα από το σακάκι, μέσα από το πουκάμισο και να σήκωνε φουσκοθαλασσιά. Πόσο καμάρωνες που είχες μπει στη Σχολή και θα έκανες πραγματικότητα το όνειρό σου!

Στο σακάκι, αριστερά και δεξιά στον γιακά από ένα κουμπάκι χρυσό κι από κει κρέμεται ένα πράσινο-άσπρο κορδόνι. Αχ, πώς στολίζει το πέτο! Στους ώμους έχεις ραμμένο το σήμα της Σχολής: Α.Δ.Σ.Ε.Ν. ΠΕΙΡΑΙΩΣ λέει με χρυσά κεφαλαία γράμματα. Και φουσκώνουν οι βάτες με δυο φορές περισσότερο καμάρι.

Όταν περνούσες κορδωτό ανάμεσα στις σπουδάστριες της Σχολής, γυάλιζαν τα χρυσά κουμπιά σου. Δυο σειρές κουμπιά είχες, τέσσερα στην κάθε σειρά, με σκαλιστή μια άγκυρα στο καθένα. Τους θάμπωνες καθώς περνούσες κι ύστερα γύριζες την πλάτη κι έφευγες με το μεσάτο σου σακάκι να πέφτει πάνω από τη φούστα. Τακ, τακ απομακρύνονταν τα τακουνάκια σου˙ και η φούστα να ανεμίζει αποκαλύπτοντας δυο δεμένες γάμπες...

Καμιά φορά χαιρετούσες. Τότε χαιρετούσε στο μανίκι σου και το σήμα του αρχηγού της Σχολής. Χρυσό κι αυτό, κεντημένο χαμηλά στο δεξί μανίκι κι από κάτω τέσσερα χρυσά σειρίτια. Έλεγες μέσα σου πως συμβόλιζαν τη θάλασσα. Δεν ήθελες το λιμάνι εσύ, τα απάνεμα νερά στο αγκυροβόλιο. Τη θάλασσα ήθελες, την απρόβλεπτη κι αγριεμένη. Αυτήν που ο Αη Νικόλας και η Παναγιά η Θαλασσινή δεν μπορούν να την κάνουν καλά. Αυτήν που κρύβει θαύματα και θηρία ανήμερα – τη γοργόνα, την αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου.

Γι' αυτό αποφάσισες να σπουδάσεις ασυρματίστρια, επειδή σε είχε γητέψει η θάλασσα. Είχε βέβαια ο τόπος σου ναυτική παράδοση, αλλά αυτό αφορούσε μόνο τους άντρες. Οι γυναίκες επέλεγαν τη διδασκαλία, όχι να γίνουν μαρκόνισσες! Εσύ έφυγες από το νησί σου γεμάτη όνειρα, αρίστευσες στη Σχολή και πάντα φορούσες τη στολή με περηφάνεια.

Θα έλεγε λοιπόν κανείς πως η στολή χόρτασε ταξίδια – αρμύρα και άνεμο. Αν την έβλεπε όμως πιο προσεκτικά, θα διέκρινε τη θλίψη της. Θα τη διέκρινε στα χρυσά κουμπιά που σκυφτά λάμπουν ακόμα. Θα τη διέκρινε και στο άφθαρτο πέτο και στα ολοκαίνουργια μανίκια. Δεν είναι στολή θαλασσόλυκου. Είναι στολή δοκίμου και κυκλοφορεί μόνο μέσα στη Σχολή.

Είχε όνειρα όμως. Έκανε όνειρα για ταξίδια μακρινά, ταξίδια που ρίχνουν άγκυρα σε λιμάνια ξένα, επικίνδυνα. Ήθελε να σε ακολουθήσει στον Ατλαντικό ωκεανό, εκεί που    γίνονται αγοραπωλησίες ύποπτες και δεν είναι ασφαλές για μια γυναίκα να κυκλοφορεί. Να σε συνοδεύει ήθελε καθώς περπατούσες στο κατάστρωμα, με νηνεμία, και να σε συντροφεύει σε φουρτούνες του Ειρηνικού.

Δεν μπόρεσε να κάνει τόσα πολλά ταξίδια, έκανε μόνο όνειρα. Στη Χιλή όμως, όταν κατέβαινε από το πλοίο συνοδευόμενη από τον μηχανικό, την έτρωγαν με τα μάτια οι ντόπιοι. Δεν είχαν ξαναδεί τέτοια αστραφτερή στολή. Κορδωνόταν τότε και ψήλωνε κάνα-δυο πόντους. Περασμένα μεγαλεία... Ωστόσο καμάρωνε ακόμα. Ποιος είχε τόσο όμορφα κουμπιά; Είχε άλλος τέτοιο ωραίο γαλάζιο στεφάνι στο σήμα του καπέλου; Οπωσδήποτε δεν είχε κανείς το σήμα του αρχηγού στο μανίκι!

Κλεισμένη λοιπόν στην ντουλάπα της, κορδωνόταν και φούσκωνε όλο καμάρι. Ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλη σαν κι αυτήν. Τι κι αν δεν ταξίδεψε όσο ήθελε; Δεν έχει σημασία. Τώρα πια το όνειρό της θα μείνει όνειρο. Αρκεί να τη βγάζουν πού και πού από την ντουλάπα και να την φορούν τα παιδιά τις Απόκριες. Τότε βγαίνει και περήφανα περπατά ανάμεσα στις άλλες στολές. Είναι μοναδική, ξεχωριστή και λέει την ιστορία της. Είναι στολή ασυρματίστριας.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.