Η Χρυσή

Ένα μαύρο σεντόνι απλωνόταν από άκρη σε άκρη, καπνοί κι ερείπια και δυστυχία στα μάτια των ανθρώπων. Η φωτιά είχε ξεσπάσει τη νύχτα, σε ένα από τα παραπήγματα, ψηλά στο λόφο και με τη βοήθεια ενός αέρα συνωμότη, κατέβηκε ταχύτατα ως την προκυμαία, σκορπίζοντας το φόβο και κατακαίοντας τα σπίτια, τα κτήματα, τους κήπους, ακόμα και τα καΐκια που δεν είχαν προλάβει ν’ απομακρυνθούν. Ορυμαγδός μεγάλος. Έσπαγαν τα τζάμια από τα παράθυρα, στέγες έπεφταν με πάταγο, τα ζώα έσκουζαν έφευγαν κατατρομαγμένα.

Αλλόφρονες οι χωρικοί έτρεχαν να σωθούν και να σώσουν ό,τι προλάβαιναν. Τα παιδιά κατάπληκτα μπροστά στο μεγαλείο της καταστροφής. Ένα κορίτσι έσφιγγε στην αγκαλιά του μία κότα και ένα μαξιλάρι χρυσοκέντητο, έψαχνε τη μάνα του, τα δάκρυα χάραζαν ποταμούς στα μάγουλά του. Μια γυναίκα λεχώνα αγγελοκρούστηκε, έδωσε προς τη θάλασσα, με το μωρό στο στήθος, την άσπρη νυχτικιά, τα μαλλιά λυτά στην αγριάδα του αέρα, την έσωσε το χέρι του ανδρός της την τελευταία στιγμή. Άλλοι, με τα πρόσωπα καπνισμένα, ιδρωμένα τα σώματα, κουβαλούσαν με τους κουβάδες το νερό, να πιει το θηρίο, να ησυχάσει. Οι γριές σταυροκοπιόντουσαν. Ποια «δαιμονική δύναμη» ανέβαζε τις φλόγες στον ουρανό σε τέτοια ύψη, ώστε δεν γλίτωναν ούτε τα πουλιά!;

Κατά το ξημέρωμα, ο άνεμος είχε κοπάσει, η φωτιά είχε σιγανέψει, λίγες μόνο εστίες εδώ κι εκεί. Ο λόφος έστεκε κατάμαυρος και ένα σύννεφο έσταζε πάνωθέ του, χλευαστικό. Οι χωρικοί είχαν βρει καταφύγιο σε μιαν αλάνα έξω από τον οικισμό, όπου η φωτιά δεν πρόκανε να φτάσει, γιατί ήταν ανοιχτωσιά και ο αέρας φυσούσε αντίθετα. Σιγά-σιγά, σηκώθηκαν στα πόδια τους. Μετρήθηκαν. Πρώτα ο καθένας τη δική του οικογένεια, ύστερα του διπλανού. Όλοι σωστοί. Ένας μόνο, ο Αρίστος, ρώτησε για τη Χρυσή, που έμενε μονάχη της στην πάνω γειτονιά, ένα στενό κάτω από το σπίτι του, στις παράγκες από όπου φαίνεται πως άρχισε η φωτιά. Τη φώναξαν, δεν πήραν απάντηση. Δεν ήταν ανάμεσά τους. «Πάω να δω», είπε ο Αρίστος. Τον ακολούθησαν η Μαρίκα και η Σοφώ.

Τα στενά δρομάκια, άλλοτε πλακόστρωτα, με τους βασιλικούς και τα γεράνια δεξιά-αριστερά, ήταν τώρα σωροί από πέτρες και κάρβουνα και σίδερα μαυρισμένα. Η αποφορά από καμμένες γάτες και σκυλιά και πρόβατα και ποντίκια τούς έκοβε την ανάσα. Βρήκαν την παράγκα ξεχαρβαλωμένη, δίχως σκεπή. Κάπνιζαν ακόμα τα δοκάρια και από κάτω τους ένα κουβάρι καβουρντισμένο, το χέρι να εξέχει, η σορός της Χρυσής. Μόνο το δαχτυλίδι της έστεκε, τίποτα άλλο.

-Την έρμη, την άκουσα μια στιγμή που φώναζε, μα νόμιζα πως ήταν απ’  τη ζούρλα της, Θε μου συγχώρεσέ με! Όταν είδα τη φωτιά να ’ρχεται, έτρεξα να σωθώ, την ξέχασα, είπε η Σοφώ, κούνησε το κεφάλι, έβγαλε ένα μαντίλι, φύσηξε.

-Κρίμας! στεκόταν ακίνητος σαν αποσβολωμένος ο Αρίστος.

-Ζωή σε λόγου μας, παιδιά δεν είχε, δόξα σοι Θε μου που σωθήκαμε κι εμείς, έχουμε δουλειά να κάνομε, πάμε! είπε η Μαρίκα και γύρισε την πλάτη να μη βλέπει.

Πήρε ο καθείς το δρόμο του, ν’ αναμαζέψει ό,τι είχε απομείνει, να ξαναστήσει το σπιτικό του, να ζήσει.  

Η Χρυσή δεν είχε ηλικία. Δεν ήταν ούτε παιδί, ούτε γυναίκα, ούτε γριά. Καμωνόταν πως έβλεπε νεράιδες πάνω στα λουλούδια, τους μιλούσε, δεν άφηνε να τα κόβουν. Τα βράδια την άκουγαν να τραγουδάει έναν παλιό σκοπό, τον ίδια πάντα. Καμιά φορά ούρλιαζε πως τάχα έρχονταν δαιμόνοι και την πείραζαν και δεν σταματούσε αν κάποιος γείτονας δεν της χτυπούσε την πόρτα, μες στα μεσάνυχτα, να την αποπάρει, «Χρυσή, σώνει πια!». Έσερνε το μισερό της πόδι πάνω στο χώμα, γέλαγε δυνατά, της άρεσε να βλέπει τη σκόνη να σηκώνεται, τα παιδιά τη μιμούνταν, οι μανάδες τα μάλωναν. Την κορόιδευαν «αλαφροΐσκιωτη», δεν την ένοιαζε. Τις Κυριακές έπλεκε κοτσίδες τα μαλλιά της, έβαζε το καλό της φουστάνι, το ίδιο πάντα, πήγαινε στην εκκλησία, έστεκε παράμερα, περίμενε να πάρουν όλοι αντίδωρο, άπλωνε τη μαλακή της χούφτα, τη γέμιζε με τα ψίχουλα και τα έτρωγε με μανία, «είναι αμαρτία να τα πετάξουμε», έλεγε. Κάπου κάπου, έκοβε ζαρζαβατικά από τους κήπους των γειτόνων χωρίς να τους ρωτήσει, αυτοί την άφηναν, ήξεραν πως δεν είχε να φάει από αλλού.

Η καημένη η Χρυσή, εκείνο το πρωί, είχε κατηγορηθεί από τον δάσκαλο, τον κύριο Αντωνάκη, νεοφερμένο στο χωριό, ότι είχε μπει στο μπαξέ του και του είχε κλέψει τα σπανάκια που είχε φυτεμένα. Η λέξη του της έπεσε βαριά και για να υπερασπίσει τον εαυτό της, ορκίστηκε, «αν έχω κάνει τέτοιο πράμα, να με κάψει ο Θεός!», είπε. Κλείστηκε στο σπίτι της, όλη μέρα δεν βγήκε, μόνο έψελνε ένα τραγούδι θρηνητικό, το ίδιο πάντα.
Και να που έγινε, αργά το βράδυ, ν’ ανάψει το πετρογκάζ για να βράσει τα χόρτα και να την πάρει ο ύπνος στην καρέκλα και να φυσήξει αέρας μέσα από το ανοιχτό της παράθυρο και ν’ αρπάξει η κουρτίνα φωτιά και να ξυπνήσει όταν το ρούχο της είχε πια λαμπαδιάσει και κανείς να μην προστρέξει στις φωνές της και να πεθάνει χορεύοντας σα νεράιδα μέσα στις φλόγες, που έμελλαν να κάψουν, ύστερα, ολόκληρο το χωριό.

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.