Χουμά κουτάλι

Αμάλαγο κοπέλι ήμουνε κι είχα χαβεσιλίκι για φευγιό στη μεγάλη πόλη, πρώτη βολά κι αμοναχός. Εξιά ’θελα, διάλε τ’ απολειμμάρους μου. Ο πατέρας μου να με κάνει ζάφτι δεν εμπόριενε. Άμε, μου ’πενε, κι ας είσαι κι ακάνιαστος. Όντεν έρθει ο ζόρες, ν’ απογιαγήρεις θέλει. Με έβαλε στο καράβι κι ήρχισε αυτό να ξεγιαλίζει. Έφτασα αργατινή ολοκούραστος, ήρθενε μια θειά, με πήρε απ’ το λιμάνι, με βόλεψε σπίτι τση, καταμεσίς τσ’ Αθήνας. Ταχυτέρου επήρα τους δρόμους κι εγλάκουνα. Μάνα μου, ιντά τονε τουτονά που θώρρου; Εγρύλωσα τα μάθια. Αμάξια μαθές να βρουχούνται σα θεριά κι οι αθρώποι να βουίζουν ωσάν τσι μέλισσες και να τρέχου. Έκανα γυρού-γυρού, δεν εκάτεχα πού ήμουνε. Ήρχιξα ν’ αγγριγεύω, ήτονε κι αλωνάρης, κάψα μεγάλη, κρούφγηκα. Ερώτηξα πού θα βρω δεντρό να πάρω αναπνιά. Ένας εσήκωσε τη χέρα, μού ‘δειξε ένα κτίριο, αρχαίο ήτονε, κι εδρασκέλισα ίσαμε τσι κολόνες. Εξάνοιξα καλά-καλά, οχτώ τσι μέτρησα. Κεια ψηλά, ήγραφε μια πλάκα «Ζάππειον», από πάνω η σημαία μας. Ορμώ στον ασκιανό, κάτι δεντρά, πλατάνια κι ευκαλύπτοι. Εντάκαρε ν’ αερινίζει, ευλόγα μου ο Θιος, εβοσκήθηκα ξυγόνο, σώθηκα. Πήρα το μονοπάτι με την ασκιανάδα και τσι πρασινάδες δεξά-ζερβά. Ετουδά, ήτονε ένας από μάρμαρο που ’κοβε ξύλα και πιο κάτου ένας που ψάρευγε βούπες κι άλλο κοπέλι που θέριζε μαθές κι απέ κάτι κεφαλές ασπριδερές ωσάν αληθινές μα χωρίς μάθια. Μάνα μου, τέθοια τέχνη, καερέτι που την είχενε. Να ‘βρισκα κοντό κι εγώ ένανε να με πελεκούσε στο βράχο όντε πάω στα ζα, να δεις λεβεντιά. Ο πόθος του ξορισμού ογλήγορα λίγανε. Κι ετουτοσάς ο μπαξές, ξάνοιγα δα, δεν είχενε την ορδινιά τση φύσης. Δεν ήκουσα ευωδιά πράμα, μήδ’ απάντησα βρυσάλι να ξεδιψάσω. Έκατσα σ’ ένα παγκάκι, έφαγα το τριβίδι μου, έδωσα μια ολιά κι ενός κάτη που ήτον εκειά. Ύστερο ανέργιασα κι ήρχιξα ν’ ανεζητώ τ’ αόρι. Τσ’ ασφεντηλιές, τσ’ ασπαλάθους, τα δεντρά τ’ αγαπητερά, τσ’ αγρουλιές, τσι μηλιές τση Κρήτης. Τ’ αναστορούμαι δα, μα ήμουνε μωρέ μπουνταλάς πως τάχατες θα ‘βρισκα φυσκιγιά και καλλιμέντο σ’ άλλο τόπο, αποκουζουλάθηκα, χουμά κουτάλι έκαμα τσι δικούς μου με τσι παλαβομάρες μου. Στην εβγαρσιά απ’ το Ζάππειο, ανέβηκα στ’ αρμί του Καλλιμάρμαρου, κι αφού αποκαμάρωσα τα έργα τ’ αθρώπου, έκαμα το κουμάντο μου. Σαν πήρε ο ήλιος να πογέρνει πάω στη θειά, λέω, ετέλεψα το ταξίδι μου, καιρός ν’ αναμαζώνομαι. Όντεν ήρχιξε να ποδιαφωτά έφταξα στου πατέρα μου. Ούτε να με καταχερίσει, ούτε πράμα. Με σφάλιξε στα χέρια κι αράσω ’γω και ρουβάσσω σα κοπελιδάκι. Εδά κατέχω το, γιαγέρνω εφταξούσιος και ριζακάρης πού ‘μαι απ’την Κρήτη. Έγιανα. Δε ματαφεύγω.

 


Αμάλαγο: δίχως πονηριά, αγνό
Χαβεσιλίκι: πόθος, επιθυμία, σφοδρός έρωτας
Βολά: φορά
Εξιά: ανεξαρτησία, ελευθερία (εξουσία)
Απολειμμάροι: οι εναπομείναντες ζωντανοί (σε αντίθεση με τους πεθαμένους)
Ζάφτι (κάνω): ελέγχω
Ακάνιαστος: αμέστωτο πουλί
Ζόρες: ζόρισμα
Απογιαγήρεις: επιστρέψεις
Ξεγιαλίζει: ανοίγεται στο πέλαγος
Αργατινή: βραδυά
Ταχυτέρου: την επαύριο
Εγλάκουνα: έτρεχα
Γρυλώνω: απορώ, γουρλώνω τα μάτια
Βερβερίζω: μιλώ συνέχεια, φλυαρώ
Γυρού γυρού: κυκλικά
Αγγριγεύω: γίνομαι άγριος
Κρούφγηκα: δυσκόλεψε η αναπνοή μου
Ασκιανός: σκιά
Εντάκαρε: ξεκίνησε, άρχισε
Αερινίζει: αρχίζει να πνέει δροσερός αέρας
Εβοσκήθηκα: χόρτασα
Ασκιανάδα: ίσκιος
Βούπα: γόπα
Ετουδά: σ’ αυτό το μέρος
Καερέτι: υπομονή
Ορδινιά: τάξη
Τριβίδι: κουλούρι, ψωμάκι
Μιαολιά: λίγο
Κάτης: γάτης
Εκειά: εκεί
Ανέργιασα: κατάλαβα, το πήρα χαμπάρι
Αόρι: βουνό
Αναστορούμαι: θυμούμαι
Μπουνταλάς: βλάκας, χαζός
Φυσκιγιά: αφθονία
Αποκουζουλάθηκα: αποτρελάθηκα
Χουμά κουτάλι: άνω-κάτω
Εβγαρσιά: έξοδος
Αρμί: άκρη, κορυφή, ψηλό σημείο
Πογέρνει: βασιλεύει
Αναμαζώνομαι: ησυχάζω, γυρίζω στα παλιά
Ποδιαφωτά: αρχίζει να ξημερώνει
Αράσω: ορμώ από αγάπη
Ρουβάζω: χώνομαι στην αγκαλιά
Γιαγέρνω: επιστρέφω
Εφταξούσιος: κύριος του εαυτού του
Ριζακάρης: τυχερός

 

© 2023 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.