Θεία δίκη

Προς το τέλος της εφηβείας βίωσα το γεγονός του θανάτου του πατέρα μιας πολύ καλής φίλης. Το μόνο που γνώριζα γι’ αυτόν ήταν ότι ζούσε πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Ποτέ του δεν είχε δουλέψει. (Ζούσαν αρκετά καλά από τη δουλειά της γυναίκας του). Όταν κάποτε, εντελώς απρόοπτα, αποφάσισε να μετακομίσει στην Ελλάδα και να στήσει μια δική του επιχείρηση, η μοίρα τού έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι. Ο θάνατος ήρθε πρόωρα για να επαναφέρει την ισορροπία στην οικογένεια. Η φίλη μου δεν έκρυβε την ανακούφισή της. Με τα περίεργα καμώματά του, ο πατέρας της είχε καταφέρει, σε ανύποπτο χρόνο, να μετατρέψει την οικονομική τους κατάσταση προς το χείριστο.

Λίγες μέρες μετά την κηδεία, ενώ μιλούσα στη μητέρα μου για την περίπτωση του θανόντος, αυτή σχολίασε: «Δεν βαριέσαι… Όλα τα μέλη αυτής της οικογένειας, αργά ή γρήγορα, έρχονται αντιμέτωπα με τη θεία δίκη». Όπως μου εξήγησε, σε παλαιότερη εποχή, είχαν διαπράξει τερατώδη αμαρτήματα. Κατ’ αρχάς, ήταν ο βιασμός μιας ορφανής: κόρη ιερέα που ζούσε απομονωμένη σε μια φάρμα. Και ακόμη, ήταν ο φόνος ενός συγγενή για κάποια κτήματα. Έζησαν αμετανόητοι, και οι φήμες έλεγαν ότι ο ιερέας τους είχε καταραστεί. Οι απόγονοι τους πλήρωναν το τίμημα αυτής της κατάρας.

Τα λόγια της πυροδότησαν μια σειρά από σκέψεις. Εκείνην ακριβώς την περίοδο διατηρούσα ήδη μέσα μου κάποια ψήγματα υπαρξιακών ερωτημάτων: «Γιατί γεννιόμαστε», «Ποια δύναμη ορίζει τις πράξεις μας;», «Ποιος είναι ο ρόλος του θανάτου;». Πίστευα ότι η ύπαρξή μας δεν μπορούσε να είναι αναίτια. Μέσα από τα τότε αναγνώσματά μου δεν είχα καταφέρει να διακρίνω τον στόχο που την υπαγορεύει. Ούτε μπορούσα να κατανοήσω τι είναι αυτό που καθορίζει τη διάρκεια της ζωής. «Άμα έχει λάδι το καντήλι σου...», έλεγε η μάνα μου. Αλλά τι σήμαινε αυτό; Σ’ ένα καταπληκτικό βιβλίο, που δεν θυμάμαι τον τίτλο του, ο συγγραφέας ανέπτυσσε μια ενδιαφέρουσα θεωρία: η ζωή είναι σαν ένα σχολείο και οι ψυχές γεννιούνται ξανά και ξανά μέχρι να μάθουν καλά το μάθημά τους... Έτσι δικαιολογούσε τον ξαφνικό χαμό αγαπημένων προσώπων επειδή, τάχα, οι ψυχές τους είχαν ωριμάσει. Η εκπαίδευση της ψυχή μας περιελάμβανε ακόμη το βίωμα των συναισθημάτων εκείνων που πληγώσαμε ή βλάψαμε προκειμένου να βοηθηθεί ν’ αποφεύγει τα ίδια λάθη. Και οι όποιοι φόβοι δεν ήταν παρά αναμνήσεις από προηγούμενες ζωές που δεν είχαν θαφτεί στο υποσυνείδητο. Πουθενά δεν γινόταν όμως αναφορά για παρέμβαση. Ομολογώ ότι, για ένα μεγάλο κομμάτι της νιότης μου, η θεωρία αυτή ακουγόταν πολύ λογική. Τα λόγια της μητέρας μου πρόσθεσαν ένα νέο στοιχείο, του Θεού-τιμωρού, που παρεμβαίνει στις ζωές για να αποδώσει δικαιοσύνη. Όπως αντιλαμβάνεστε, η φαντασία μου άρχισε να οργιάζει...

Η θεωρία της άνωθεν τιμωρίας στριφογύριζε στη σκέψη μου και μου είχε μεταδώσει ένα αίσθημα φόβου. Τα βράδια έβλεπα εφιάλτες. Ξαφνικά, ένιωσα ότι ένα κομμάτι της ελευθερίας μου χάθηκε. Δεν απολάμβανα πια το ακαταλόγιστο για τις πράξεις μου. Η θεία δίκη καραδοκούσε. Τα ατοπήματά μου λειτουργούσαν συσσωρευτικά και η τιμωρία θα εμφανιζόταν όταν δεν θα το περίμενα. Η φίλη μου, στην οποία εκμυστηρευόμουν τους συλλογισμούς μου, διαφωνούσε κάθετα. Απέρριπτε κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιασδήποτε ανώτερης δύναμης που ευνοεί ή τιμωρεί τους ανθρώπους.Για 'κείνην αυτό ήταν υπεκφυγή για να μην αναλαμβάνουν οι άνθρωποι την ευθύνη των πράξεών τους. Πίστευε ότι οι ίδιοι διαμορφώνουν το πεπρωμένο με τις εκάστοτε επιλογές τους. Απλώς, όταν η έκβαση δεν τους βολεύει, το αποδίδουν στην παρέμβαση μιας “άδικης” μοίρας, αρνούμενοι να εξετάσουν σοβαρά τον δικό τους ρόλο. Επηρεασμένη από τα αναγνώσματά μου, δεν μπορούσα να συμφωνήσω μαζί της.

Και, νομίζω, σωστά έπραττα γιατί, ακριβώς εκείνες τις μέρες, έγινα μάρτυρας ενός συμβάντος που μου φάνηκε σημαδιακό. Κάποιο πρωινό, οδηγώντας προς τη δουλειά, σταμάτησα σε κάποιο φανάρι, δίπλα σε έναν νεαρό μοτοσικλετιστή. Άκουγε μουσική από τα ακουστικά του και απέπνεε τρομερή αυτοπεποίθηση. Γύρισε μια στιγμή κι έριξε ένα βλέμμα περιφρόνησης στο μικρό αυτοκινητάκι μου. Σχεδόν ντράπηκα. Κοίταζα ευθεία μπροστά το φανάρι, περιμένοντας το πράσινο, αποφεύγοντάς τον. Στο πράσινο ο νεαρός άνοιξε γρήγορα ταχύτητα και έφυγε πρώτος. Καθώς απομακρυνόταν, όσο αστείο κι ακούγεται, μου φάνηκε ότι είδα μια γυναικεία σκιά με αέρινα φτερά καθισμένη πίσω του.

Ανοιγόκλεισα τα μάτια, νομίζοντας ότι έκανα λάθος, αλλά είχε ήδη εξαφανιστεί στο βάθος του δρόμου. Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασα σε μια διασταύρωση. Πολλά αυτοκίνητα και κόσμος είχαν κλείσει τον δρόμο. Ήταν φανερό ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και πλησίασα. Πάγωσα. Ο νεαρός βρισκόταν στο έδαφος κι η μηχανή του διαλυμένη λίγα μέτρα πιο πέρα. “Έτρεχε τόσο γρήγορα που ο οδηγός που ερχόταν από τη διπλανή πλευρά δεν πρόλαβε να σταματήσει”, άκουσα κάποιον δίπλα μου. Γύρισα στο αυτοκίνητο μέχρι ν' αποκατασταθεί η κυκλοφορία. Και τότε, την ξαναείδα, πιο καθαρά. Ήταν ψηλή και λεπτή. Φορούσε έναν λευκό χιτώνα, μαζεμένο στο ύψος της λεκάνης και σανδάλια. Τα ξανθά μαλλιά της πλεγμένα σε πλεξίδες, ήταν δεμένα στο κεφάλι της. Στάθηκε για λίγα δευτερόλεπτα πάνω από το σώμα του παιδιού κι ύστερα χάθηκε. Στο γραφείο μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ.

Το μυαλό μου δούλευε ασταμάτητα προσπαθώντας να εκλογικεύσει αυτό που είχα δει. Η φίλη μου σίγουρα θα με θεωρούσε τρελλή αν της το εκμυστηρευόμουν. Η επανάληψη όμως της εικόνας με μικρή χρονική απόσταση ενίσχυε την πιθανότητα να είχε αληθινά συμβεί. Ήταν ο θάνατος του νεαρού εφαρμογή της θείας δίκης; Διαφορετικά, τι άλλο φανέρωνε η γυναικεία παρουσία; Η συμπεριφορά του σίγουρα ήταν προκλητική. Ίσως, το γεγονός ν' αφορούσε σε κάποιο αμάρτημα της οικογένειάς του. Αλλά τότε η θεία δικαιοσύνη θα ήταν τυφλή. Ίσως, πάλι, το σκληρό αυτό γεγονός να σήμαινε ότι η ψυχή του είχε ολοκληρώσει την εκπαίδευσή της στη γη... Ή το ίδιο συμβάν θα βοηθούσε κάποια άλλη ψυχή ν' αφυπνισθεί πνευματικά. Αναρωτιόμουν ποιανού το αμάρτημα άξιζε τέτοια τιμωρία...

Την άλλη μέρα, ο θάνατος του νεαρού ήταν πρώτη είδηση στα τοπικά νέα και αποδιδόταν, πρωτίστως, στην επικινδυνότητα του σημείου και στην εγκληματική αμέλεια των υπευθύνων, καθώς είχαν προηγηθεί κι άλλα θύματα. Το βιογραφικό του νέου είχε επίσης ενδιαφέρον... Δέκα χρόνια πριν, είχε πεθάνει ένας ξάδελφός του, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Οι συμπτώσεις δεν σταματούσαν εκεί. Ήταν κι οι δυο μοναχοπαίδια, λάτρευαν τις μηχανές και την ταχύτητα κι έφυγαν κι οι δυο ακριβώς στην ίδια ηλικία...

Μέρες αργότερα, στην αυλή του σπιτιού μου, παρέα με τη φίλη μου, συζητούσαμε το θέμα και της ανέφερα αυτό που είχα δει. Εκείνη, σοβαρή, πήρε το λόγο και είπε “Το θέμα της ύπαρξής και των ανθρωπίνων πράξεων έχει απασχολήσει πολλούς στο πέρασμα των αιώνων. Οι αρχαίοι πίστευαν στη θεία δίκη, την οποία είχαν αναδείξει σε θεότητα. Προσωποποιούσε την έννοια της δικαιοσύνης και αποκαθιστούσε την τάξη (της φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας, του κόσμου), όταν αυτή διασαλευόταν. Τότε τιμωρούσε την υπεροψία και την αλαζονεία των ανθρώπων, την λεγόμενη “ύβριν”. Ακόμα και σήμερα, αν κάποιος αδικεί τους άλλους συνεχώς, και κάποια στιγμή η ίδια η ζωή του θέσει οδυνηρό φρένο στη στρεβλή πορεία του, τότε μιλάμε για “θεία δίκη”. Εγώ, προσωπικά, πιστεύω ότι κάθε πράξη είναι μια δράση που πυροδοτεί μια αντίδραση. Η ζωή δεν είναι παρά η συρραφή αυτών των πράξεων που, στο διάβα του χρόνου, δείχνουν άσχετες, αλλά στην ουσία δεν είναι. Τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο, όλα υπακούουν σε μια άγραφη νομοτέλεια. Κατ' αυτήν την έννοια, ο θάνατος του παιδιού δεν ήταν παρά μια σειρά από λάθος συμπεριφορές, στις οποίες εθίστηκε από αμέλεια, με τη γνωστή κατάληξη. Αυτό συμβαίνει όταν δεν φαινόμαστε αντάξιοι της ελευθερίας μας. Τουλάχιστον, οφείλουμε ν' αντιμετωπίζουμε με ωριμότητα τις συνέπειες των επιλογών μας.”

Ύστερα έβγαλε ένα βιβλίο από τη τσάντα της και μου έδειξε το άγαλμα μιας αρχαίας θεότητας: “Όσο για τη σκιά, απλώς φαντάστηκες τη θεά Νέμεσι. Πρόσεξε τις ομοιότητες που παρουσιάζει με την περιγραφή σου. Αν υποθέσουμε ότι ο νεαρός είχε κι άλλα σοβαρά περιστατικά που παρ' ολίγον να του κοστίσουν τη ζωή. Ούτε η περίπτωση του ξαδέλφου του στάθηκε αρκετή για να συνετιστεί και ν’ αποδώσει στη ζωή του την αξία που της αναλογούσε. Αντίθετα, έγινε πιο θρασύς κι ίσως είχε αγγίξει τα όρια της ύβρεως... Οπότε και πάλι καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα: ο θάνατός του ήταν αποτέλεσμα των δικών του επιλογών.”

Έμεινα να κοιτάζω το βιβλίο προβληματισμένη. Τα επιχειρήματά της ακούγονταν λογικά. Υπήρχε μόνο μια μικρή λεπτομέρεια: πώς μπόρεσα να φανταστώ με τόση ακρίβεια κάτι που δεν είχα ξαναδεί;

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.