Πανδοχείο ψυχών

Έπιασε απότομα ο χειμώνας. Στο μισοσκόταδο το χωριό βυθίζεται στην μελαγχολία. Μαράζωσαν οι αυλές των σπιτιών. Τα δέντρα γέρνουν λυπημένα. Τα κιτρινισμένα φύλλα αργοσαλεύουν στα λασπόνερα. Πάγωσαν τα γέλια και τα τραγούδια στην πλατεία. Έρημοι δρόμοι. Μια εκκωφαντική βουή σπέρνει τον τρόμο. Μέρα νύχτα. Το παλιό σπίτι, σκόνη, το κατακλύζει. Τις νύχτες ξυπόλητοι περπατούν οι νεκροί στο ταβάνι. Δένουν τα παπούτσια τους στις λάμπες. Για να μην βουλιάζουν στη θάλασσα. Χλομές φωνές. Χλομές ανάσες. Αναζητούν τον ήλιο. Δεν κάθονται στο πάτωμα. Είναι παγωμένο. Σκεπάζονται με μπαλωμένα Ονειρα.  Σκουριάζουν και τα μαχαιροπήρουνα. Κυλούν στα ρυάκια. Πνίγεται άναρθρα το φεγγάρι. Ουρλιάζουν τα νεογέννητα.


Αφηνιασμένος άνεμος. Φως έντρομο. Αναρριγούν οι σκιές… Αποκρουστικές μορφές με κομμένα αυτιά και βαθουλωτά μάτια. Ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες. Φυτεύουν τις τρύπιες κάλτσες τους στα σεντούκια. Ταΐζουν τα Πουλιά. Τα χνώτα μυρίζουν αλκοόλ. Τρώνε μουχλιασμένα κεράσια. Πίνουν κρασί. Φτύνουν κουκούτσια στα κεραμίδια. Σκελετωμένα πτώματα… Μαζεύονται μύγες στον νεροχύτη.
Δυσοίωνη σιωπή.      
Πανδοχείο αλλοπαρμένων ψυχών το σπίτι. Θυμώνω. Τα βράδια δεν μ αφήνουν να κοιμηθώ. Ξυπνούν ακούσια οι πικρές μνήμες.   
Όλοι κρύβουν μια παιδική θλίψη. Τον αβέβαιο κι ανέκφραστο θάνατο.

© 2022 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.