Αντηχήσεις

Θα ‘θελα ο πηγαιμός στη Φλώρινα να μ’ έβγανε,
ν’ άκουα μόνο και να ‘βλεπα   ηξεύρω τες πολιτείες τες καλαίσθητες -
κι αν έλαβα χρησμόν ερωτικόν, άνεμον αισθαντικόν δεν ηύρα.
Έστω, με μέθην ελαφριάν στην όχθη του ωραίου, να διώ και να πλαγιάσω
δεν αξιώθηκα – ήσαν στα όνειρα η τόποι αυτοί – στην Ηράκλεια να βγω.
Μ’ έφθειραν η Ιθάκες, τες αλήθειες μου υπονόμευσαν εις μεράδια.
Δράματα μονόπρακτα, τελαρωμένα σ’ ωχρούς καμβάδες,
με στιγμές, παύσεις, μ’ ευγένειαν ψυχής, μελαγχολίαν ή πλήξιν.
Διόλου φόβον κ’ ενοχήν ή συγκινήσεις από ταξείδια τόσες
– όχι όπως οι πολλοί τες λογαριάζουν –
όσες ο μύθος δειλά μ’ επέτρεψε δια ν’ απολαύσω, ιδανικά
με λύπην και  χωρίς θάνατο εν τέλει, (δι’ εμέ ευτυχώς). Μονάχα
εφήβεια αγωνία, έκστασι και πάθος τόσον κοινόν, όσο το σώμα.
Η μέρες, στο πάγωμα του χρόνου, με το χώρο
επιγεννούσαν στον κόσμο του φθαρτού μου σύμπαντος,
ίδιον κόσμο, π’  αντίστρεφε τα είδωλα της ιστορίας του.
Κι όλ’  αυτά, τη σάρκα ‘γγίζοντας τ’ αόρατου ρομαντισμού
στες κλίνες με τες ηδονές μου τες μοναχικές. Θεάθηκα
με του κρασιού την ανθρωπίνη θέρμη, πλάγι
στες σιλοέτες των μακρινών κι ανεγκαρτέρετων έλξεών μου.
Κι ό,τι πεζολόγησα από μνήμη κ’ επιθυμία, χωρίς συνδιαλέξεις,
η λέξεις μου η κοινές, αυτές μ’ απήλαυσαν ηδονικά
ωσάν παλαιωμένη εικόνα ψυχών αρωματισμένων, κρυμμένων
στα στιλβωμένα σαρκία με τες λανθασμένες προσδοκίες των.  
Στο ίδιον περιβάλλον, στους τοίχους του δωματίου,  
στέκουν με τες φανταζίες, τ’ ανικανοποίητο με τ’ ακάθαρτο μαζύ
κι η αμφιβολίες μου δια τη ματαιόσπουδη πράξη  
την τελεία –  πλην με ζωηρήν την γοητείαν – εκείνην
του εισέτι ακατάτακτου εν έτει 2010 μ.Χ., ποιητή των.
‘Επειτ’ απ’ όλα λέγω πως, σ’ έν’ εργαστήριον ποίησης,
θα ήτο  πλάνη  να εργάζεσθε στη χάραξι θεωρίας που θα ‘πλαθε την εικόνα μου
– πόσο μάλλον στες λογής παραναγνώσεις – με παραδείγματα φριχτά,
π’ ακούοντ’ ενίοτε  (ξιπάζονται ή λαλούν ρηχά) κ’ υπέρ το δέον εγκωμιαστικά.
Τωόντι,  η πρότασι - εργαστήρι με ποιητές - θα ήτο μια κάποια πράξι
εύτολμος, δια το φιλοπερίεργον της ασκήσεώς σας,
πλήν όμως, τες στρατιές των κριτικών εις έν δολάπιον να χωρέσετε σφραγιστό.
Και, πάνω στο τραπέζι, ανοιχτά δυό τρία βιβλία στων κεριών το φως, εσείς
κι η λέξεις μου, με την λεπτήν των ειρωνείαν – όπως τη λέγουν – με προσοχήν
κι αγάπην δια τη σχέσι των, καθώς τηρούν οπίσω ‘κει
μες στες κρυφές των συναντήσεις, ενδεδυμένες τες αθέατες μορφές
των Πληνελλήνων  μ’ όληνα την φήμην.
Κι οι στιχ’ οι ανάδρομοι στες λαϊκολόγιες εκφορές των, εις γλώσσαν λιτήν,   
αρχαιοπρέπειαν ηύραν, πλάττοντας νόημα, μορφήν και αξίαν.
Είθε να εργαστείτε τες παράνομες του λόγου μου συνάψεις,
το ηδονικό των λέξεων, την έξαψι της στίξης και στη δυσκολία πιότερο,
να φανταστείτε την αρχή των στίχων – εις τον κόσμον  
καθώς αναρωτιούντ’ όλοι, δόλιοι και φαύλοι:
»Πώς τώκαμεν αυτό ο Καβάφης;
»Μ’ αγάπην δια την εργασία.
Άλλ’ αν εύρω τραίνον - χωρίς τυχαίον εμπόδιον –  θα έλθω. Κρεββάτια
η πόλις, ωσάν εκείνα της νεότητάς μου, διετήρησεν θαρρώ.
Έτσι ν’ ακούστε –  με την αφήν – δια την τέχνην μου  εις το ‘νειρό σας
ως αληθινά εκλεκτοί, σκυφτοί εκεί στες Κυριακές, τότε
θα καταλάβετε η Φλώρινες τι να σημαίνουν.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.