Τελευταία Πράξη

Γεννήθηκα μια μέρα ταπεινή του Αλωνάρη, όπως ταπεινή ήταν η μάννα μου κι ο κόσμος που με δέχτηκε. Τ’ Αϊ-Κηρύκου τη γιορτή. Δροσερό καταμεσήμερο στα βουνά της Τύμφης. Εκεί ξεκαλοκαίριαζε ‘κείνη τη χρονιά η στάνης μας.


Ζύγωνε η ώρα. Οι πόνοι έρχονταν. Η μάνα μοναχή. Έπρεπε να μ’ απόσπλαχνίσει από μια τελευταία πράξη που ξεκίνησε στο χειμαδιό – εφτά μήνες προτού – εκεί στης Κλεοπάτρας την διώρυγα, στον κόλπο του Αμβρακικού.


Ατένισε. Γαλήνεψε γλυκά, σαν την Παναγιά στο τέμπλο. Έκαμε το σταυρό της. Πήρε ανάσα βαθειά. Διπλώθηκε. Πιάστηκε απ’ τα μπηχτάρια. Δάγκωσε τη μαντίλα κι εκεί απάνω στο ξασμένο το μαλλί μ’ απόθεσε ωσάν αυγό πλάι στις φτέρες.


Έτσι γεννήθηκα ο άμοιρος. Αθόρυβα. Δίχως αρχή. Δίχως συχαρίκια και ταξίματα. Μυστικά. Έξω από σημεία και μύθο. Οι μοίρες μ’ αποξέχασαν. Δεν πέρασαν. Ποιος ξέρει… Πολλές μέρες του καλοκαιριού ‘κει στα βουνά τις πρόσμενα. Ποτές δεν φάνηκαν.


Κοντά τις είκοσι μέρες – παραμονές τ’ Αϊ-Σωτήρος – έφτασ’ ο πατέρας απ’ τη στάνη. Χαράματα λαμπρά. Στη χάση του, μια φέτα Αυγουστιάτικο φεγγάρι απάνω απ’ το κονάκι μας. Καβάλα στην άσπρη τη φοράδα του σαν τον Ακρίτα και πισοκάπουλα έν’ αρνί  απ’ τα δίφορα. Μαζί του κι άλλα πολύτιμα της φύσης δώρα βάσταγε κι εκεί τ’ απίθωσε σιμά μου ευγενικά.

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.