Ωδές Συντεχνιακές

Ωδή 2η Περιπαιχτικών, στον Γανωτή


στον Πάνο Θεοδωρίδη
 
 
Στου κυρ-Μήτσου του Γανωτή, απ’ τα Κόκκινα Χώματα
που στο Ζαγόρι μιαν άκρη ως την άλλη, χάλκεο  φορτί κουβαλεί  
σ’ ένα ρέμπελο σώμα – ντυμένο πιθαμές τα μπαλώματα –   
μέσα ‘κει μια καρδιά δίχως αίσθημα, τον ξεγάνωτο κόσμο κινεί


Σταυρωτά στα σχοινόκομπα μια ξέφτιλη ζιάκα, δεμένη
με χαμπέρια, χαλκώματα, μουρνταριές και κόρα ‘πό μούχλιο ψωμί
γόρδια ‘κει στα κυρτά τα λερά δάχτυλά του, μπλεγμένη
δετά στον σκεβρό κι άσαρκο ώμο του, δυό σιτζίμια τραβούν τη ζωή   


Από φόβο μην του σκορπίσουν – ζερβά και δεξά – έτσ’ ωσάν να ’ναι βαρίδια
‘κει στ΄ αποκοντού σακακιού του τις τσέπες, σπαγγοδετές αρμαθιές τα χωρεί   
λογής χουλιάρια, πιρόνια, θες τρανά, θες μικρά – μέσα ‘κει μ’ ολίγα καρύδια –
κι ως εκείνος συγκαθιστά περπατώντας, κραδαίνουν με τόλμη μαζί κι αρετή  


«Θέλουν καθάρισμα, ζέσταμα, ξέβαμμα, πύρωμα, σιάξιμο θέλουν
ξέφτισμα, τέντωμα, συρμομπάλωμα κιόλι, μαθές τα παλιά σου                    
τεντζερέ με καλή μαγεριά χρονικής να τσικνίζ’ η αφεντιά σου  
Θέλουν πιάσιμο, τρίψιμο, ξάναμμα, σφύρισμα, αναχάιδεμα θέλουν
κι απέ σαπούνισμα χλι’ό,  στη λιγένα κυρά μου, τ’ αγγειά σου»


Απ’ τη φλόγα τ’ αρπάει με τη μασιά, στον αέρα ξαναμμένα τα πάει  
τα χαλκιά μες στα δυό, με μαστοριά και θυμό στ’ αναγγόνι τα σπάει
στον ταβλά τα εργάζεται, στο τριφτό κουρασάνι τα ξύνει      
και στ΄ αχαμνόσκελο ανάμεσα, το σαλιοκάρβουνο φτύνει


Τα λιώνει, τα μαγκώνει, τα ξεγανώνει, καλιά τα ματίζει και τα μπαλώνει
τα ‘πιστρώνει, τ’ απλώνει, το χάλκωμα κλέβει κι ως ‘κει δα που τεντώνει
με ψίδια πιρτσιμωτά φορές τα γαζώνει, στο νησιαντήρι γλυκά τα ποτίζει
στο πλάι δυό ντομάτες μ’ έξι κρομμύδια κι αν τρία απίδια, να κολατσίζει


Χαλκοσφύρι ένα χέρι τα περνάει κατόπι, τα κεντά, μ’ ολομιάς τα σταγκώνει  
σφουγγισμένα, τριμμένα, μ’ αργασμό στο μπαμπάκι σβηστά, τα νουρ’πώνει


Απεκεί έν’ άλλο, τ΄ αδράχνει με μιά στο κουλό του το χέρι, το ζαπώνει υπομάλη
κι ανηχώντας σφυρήλατα στο τσίλικο αμόνι, τ’ αβγατίζει κλεφτά κι απ’ αγάλι


Κατά πως τ΄ αποχάλκια, πυρωμένα μετέωρα στρέφουν, τον αιθέρα σαρκώνουν
κι ως είν’ παστρικά, στο λιωμένο καλάι βαφτισμένα, απ’ ευθύς καινουργιώνουν


Και στ’ άλλο – στο κακό του το χέρι – ο κυρ-Μήτσος, με ημίθεο σφρίγος    
μες στη μαύρη τραχιά του απαλάμη, που ‘χει απάνω τ’ ανεξίτηλο λύμος
δυο λάγνα μάτια ‘ξετάζουν σκ’ερά, πονηρά, σπιθερά, καταγάλανα
καθώς πέφτουν των κυράδων τα λιανά, τα σκουτιά και τα χάχανα  


Μα, όντας μόνος μες στο χαλέπετο, στη γωνιά τάχα πως την αθρακιά του φυσούσε
με σεβνταλίδικα κέφια, των κυράδων τα άγχητα και τα μύχια, στο κεζάπι βουτούσε
Τότε αρπάζαν φωτιά, σιγκούνια, σαρκιά και φορέματα
ήταν λες που τον ‘πιαναν ζουρλά, της αγάπης τα αίματα
Μονολογούσε, πένιες σκορπούσε, χαμογέλια με γρίφους, βλαστημιές και μαλώματα
συκγαλαΐζοντας με τ’ αγγειά, τον χαβά του ντουνιά και της αρχοντιάς τα καμώματα


Τι κι αν οι καλοκυράδες παζάρια του ‘καναν
χασομέρια με νάζια ή σιαχούλια του ‘πιαναν;
Αν δεν ‘πλοχέριζε τρίμμα κι απ’ εκείνο της δουλειάς του που γύρευε
φοβερά το ‘να το μάτι του – λες κι ίδιο σαΐνι που χυμάει – τ’ αγρίευε
τι σφουγγιά, τι μασιές, τι τσιμπίδες στο ξεντάβανο απάνω πετούσε
στην κουτσή πορτοπούλα  κρυφά, πονηρά κι ίσια απ’ έξω τηρούσε…


Τι μπαγκράτσια, τι γκιούμια, νταβάδες, μουρχούτες, τσουκάλια, σαγάνια
τι σινιά, τι χουλιάρες, καπάκια, γαβάθια, ζεματοκάκαβα, λιγένια, τηγάνια
κι ό,τ’ άλλο σακάτι, με δίχως αρβάλι ή παφίλι, που η καθεμιά τ’ κουβαλούσε   
μονοχεριά με χατά στης Κιρβίδως το σοκάκι απόξω, σωροβολιό τ’ αμολούσε


«Σήμασε το μπρίκι σου, πάρε και τον κούτλα σου και άιντε σύρε δουλειά σου
βρε στο ‘πα κυρά μου, δε μου κάνουν τα λιανά που βροντάς για τ’ αγγειά σου
Μου φορτώνεστε ‘δώ τη σβουριά κι όλη τη σάρα τη μάρα
μα για του γανωματή τα μπελαλίδικα, μήτε σπάτε δεκάρα
Άντενε, διάβαιν’ απ’ εδώ, παρ’ και τα σέσκουλα, να και τ’ αλεύρι, τ’ αβγά σου  
εξόν και μ’ αφήκεις, μια στάλα απ’ εκείνο που βαστά η κεντητή η ποδιά σου»


Ο γανωματής κι αν χρόνια ρεμπέτης πλανήθηκε  
κακουχίες, πηλήκια και διωγμούς, δεν φοβήθηκε  
Επαρχίες, τζιαντέδες,  χωριά, μαχαλάδες, σοκάκια, χίλια ρέματα πέρναγε
ντελαλούσε, χρησμοδοτούσε, τις χαρμολυπιές του στα χάνια τις γλένταγε
με χορό μύστη, μ’ αχό γυριστή και παρτή, σε δώρια έκσταση
από ρακί και σιωπή, που κρατούσε έναν κόσμο σ’ απόσταση  
πάντα, λεύτερος – πως ίδιο τ’ αγρίμι  μανάχος – σεργιάνιζε
ταχτικά τα γανώματα μάζευε κι ως ’κειδά που νταγιάντιζε


Από μακριά ήρθε ο καλαϊτζής μας - νιός τότε - μόνος και ξένος
κι ως λένε απόθανε – ποιος ξέρει πού – εχάθη, πάει ο καημένος
Ως πέρα απ’ τον Κόζιακα κι ακόμα πιο, κουβεντιάζεται… θρύλος  
κουτσομπολιά κι αν απέμειναν να, κι όσο απ’ ονόματα … θρήνος
Λόγια ξεγάνωτα ακούοντ’ όλα, σαν  γύρισ’ αλλού το μάτι εκείνος


Κανείς δεν γνοιάστηκε, που να ‘ν’ το  χώμα του
μήτε οι  καλότυχες, που ‘νοιωσαν το σώμα του
Κι οι άλλες… που γεύτηκαν φιλί στο στόμα  
ή θες… τ’ αχυρένιο του μπάλωναν στρώμα
Μα κι όσες τις γκρέμιζαν τα μάτια τα πλάνα
λένε πως, χρόνια γυάλιζε στ’ αχείλι η γάνα
και πήγαιν’ αυτή στη θυγατέρα απ’ τη μάνα

© 2021 διαδικτυακή δημιουργική γραφή. All rights reserved.